Το «Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος» είναι μια ταινία που πρέπει να δείτε, ακόμα κι αν δεν το αντέχετε

Το πρώτο και μοναδικό έργο του αυτόχειρα Hu Bo είναι τραγικό, αληθινά τραγικό

Οι λέξεις είναι ιστορικά προϊόντα, όπως κι εμείς, γι’ αυτό υπόκεινται στο ίδιο αλύπητο νταραβέρι με μας. Μπορεί να φτηνύνουν, μπορεί να ευτελιστούν, μπορεί να φθαρούν, μπορεί να χάσουν τη ζωή τους. Ο όρος έπος δυσκολεύεται πια να βρει το βάρος που του είχε υποσχεθεί η ιστορία. Η λέξη τραγωδία μετά βίας ξεχωρίζει πλέον στην κοινή της χρήση από την απλή στεναχώρια ή το δυστύχημα. Το έργο τέχνης έχει γίνει όλο και πιο συνώνυμο με την οικονομία, το μάρκετινγκ, τη βιομηχανία. Ο αιώνας ζορίζεται πια να έχει σημασία σαν ορίζοντας, αφού ανάθεμα κι αν έχει προφέρει κανείς την φράση «εικοστός δεύτερος». Κάποιες φορές, όμως, τυχαίνει οι λέξεις να ανατιμούνται. Εδώ, σ’ αυτήν την περίπτωση, στο Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος του αυτόχειρα δημιουργού Hu Bo, συναντούμε μια ταινία που αποτελεί αληθινό τραγικό έπος, ένα αληθινό έργο τέχνης μέσα και ενάντια σ’ έναν αιώνα που μετά βίας φαντάζει βιώσιμος.

Η αλήθεια είναι ότι απέφευγα λίγο αυτήν την ταινία, συναισθηματικά τουλάχιστον, γιατί με τρόμαζε. Πρώτα απ’ όλα, επειδή είναι μια ταινία τόσο βαριά στιγματισμένη από το θάνατο του δημιουργού της. O Hu Bo αυτοκτόνησε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της πρώτης και μόνης ταινίας που έγραψε, σκηνοθέτησε και μόνταρε μόνος του – αφήνοντας πίσω του κι ένα συγγραφικό έργο δύο μυθιστορημάτων μόλις στα 29 του χρόνια. Εκτός από το μυθικό βάρος του αυτόχειρα δημιουργού, όμως, ο Ελέφαντας είναι από μόνος του μια δύσβατη, απέραντη, θλιμμένη χώρα – μια ταινία με διάρκεια 4 ώρες που αφηγείται 1 μέρα από την ζωή 4 ανθρώπων που εγκλωβίζονται μέσα στον θάνατο, προσπαθώντας να πάρουν το τρένο για το μογγολικό Μανζούλι ώστε να συναντήσουν έναν ελέφαντα που λέγεται πως κάθεται όλη μέρα ακίνητος. Ας το ξεκαθαρίσουμε από τώρα: ο Ελέφαντας είναι μια βαριά ταινία. Δεν είναι μόνο η ταινία που οδήγησε το νεαρό δημιουργό της στην αυτοκτονία. Είναι η ίδια μια αυτοκτονία σε αργή κίνηση.

Είναι αξιοθαύμαστο και βαθιά συγκινητικό το πώς καταφέρνει να συλλάβει μαζί το ατομικό και το συλλογικό δράμα σε μια αδιαχώριστη και διακριτική κινηματογραφική ενότητα ο Hu Bo – πώς συμπυκνώνει και ξεπερνάει διαλεκτικά μια εποχή κι έναν τόπο. Μπορεί η σημερινή Κίνα να μοιάζει απροσπέλαστη, μια γιγάντια γκρίζα γραμμή συναρμολόγησης, αλλά ο δημιουργός σκάβει από κάτω και βρίσκει την καθολικότητα που κουρνιάζει μέσα στο συγκεκριμένο βίωμα των ηρώων του. Είναι τόσο εύκολο να καταγγείλεις αφηρημένα τη δυστυχία, τη μοναξιά, την απελπισία και την αλλοτρίωση – αλλά είναι ταυτόχρονα και τόσο γαμημένα δύσκολο να τους δώσεις μια συνεκτική κι αυθεντική καλλιτεχνική μορφή. Ο Hu Bo το κατάφερε στην πρώτη και μοναδική ταινία του, κι ενδέχεται αυτό να είχε πράγματι ανυπολόγιστο βάρος πάνω στην ψυχική του κατάσταση. Αν όντως, όπως έλεγε ο Walter Benjamin, το έργο δεν είναι παρά η νεκρική μάσκα της σύλληψης, τότε μοιάζει ιλιγγιώδες να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τον στρόβιλο λέξεων, εικόνων και συναισθημάτων που οδήγησαν τον Hu Bo σ’ αυτήν την ταινία.

Θα ήταν πολύ κρίμα όμως να περιστείλουμε τον Ελέφαντα στην αυτοκτονία του δημιουργού του. Δεν είμαστε δικοί του άνθρωποι για να γνωρίζουμε τα βαθύτερα συναισθήματά του, δεν είμαστε βιογράφοι του για να γενεαλογήσουμε τον θάνατό του, δεν θέλουμε να αφήσουμε τη μυθολογία του καταραμένου καλλιτέχνη να σκεπάσει την ευκρίνεια του έργου του. Αυτό που μας νοιάζει, όμως, είναι το πώς το ίδιο το έργο τέχνης καταφέρνει ενίοτε να ξεπεράσει την ίδια τη διάκριση ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή με την ένταση και τη δύναμη της αλήθειας του. Από μια μεριά, είναι στενάχωρο το ότι συζητάμε τόσο πολύ για την διάκριση καλλιτέχνη κι έργου τέχνης και τόσο λίγο για την διάκριση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον άνθρωπο, ανάμεσα στην καλλιτεχνική και την κοινωνική ζωή. Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αναδύεται η ανθρωπιά μέσα από τον Ελέφαντα του Hu Bo φέρνει μια μαγική αύρα μαζί του που σηκώνει το πέπλο της μυστικοποίησης: δεν παρακολουθούμε κάποιον να υποφέρει σαν καλλιτέχνης, αλλά παρακολουθούμε μια αυθεντική απόπειρα για να εκφραστεί κινηματογραφικά ο καθολικός πόνος της μοντέρνας ανθρωπότητας. Κάθε ένας άνθρωπος που πεθαίνει σ’ αυτές τις 4 ώρες, πεθαίνει και λίγο για όλους μας.

Δεν ξέρω, ένιωσα να με σοκάρει αληθινά ο τόσο ευαίσθητος τρόπος με τον οποίο σκύβει ένα νεαρό παιδί σαν τον Hu Bo πάνω από τις πληγές της ανθρωπότητας, πάνω απ’ αυτά που κάθε μέρα κι από λίγο σε κάνουν να μην αντέχεις πια τη ζωή – αυτή τη ζωή. Καθώς η κάμερα χαϊδεύει τα σώματα και τα πρόσωπα των ηρώων με αγάπη και κατανόηση, η φιλοδοξία κι ευλάβεια του Hu Bo αποκαλύπτουν μια νέα, υπόγεια σχέση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο που έρχεται στην επιφάνεια με την ορμή και την καθαρότητα ενός λογοτεχνικού epiphany, μετά απ’ το οποίο τίποτα δεν είναι ξανά ποτέ ίδιο. Η σχέση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, λοιπόν, δεν είναι μόνο μια σχέση ρήξης αλλά και μια σχέση συνέχειας. Οι χιλιάδες μικροί καθημερινοί θάνατοι της αγωνίας για επιβίωση και ανθρώπινη επαφή δεν είναι απλά μια μεταφορά για τον έναν και οριστικό θάνατο. Είναι αληθινοί και κυριολεκτικοί, είναι σταθερές υπενθυμίσεις για το αδιάλειπτο συνεχές της ζωής και του θανάτου. Ο θάνατος δεν είναι απαραίτητα ό,τι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί. Η ζωή δεν είναι απαραίτητα ό,τι καλύτερο. Υπάρχουν και τα δύο σε κάθε στιγμή και βήμα σ’ έναν τόσο αβέβαιο και άδικο κόσμο.

Η αόρατη βαριά παρουσία του ίδιου του ελέφαντα απ’ το Μανζούλι, από την άλλη, δεν μοιάζει τόσο με ένα αίνιγμα προς αποκρυπτογράφηση όσο με μια διαρκή εικόνα εκτός κάδρου, ένα μόνιμο παραπέρα της ανθρώπινης δραστηριότητας κι ιστορίας, ένα αγνό απόθεμα ακινησίας και ηρεμίας και μελαγχολίας που σε καταπραΰνει. Κάτι βαρύ κι ασήκωτο κι αξιοπρεπές. Κάτι που, επιτέλους, δεν υπακούει στην ταχύτητα του κόσμου και την σαρωτική ικανότητα της ιστορίας να σε προσπερνάει. Ο κινηματογραφικός του δάσκαλος, Bela Tarr, μίλησε για έναν δημιουργό που έκαιγε το κερί του κι από τις δύο άκρες. Κατά μία έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι δύο άκρες είναι το σινεμά κι η λογοτεχνία. Δεν είναι μόνο ότι στον Ελέφαντα ο Hu Bo διασκευάζει κινηματογραφικά τον λογοτεχνικό εαυτό του. Είναι επίσης ότι μεταμορφώνεται κι ο ίδιος σε έναν συγγραφέα-σκηνοθέτη που, με κειμενικά και μη μέσα, αναλαμβάνει το τεράστιο έργο να χωρέσει μέσα σε μια μέρα όλη τη ζωή κι όλες τις ζωές μαζί. Όχι όμως σαν συμπύκνωση μιας δράσης που κανονικά θα απαιτούσε περισσότερο χρόνο. Η μέρα είναι φυσιολογική, στην επιφάνεια. Μέσα σ’ αυτήν τη μία και μοναδική μέρα, όμως, ο εσωτερικός χρόνος της ζωής υπακούει πλέον σε άλλους κανόνες – σαν τον Οδυσσέα του James Joyce, την Κυρία Ντάλογουεϊ της Virginia Woolf ή τον Ιβάν Ντενίσοβιτς του Aleksandr Solzhenitsyn.

Το Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος, λοιπόν, ξεκίνησε χτες να προβάλλεται στην Αθήνα – αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα από την Carousel Films. Και ναι, δεν είναι ιδανικό για μια κριτική ταινίας να γλιστράει προς την διαφήμιση, αλλά είναι μια απόφαση εκ μέρους του σινεμά και του διανομέα που αξίζει συγχαρητήρια. Η ταινία αυτή αξίζει να προβληθεί στο σινεμά, κι είναι μια γενναία απόφαση να την δείξεις – φαινομενικά καταδικασμένη σε εμπορική αποτυχία αλλά, σε κάθε περίπτωση, ιστορικά και καλλιτεχνικά δικαιωμένη ήδη εκ των προτέρων. Πρέπει να δείτε αυτήν την ταινία, με λίγα λόγια, ακόμα κι αν είναι δύσκολο. Μερικά πράγματα αξίζει να κάνουμε ένα κουράγιο, να σφίγγουμε τα δόντια και να τα κοιτάμε κατάματα. Αν θέλουμε τίποτα το ανθρώπινο να μη μας είναι ξένο, αν η τέχνη είναι πράγματι ένα παράθυρο στο χάος, τότε ο Ελέφαντας του Hu Bo είναι ένα έργο που ξεπερνάει τη ζωή ακριβώς γιατί είναι τόσο ανθρώπινα βουτηγμένο μέσα στη ζωή και μέσα στο θάνατο – πριν ο δημιουργός του βουτήξει στο χάος.

Ο Hu Bo αυτοκτόνησε στις 12 Οκτωβρίου 2017. Τρία χρόνια νωρίτερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014, αυτοκτόνησε ο Xu Lizhi, νεαρός ποιητής και εργάτης σε κινέζικο εργοστάσιο της Foxconn. Σε ένα από τα ποιήματά του, έγραφε:

他们都说
Όλοι τους λένε

我是个话很少的孩子
ότι είμαι άνθρωπος των λίγων λέξεων

对此我并不否认
Αυτό δεν το αρνούμαι

实际上
Αλλά για την ακρίβεια

我说与不说
είτε μιλάω είτε όχι

都会跟这个社会
με αυτή τη κοινωνία θα είμαι πάντα

发生冲突
σε σύγκρουση

Best of internet