Ο «Ευτυχισμένος Λάζαρος» της Alice Rohrwacher διδάσκει πώς φτιάχνεται το μαγικό πολιτικό σινεμά

Ή τουλάχιστον το πολιτικό σινεμά που θέλει να είναι υπερβατικό, μυστηριώδες, μεταφυσικό

Ήταν ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο πολιτικό εργαστήρι το μεταπολεμικό ιταλικό σινεμά – αγγίζοντας ταυτόχρονα την σχέση του κινηματογράφου με την κοινωνική κίνηση κι αλλάζοντας στην πράξη την ίδια την κινηματογραφική πρακτική. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την πτώση του φασισμού, οι σκηνοθέτες του νεορεαλισμού αφενός απέρριψαν την βιομηχανική κινηματογραφική λογική κάνοντας ένα μεγάλο άνοιγμα στον «ερασιτεχνισμό» κι αφετέρου έστρεψαν το πολιτικό τους ενδιαφέρον στην κοινωνική εμπειρία των φτωχών και των αποκλεισμένων προκειμένου να φωτίσουν τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνταν στην ιταλική κοινωνία. Κι όταν το ιταλικό οικονομικό θαύμα των 60s κατέστησε φαινομενικά απαρχαιωμένη την εμμονή του νεορεαλισμού με την φτώχεια και τον αποκλεισμό, οι κινηματογραφικοί δημιουργοί που συνέχιζαν να βλέπουν το σινεμά άμεσα δεμένο με την πολιτική ανέλαβαν να κάνουν ένα μεγάλο άλμα προς τα μπρος: να αγκαλιάσουν ακόμα πιο ανοιχτά τον πολιτικό ριζοσπαστισμό και να ανοιχτούν περισσότερο στην ανεξέλεγκτη κινηματογραφική φαντασία.

Πώς κολλάει μ’ όλα αυτά η Alice Rohrwacher, η 36χρονη Ιταλίδα σκηνοθέτης που πέρσι γύρισε την τρίτη μεγάλου μήκους ταινίας της, τον Ευτυχισμένο Λάζαρο, ο οποίος κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες; Η απάντηση είναι σχετικά απλή και βρίσκεται εμφανώς μέσα στο κινηματογραφικό έργο της Rohrwacher. Η σκηνοθέτιδα επικοινωνεί κι αναμετριέται όλο και πιο γενναία μ’ αυτήν την πολιτική παράδοση του ιταλικού σινεμά των περασμένων δεκαετιών – και στον Λάζαρο το κάνει με το μεγαλύτερο θράσος και την μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που έχει επιδείξει μέχρι τώρα, αφηγούμενη την ιστορία ενός καλοπροαίρετου νεαρού χωρικού που, μαζί με την φτωχή αγροτική του οικογένεια, γίνεται αντικείμενο άγριας εκμετάλλευσης από την μεγαλοαστή μαρκησία που έχει στην ιδιοκτησία της την παραγωγή καπνού στο απομονωμένο χωριό της Ινβιολάτα. Από εκεί, μ’ έναν μυστηριώδη τρόπο, ο Λάζαρος κι οι καπνεργάτες της Ινβιολάτα θα ταξιδέψουν στον χρόνο για να βρεθούν σε έναν μοντέρνο κόσμο που κουβαλάει μέσα του τον παλιό.

Στα οπτικά πλουσιοπάροχα 130 λεπτά του Ευτυχισμένου Λάζαρου, η Rohrwacher ρίχνει μια καλά επεξεργασμένη γέφυρα προς τους θεματικούς πυρήνες του πολιτικού σινεμά που σκιαγραφήσαμε πολύ χοντρικά παραπάνω. Η ταινία απηχεί την κινηματογραφική αναπαράσταση της διαλεκτικής νότου και βοράς, υπαίθρου και πόλης, όπως την είδαμε να αναπαρίσταται μέσα από το ταξίδι μιας άλλης οικογένειας, του Rocco και των αδερφών του στην ομώνυμη ταινία του Luchino Visconti, ή όπως την συναντήσαμε στην απέναντι πλευρά, στον ριζοσπαστικό αγροτικό ρεαλισμό του Tree of Wooden Clogs του Ermanno Olmi. Μαζί, βρίσκουμε και την θεατρική, μεταμορφωτική δύναμη της φαντασίας στο φτωχό και σκληρό αγροτικό περιβάλλον, όπως δίδαξε αξέχαστα το Padre Padrone των αδερφών Taviani, αλλά και την αινιγματική πολιτική αλληγορία ενός μυστηριώδους νεανικού ξένου σώματος που εισβάλλει κι αποσταθεροποιεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, όπως στο Teorema του Pier Paolo Pasolini. Όπως είπε κι η ίδια η Rohrwacher, το έργο αυτών των δημιουργών βρίσκεται στο ασυνείδητό της, είναι μέρος της ταυτότητάς της ως δημιουργού.

Ακριβώς επειδή αυτό το σινεμά βρίσκεται μέσα στο κινηματογραφικό dna της σκηνοθέτιδας, ο Λάζαρος δεν μοιάζει απλώς με απότιση φόρου τιμής, αλλά περισσότερο παραπέμπει σε μια αυθεντική απόπειρα σύνδεσης του κινηματογραφικού παρελθόντος με μια σύγχρονη, προσωπική κινηματογραφική γλώσσα. Και το βασικό εργαλείο της Rohrwacher για να πετύχει αυτήν την ζόρικη ισορροπία είναι η ίδια η φιλοσοφικο-πολιτική κινητήριος δύναμη της ταινίας, η οποία κατορθώνει να πάρει κινηματογραφική μορφή εξίσου αποτελεσματικά με κειμενική και οπτική γλώσσα. Μεταπηδώντας από το ζεστό φως της ηλιόλουστης υπαίθρου που κάνει τον ιδρώτα να λάμπει προς την μοντέρνα γκρίζα αθλιότητα της μεγαλούπολης, η Rohrwacher χτίζει μια διαλεκτική παραδοσιακού και μοντέρνου, όχι ως γραμμική χρονική εξέλιξη ή ως αλλοτρίωση ενός αυθεντικού παρελθόντος, αλλά ως ιστορική μετάλλαξη ενός συστήματος δομικής εκμετάλλευσης και αδικίας. Έναν νέο κόσμο που υπερβαίνει τον παλιό, περιλαμβάνοντάς τον μέσα του. Ακολουθώντας την αύρα μιας κρυφής ιστορικής δύναμης που ισοπεδώνει και συνεπαίρνει και τραβάει τα πράγματα προς τα μπρος, η Rohrwacher βρίσκει κάτω από τον ανεξήγητο και το φανταστικό ένα οργανωμένο καπιταλιστικό ψέμα που στερεί από τους ανθρώπους τον έλεγχο πάνω στην ζωή τους. Σκύβοντας πάνω από την ταξική καταπίεση του χτες και του σήμερα, η Rohrwacher ψάχνει (και βρίσκει) μια ευαίσθητη ποιητική της προλεταριακής εμπειρίας που μοιάζει να λείπει τόσο πολύ από το σημερινό σινεμά.

Ο Ευτυχισμένος Λάζαρος έχει μια πολύ χαλαρή σχέση με τον ιστορικό χρόνο, αλλά οι αναχρονισμοί του δεν μοιάζουν να υπηρετούν μια απλοϊκή αλληγορία 1 προς 1 που θα έλεγε απλώς ότι τα πράγματα παραμένουν ίδια στον πυρήνα τους. Ίσα ίσα, η αισθητική αποτύπωση αυτών των αναχρονισμών μας πείθει οπτικά κι ηχητικά πως το παρόν και το παρελθόν είναι εξίσου ανοίκεια κατά βάθος, σε βαθμό που θα μπορούσαν να προέρχονται ειρωνικά από ένα παράλληλο διαφορετικό timeline. Έτσι κι αλλιώς, καθώς ο χρόνος του Λάζαρου κυλάει θεματικά κι όχι γραμμικά, εν τέλει υποτάσσεται στην πολιτική, με το παρόν και το παρελθόν να συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο ιστορικό ερείπιο που τυχαίνει να έχει ένα αλλόκοτα ευφορικό 90s eurodance soundtrack:

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ευτυχισμένος Λάζαρος είναι μια ιδιαιτέρως πολιτική ταινία, με πολύ έντονες μαρξιστικές φιλοσοφικές αναφορές. Ο τρόπος που κάνει πολιτικό σινεμά η Rohrwacher, όμως, ευτυχώς δεν θυμίζει καθόλου τον κουρασμένο και στραγγισμένο από φαντασία κοινωνικό νατουραλισμό με τον οποίο μας έχει σπαμάρει γενικά το ευρωπαϊκό φεστιβαλικό περιβάλλον τις τελευταίες δεκαετίες. Η θεματική και οπτική του φιλοδοξία το κάνει να ξεχωρίζει από το ρεαλιστικό σινεμά της προκάτ κοινωνικής ευαισθησίας και το οδηγεί να επικοινωνεί περισσότερο με το περιπετειώδες κι αινιγματικό πνεύμα ταινιών σαν το περσινό Suspiria του Luca Guadagnino ή την μαγεία των πολιτικών ταινιών του Guillermo del Toro, παρόλο που αισθητικά απέχουν πολύ. Κατά μία έννοια, η μόνη παραφωνία είναι το κάπως άγαρμπα και πρόχειρα διδακτικό φινάλε, όπου μοιάζει να κραυγάζει μια πολιτική θέση εκεί όπου μέχρι τότε οι πολιτικές θέσεις υπήρχαν βαθιά μέσα στην ατμόσφαιρα της ταινίας, όπως το συνεχές μοτίβο των ψιθυριστών φωνών που χάνονταν στον ήχο του ανέμου. Αλλά χαλάλι, έτσι κι αλλιώς δε μ’ αρέσει να κρίνω αναδρομικά μια κινηματογραφική εμπειρία από την αποτελεσματικότητα του φινάλε της.

Μέσα απ’ το όραμα της Rohrwacher, ξεπροβάλλει φυσικά η φιγούρα του Λάζαρου ως μια παράξενη πηγή ομορφιάς και αθωότητας που ενσαρκώνει τέλεια ο πιτσιρικάς Adriano Tardiolo στον πρώτο του κινηματογραφικό ρόλο. Η στωική μορφή του κεντρικού ήρωα της ιστορίας είναι μάλλον κι η εικόνα που που αποτυπώνεται περισσότερο μέσα σου μετά την προβολή της ταινίας. Είναι τόσο πυκνή κι αινιγματική η σημασιοδότηση αυτής της μορφής: άλλοτε μοιάζει με την ενσάρκωση του πνεύματος των καταπιεσμένων που υπομένει τα πάντα, άλλοτε μεταμορφώνεται σε μια ανυπότακτη ζωική φυσική δύναμη, άλλοτε γίνεται ένας σαλός άγιος που μαρτυρά για χάρη των φτωχών, άλλοτε θυμίζει έναν άγγελο της ιστορίας που φέρνει την πρόοδο και τελικά θυσιάζεται στο όνομά της πέφτοντας κι αυτός αντιηρωικά στον σωρό από συντρίμμια που οι άνθρωποι ονομάζουν ιστορική εξέλιξη.

Αξίζει, εν τέλει, να δει κανείς τον Ευτυχισμένο Λάζαρο για να πειστεί ιδίοις όμμασι ότι αυτό το σινεμά υπάρχει, παίζεται στις αίθουσες κι αξίζει να αναδεικνύεται σαν αυτό που είναι: μια απαιτητική κινηματογραφική εμπειρία που θέλει να κάνει ξανά το ίδιο το σινεμά κάτι πιο ριζοσπαστικό και μυθικό απ’ ό,τι το έχουμε συνηθίσει. Όπως κι οι σπουδαίοι δημιουργοί με τους οποίους συνδιαλέγεται με σιγουριά και θράσος, η Rohrwacher γνωρίζει ότι η φαντασία δεν είναι το αντίθετο της πραγματικότητας, ότι η μη-πραγματικότητα είναι βουτηγμένη μέσα στην εμπειρία. Πιο συγκεκριμένα, γνωρίζει επίσης πως η κινηματογραφική φαντασία που αναζητά την ανθρώπινη επαφή έχει τη δυνατότητα να διαταράσσει τον σύγχρονο πολιτισμό του κεφαλαίου που αναπαράγεται μετατρέποντας την ανθρώπινη δραστηριότητα σε πράγμα. Απέναντι σ’ αυτήν την οργανωμένη δυστυχία, ο μαγικός προλεταριακός ρεαλισμός του Λάζαρου είναι μια μικρή, πολύ μικρή πηγή κινηματογραφικής χαράς.

Best of internet