To Vox Lux είναι το αληθινό A Star Is Born της εποχής του, κι είναι τόσο παράξενα σκοτεινό όσο κι αυτή

Είναι μια αλλόκοτη κι υπερβολική ταινία, με την καλή και με την κακή έννοια

Πέρυσι, το 2018, παρακολουθήσαμε το κινηματογραφικό ξεδίπλωμα μιας παραδοσιακής εμμονής της πολιτιστικής βιομηχανίας με το ίδιο το προϊόν της: τη δημοσιότητα. Πάντα είχαμε ταινίες για stars του σινεμά και της μουσικής, αλλά η περσινή χρονιά τίναξε τη μπάνκα στον αέρα. Οι δύο πιο διάσημες τέτοιες ταινίες, το A Star Is Born και το Bohemian Rhapsody, άντλησαν το υλικό τους από την ίδια τη βαθιά μυθολογία της λαϊκής κουλτούρας, ποντάροντας στην τρομερή οικειότητα του κοινού μ’ αυτές τις εκδοχές της δημοσιότητας: τις ελεγχόμενα «τραγικές» ιστορίες των ηρώων τους, από την (κυριολεκτικά) χιλιοπαιγμένη εκδοχή του A Star Is Born έως την χιλιοτραγουδισμένη εκδοχή των Queen και του Freddie Mercury. Βέβαια, κι οι δύο αυτές ταινίες εναρμονίζονταν πλήρως με την εικόνα που θέλει να κατασκευάζει η ίδια η πολιτιστική βιομηχανία για τον εαυτό της. Ήταν safe, crowdpleasing, χωρίς τίποτα αληθινά περιπετειώδες, αλλόκοτο ή σκοτεινό – χωρίς δηλαδή εκείνα τα στοιχεία που κάνουν την ίδια την pop κουλτούρα αυτό το παράξενα λαμπερό και θανατερό πράγμα που γνωρίζουμε.

Στον αντίποδα αυτών των δύο αφηγήσεων βρίσκεται το Vox Lux, το οποίο κυκλοφόρησε αυτήν τη βδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Πριν προχωρήσουμε, ας πω το εξής: είχα φροντίσει να μην παρακολουθήσω τίποτα γι’ αυτήν την ταινία πριν την δω. Ούτε το trailer, ούτε την πλοκή, ούτε τίποτα. Μου αρκούσε μια τυφλή εμπιστοσύνη στο εντυπωσιακό πλην παράξενο μείγμα των συντελεστών της. Ξέραμε ότι θα είναι μια ταινία για μια pop star που την υποδύεται η Natalie Portman. Ξέραμε ότι στο σκηνοθετεί ο Brady Corbet, ο οποίος έπειτα από μια υποκριτική σταδιοδρομία τόσο σε υπέροχα αμερικάνικα indie δράματα (όπως το Thirteen της Catherine Hardwicke και το Mysterious Skin του Gregg Araki) όσο και σε ταινίες μεγάλων Ευρωπαίων δημιουργών (όπως το αμερικάνικο Funny Games του Michael Haneke και το Melancholia του Lars von Trier), έκανε πριν από τρία χρόνια το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το συνταρακτικό και δυστυχώς σχεδόν απαρατήρητο The Childhood of a Leader. Παράλληλα, ξέραμε ότι τη μουσική της ταινίας θα έγραφαν ο σπουδαίος Scott Walker (που έφυγε, όλως τυχαίως, χτες από τη ζωή) κι η Sia, γεγονός το οποίο θα τραβούσε από μόνο του την προσοχή μας ό,τι κι αν ήταν το Vox Lux.

Για να μην τα πολυλογούμε, το Vox Lux είναι μια ταινία που μπορεί να σε σοκάρει ήδη από το σημείο μηδέν της αν δε γνωρίζεις τίποτα για την ιστορία που θέλει να διηγηθεί. Βρισκόμαστε στο προ-αποκαλυπτικό 1999, κι η ηρωίδα της ταινίας, η 14χρονη Celeste (την υποδύεται εξαιρετικά η Raffey Cassidy του Ιερού Ελαφιού), πηγαίνει στο σχολείο όπου σε λίγο πρόκειται να πραγματοποιηθεί μια εξαιρετικά σκληρή και βάναυση ένοπλη δολοφονική επίθεση από έναν συμμαθητή της. Είναι μια σκηνή που επιτίθεται στον θεατή με ό,τι έχει και δεν έχει, δίνοντας πάσα στα αναλυτικά credits που ακολουθούν με το γαλήνιο ρολάρισμά τους επί της οθόνης. ΟΚ, λοιπόν, ταινία – έχεις την προσοχή μου. Έπειτα, η Celeste πρόκειται να γράψει ένα τραγούδι για την εμπειρία που παραλίγο να της στερήσει τη ζωή, το οποίο θα αποτελέσει το εισιτήριο στην μουσική βιομηχανία, ξεκινώντας έτσι μια ξέφρενη ανοδική πορεία προς τον πλανήτη της δημοσιότητας – για να τη συναντήσουμε κάμποσα χρόνια αργότερα, με την Natalie Portman στο ρόλο, όταν ετοιμάζεται για ένα εντυπωσιακό comeback που σημαδεύεται από άλλη μια ανθρώπινη τραγωδία.

Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ταινιών που αφορούν τη ζωή των stars και, σε δεύτερο επίπεδο, την επεξεργασία του ίδιου του φαινομένου του stardom, το Vox Lux αποδεικνύεται γενναίο ως προς τη φιλοδοξία του. Αν εστιάζει σε μια προσωπική τραγική ιστορία, το κάνει στο βαθμό που η ένταση και η αλήθεια της αποκαλύπτει τον εξωτερικό (δηλαδή ιστορικό) και εσωτερικό (δηλαδή συναισθηματικό) κόσμο της λυτρωτικής κι αιματηρής θρησκείας της δημοσιότητας. Ήδη στο Childhood of a Leader ο Corbet είχε στρέψει το βλέμμα του με τρομερή ακρίβεια και δεινότητα στο μικρο-επίπεδο του φασισμού, στην μοριακή γέννησή του φασιστικού φαινομένου μέσα στην οικογένεια και το στοίχειωμα του μέλλοντος στον 20ό αιώνα από την φασιστική εμπειρία. Τώρα, εδώ, ο Corbet στρέφεται προς την μεταμοντέρνα μαζική κουλτούρα του ύστερου καπιταλισμού, η οποία στοιχειώνεται από τα χαμένα μέλλοντα που είχε υποσχεθεί η νεωτερικότητα (όπως μας έδειξαν τα αποκαλυπτικά γραπτά του Mark Fisher πάνω στο θέμα) και κατασκευάζει κυνικά ένα αιώνιο παρόν όπου όλα είναι συναρπαστικά αλλά τίποτα δεν έχει αληθινά νόημα. Φυσικά, αναπαριστώντας τη λάμψη και το θάνατο σαν ενδημικά στοιχεία αυτής της μαζικής κουλτούρας, το Vox Lux στρέφει την κριτική ματιά του προς την κρεατομηχανή του θεάματος που από την μία πλευρά βάζει ανθρώπους κι από την άλλη πλευρά βγάζει προϊόντα. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Ο Corbet δεν ενδιαφέρεται τόσο για την καταγγελιολογία, όσο για την επεξεργασία της superstar δημοσιότητας ως μυθική επένδυση του κόσμου, ως μια μορφή επαναμάγευσης του κόσμου. Μέσα από την ταυτόχρονη διαδικασία λατρείας και απανθρωποποίησης, οι stars σαν την Celeste ξεπροβάλλουν ως μεσολαβητές ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, όπως έγραφε ο συγγραφέας Edgar Morin όταν σχολίαζε το φαινόμενο.

Κατά μία έννοια, οι ίδιοι οι συνθέτες της μουσικής του Vox Lux γίνονται οι προβολείς που φωτίζουν τον πυκνό και συναρπαστικό θεματικό του πλούτο. Από τη μία πλευρά, ο σπουδαίος Scott Walker, στο τρίτο του soundtrack μετά το Pola X του Leos Carax και το προαναφερθέν Childhood of a Leader, είναι μια από τις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις της μεταπολεμικής μαζικής κουλτούρας. Ήταν ο άνθρωπος που έφερε το μέσα έξω στην λαϊκή μουσική, εκείνος που ξεκίνησε από νεανικό pop είδωλο για να γίνει ο πιο συναρπαστικός avant-garde μουσικός αυτού του αιώνα, φτάνοντας στα δημιουργικά τους άκρα και τις δύο πλευρές αυτού του φάσματος, δημιουργώντας εν τέλει μια μοναδική, τρομακτικά έντονη μουσική γλώσσα που δεν έδειχνε κανένα έλεος και την ίδια στιγμή έδειχνε όλο το έλεος του κόσμου. Παράλληλα, η Sia έχει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πορείες που έχουμε συναντήσει την τελευταία δεκαετία, γράφοντας τραγούδια για pop stars πριν επαν-επινοήσει κι η ίδια τον εαυτό σαν μια ταυτόχρονα οικεία κι ανοίκεια pop φιγούρα της mainstream μουσικής. Διαγράφοντας τέτοιες, αλλόκοτες κι απρόβλεπτες τροχιές, ο Scott Walker κι η Sia αντιπροσωπεύουν σε μεγάλο βαθμό τις καλειδοσκοπικές διαθλάσεις της pop κουλτούρας που επεξεργάζεται το Vox Lux, φέρνοντας την λαϊκή μουσική τόσο κοντά στην μυθική δημιουργία. Το γεγονός, μάλιστα, ότι η μουσική του Vox Lux συνιστά το άτυπο καλλιτεχνικό αντίο του Scott Walker, ενός από τους πιο αγαπημένους μου μουσικούς, καθιστά την ταινία ιδιαίτερα συγκινητική κι αιχμηρή για μένα.

Η ιστορία της Celeste, με όλες τις θεματικές διαθλάσεις που σκιαγραφήσαμε παραπάνω, συνοδεύεται από την παράξενη, μεθυστική αφήγηση του Willem Dafoe. Απαγγέλοντας ένα σχεδόν απόκοσμα ψυχρό κείμενο, η φωνή του Dafoe συνιστά την αόρατη άγκυρα που αποτρέπει το Vox Lux από το να ξεφύγει εντελώς. Μ’ έναν τρόπο, αυτή η αφήγηση προσφέρει την απαραίτητη αποστασιοποίηση για να μην μας ρουφήξει εντελώς η ιστορία της Celeste, θυμίζοντάς μας πως πρόκειται για μια μικρή προσωπική στιγμή μέσα σε μια μεγάλη κοινωνική διαδικασία. Είναι μια υπενθύμιση ότι χρειαζόμαστε συνεχώς ένα ιστορικό contextualisation, μια επανασύνδεση με την μεγάλη ιστορική εικόνα, πόσο μάλλον σε μια φρενήρη εποχή και μια φρενήρη ταινία σαν αυτήν. Στο απέναντι άκρο αυτής της ψυχραιμίας, συναντούμε την υπερφιλόδοξη και χαοτική οπτική γλώσσα του μόλις 30χρονου Corbet, o οποίος σαφέστατα φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν κρίκο στην αλυσίδα των μεγάλων Αμερικάνων δημιουργών, με τους φόρους τιμής στον Stanley Kubrick και τον Paul Thomas Anderson να βγαίνουν συνεχώς στην επιφάνεια, συναντώντας την αφιέρωση στον Jonathan Demme που έφυγε από τη ζωή στο 2017 και ρουφώντας μια τζούρα από το πλουσιοπάροχο μελόδραμα της χρυσής χολιγουντιανής εποχής.

Αυτή η υπερφιλοδοξία, μάλλον, είναι που οδηγεί τον Brady Corbet στο να χάσει τόσες πολλές φορές τον έλεγχο της ταινίας του. Ειδικά στο δεύτερο μισό της, η ταινία αποσυντονίζεται κι αποσυναρμολογείται, με την σχεδόν μόνιμα καταπληκτική Natalie Portman να αποτελεί εδώ εν τέλει ένα από τα αδύναμα στοιχεία του Vox Lux. Ας είμαστε σαφείς: ο Corbet είναι ένας αληθινά απρόβλεπτος και περιπετειώδης δημιουργός, και το Vox Lux είναι μια αληθινά παράξενη κι έντονη ταινία. Κάποιες φορές, αυτός ο χαρακτήρας της ταινίας λειτουργεί εναντίον της. Κάποιες άλλες, την καθιστά μια αυθεντικά συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία. Ακόμα κι αν κάποιος θεωρήσει αποτυχημένο το πείραμα του Vox Lux, είναι μάλλον δύσκολο να μην τον στοιχειώσουν κάποιες από τις εικόνες και τους ήχους του. Σε τελική ανάλυση, το Vox Lux είναι μια αυθεντική ταινία του αιώνα της – κι είναι τόσο νοσηρή, λαμπερή, σκοτεινή και συναρπαστική όσο κι αυτός.

Best of internet