Αν νομίζετε ότι ο Barry Jenkins έκανε καλή δουλειά με το Moonlight, περιμένετε μέχρι να δείτε το If Beale Street Could Talk

Ο οσκαρικός σκηνοθέτης μεταφέρει υπέροχα τον James Baldwin στη μεγάλη οθόνη

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

26 Φεβρουαρίου 2019

Λοιπόν, ναι, έχουμε κουραστεί να μιλάμε για Όσκαρ αυτές τις μέρες, αλλά εδώ μας είναι σχετικά απαραίτητο – συγχωρέστε μας. Υπάρχει μια τυπολογία νικητών Όσκαρ κι υπάρχει και μια λογική στην απονομή των βραβείων. Όπως γράφαμε μόλις χτες, η απονομή των Όσκαρ είναι μια σύνοψη, ένα στιγμιότυπο μιας πολιτισμικής στιγμής. Ένα ρεζουμέ του πώς βλέπει τον εαυτό της η βιομηχανία του σινεμά σε συνάρτηση με το ευρύτερο πολιτισμικό κλίμα της εποχής. Το 2016, ας πούμε, όταν το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας δόθηκε στο Moonlight του Barry Jenkins, η βαθύτερη λογική της απόφασης ήταν σαφής. Ναι, η ταινία ήταν πολύ ωραία – αλλά επικοινωνούσε επίσης και μ’ ένα πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον που έσπρωχνε ακόμα και τα πιο συντηρητικά κομμάτια της κινηματογραφικής βιομηχανίας στο να την αναδείξουν ως αυτό που ήταν πράγματι: μια πολύ καλή μαύρη queer ταινία που έπρεπε να ακουστεί και να ιδωθεί.

Δεδομένου ότι η προηγούμενη ταινία του Jenkins, το Medicine For Melancholy του 2008, είχε πάρει καλές κριτικές αλλά σχεδόν καθόλου διανομή, ο σκηνοθέτης αντιμετωπίστηκε ντε φάκτο ως πρωτοεμφανιζόμενος. Ήταν 37 χρονών, είχε μια οσκαρική ταινία φαινομενικά απ’ το πουθενά στα χέρια του και πλέον θα μπορούσε να επιλέξει με μεγάλη δημιουργική ελευθερία το τι θα κάνει από εδώ και πέρα. Και, πράγματι, ο Jenkins επέλεξε. Μετέφερε τον σπουδαίο μαύρο συγγραφέα James Baldwin στη μεγάλη οθόνη με το If Beale Street Could Talk, ενώ παράλληλα ετοιμάζει μια σειρά βασισμένη στο μυθιστόρημα The Underground Railroad του Colson Whitehead (μια ιστορία μαύρων σκλάβων στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα) και μια ταινία για τη ζωή της σύγχρονης μαύρης πυγμάχου Claressa Shields.

Τις προηγούμενες μέρες, λοιπόν, το If Beale Street Could κυκλοφόρησε επιτέλους στις κινηματογραφικές αίθουσες, δύο και βάλε μήνες μετά την αμερικάνικη πρεμιέρα του, ενώ στα προχτεσινά Όσκαρ ήταν υποψήφιο για διασκευασμένο σενάριο, πρωτότυπη μουσική και β’ γυναικείο ρόλο – με την Regina King να κερδίζει πανηγυρικά στην τελευταία κατηγορία. Η ταινία, πατώντας γερά αλλά και με χάρη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Baldwin, τοποθετείται στο νεοϋορκέζικο Harlem των 70s, όπου η 19χρονη Tish κι ο 22χρονος Fonny, μεγαλωμένοι στην ίδια μαύρη γειτονιά, προσπαθούν να μοιραστούν τον έρωτά τους την ώρα που το πολύπλοκο πλέγμα φυλετικών, ταξικών και έμφυλων καταπιέσεων στέκεται εμπόδιο ακόμα και στην ίδια την δυνατότητά τους να αναπνεύσουν. Ο Fonny βρίσκεται στη φυλακή, κατηγορούμενος άδικα για βιασμό, ενώ η Tish επιχειρεί να αποδείξει την αθωότητά του πριν τη γέννηση του παιδιού τους.

Αν η πολιτισμική συγκυρία του Moonlight μας έδειχνε την ανάγκη ορατότητας της νέας μαύρης κουλτούρας σε επίπεδο ευρείας αποδοχής και αναγνώρισης, τρία χρόνια μετά η επιτακτικότητα αυτής της ανάγκης είναι μάλλον πιο ξεκάθαρη ακόμα. Ακόμα κι ένα πολύ πρόχειρο ξύσιμο της επιφάνειας κάτω από το Όσκαρ του Moonlight θα αποκάλυπτε έναν τεράστιο αστερισμό σύγχρονης μαύρης εκφραστικότητας που βρίσκεται στην αιχμή του πειραματισμού για μεγάλα ακροατήρια. Επιπλέον, αυτή η αναγέννηση της μαύρης κουλτούρας δεν ήρθε, προφανώς, μέσα σε ιστορικό κενό. Αυτό το New Black Wave της τελευταίας δεκαετίας αναδύθηκε σε συνάρτηση με την ίδια την ενδυνάμωση του μαύρου κινήματος σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο: την εξέγερση του Ferguson και την εξέγερση της Βαλτιμόρης, το Black Lives Matter και το Hands Up Don’t Shoot. Κι αν, για παράδειγμα, ο Donald Glover φλερτάρει με τον κυνικό αφρο-πεσιμισμό στο Atlanta κι ο Boots Riley φλερτάρει με τον πολιτικό αφρο-σουρεαλισμό στο Sorry to Bother You, ο Barry Jenkins στο Beale Street προτείνει έναν διαφορετικό δρόμο για την μαύρη κινηματογραφική έκφραση του 2019.

Δεδομένου ότι ο Jenkins επικοινωνεί με το πνεύμα του Baldwin σε κάθε frame του Beale Street, η δική του μαύρη εκφραστική αυτοτέλεια έρχεται μέσα από τη σύνδεση με το ίδιο το παρελθόν του μαύρου λαϊκού μοντερνισμού του 20ού αιώνα. Μέσα σ’ αυτήν την παράδοση, φυσικά, βρίσκονται το Harlem Renaissance και η jazz έκρηξη του μεσοπολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου, η κλασική λογοτεχνία της Civil Rights περιόδου (σημειωτέον πως μέσα στη χρονιά έρχεται κι άλλη κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού Native Son του Richard Wright), το Black Arts Movement και το θρασύ πολιτικοποιημένο blaxploitation του ’60 και του ’70 και φυσικά η σχεδόν 40ετής πλέον πορεία του hip hop – μεταξύ πολλών άλλων. Ο Jenkins, βέβαια, κάνει πολύ προσεκτικές αισθητικές επιλογές προκειμένου να δημιουργήσει μια απολύτως συνεκτική αισθητική εμπειρία που να είναι ταυτόχρονα πλήρως ιστορικοποιημένη αλλά να ανήκει και σε ένα δικό της, διακριτικό καλλιτεχνικό σύμπαν εικόνων, ήχων και λέξεων. Και ναι, εδώ ο James Baldwin είναι σταθερά το κλειδί, αποτελώντας ταυτόχρονα έναν συγγραφέα που με έχει επηρεάσει πολύ προσωπικά κι έχει αποκτήσει μια νέα σύγχρονη ορμή έπειτα κι απ’ το υπέροχο I’m Not Your Negro του Raoul Peck από το 2016.

Όντας ένας μαχητικός queer μαύρος συγγραφέας, ο Baldwin κατέγραψε μια λογοτεχνική και πολιτική πορεία στενά συνδεδεμένη με το μαύρο κίνημα και βαθιά σημαδεμένη από μια θαρραλέα διεκδίκηση δημοσιότητας, ορατότητας και παρρησίας. Τα μυθιστορήματά του μπορούν να διαβαστούν ως πολιτικά κείμενα, ως τέχνη διαμαρτυρίας. Παράλληλα, όμως, αυτή η δημόσια παρρησία στο έργο του συνδεόταν και με μια βαθιά προσωπική, εσωτερική, εύθραυστη μελαγχολία – συχνά με την μορφή ανυπέρβλητων εσωτερικών ορίων που στραγγίζουν την ψυχή από ενέργεια, ακόμα κι αν ο πολιτικός αγώνας μαίνεται και πηγαίνει γαμιώντας. Ναι, ο Baldwin βάζει μια μεγάλη πέτρα στο οικοδόμημα της μαύρης δύναμης, αλλά όπως κάθε δύναμη έτσι κι αυτή υψώνεται πάνω από το πιο εύθραυστο ανθρώπινο υλικό: το τσακισμένο πνεύμα και το στιγματισμένο σώμα. Αυτή η συγκλονιστική αντινομία στο περιεχόμενο του έργου του Baldwin, όπως το διαβάζω εγώ τουλάχιστον, παράγει ταυτόχρονα μια αισθητική και μια αισθαντικότητα, την οποία ο Jenkins πιάνει γερά και κρεμιέται πάνω της σα να εξαρτάται η ζωή του από αυτό.

O Jenkins προσεγγίζει, λοιπόν, αυτήν την ιδιαίτερη υφή του Baldwin με ένα εκλεκτικίστικο κινηματογραφικό τρόπο στο Beale Street. Η ταινία αναζητάει μια αυτόνομη κινηματογραφική έκφραση και αισθητική, αλλά την αναζητάει με τρόπο διαλεκτικό και διακειμενικό. Όσο εντοπίζουμε τον παρουσία των μεγάλων μαύρων δημιουργών, άλλο τόσο βλέπουμε ξεκάθαρα το ποιητικό ασιατικό σινεμά του Wong Kar-Wai (τον οποίο εμφανώς λατρεύει ο Jenkins) ή την επιρροή των κλασικών λευκών χολιγουντιανών μελοδραμάτων του Douglas Sirk και των μετέπειτα tributes σαν του Rainer Werner Fassbinder και του Todd Haynes (με εμφανείς συνδέσεις προς την queer αισθητική). Με εργαλεία σαν κι αυτά, ο Jenkins (από κοινού με τον σταθερό φωτογράφο του, James Laxton, και τον σταθερό συνθέτη του, Nicholas Britell) επιχειρεί να δημιουργήσει ένα δικό του είδος υπέροχα μπασταρδεμένου pure cinema, όπου η οπτική γλώσσα έχει μια μη-λεκτική πλουσιοπάροχη αμεσότητα, γενναιόδωρη σε συναισθήματα και ιδέες.

Ναι, παρόλο που το Beale Street λέει μια πολύ απλή ιστορία, η φιλοδοξία του είναι πολύ μεγάλη. Στοχεύει σε μια μελαγχολική πλην μαχητική ποίηση, η οποία θέλει επίσης να κουβαλήσει σε κάθε εικόνα, ήχο και λέξη της ολόκληρο το βάρος της μοντέρνας μαύρης εμπειρίας. Όπως διαβάζουμε και στην ίδια την φωτεινή επιγραφή της ταινίας: «Every black person born in America was born on Beale Street». Αυτή η αίσθηση του βάρους είναι κυρίαρχη στην ταινία του Jenkins, κι είναι μάλλον αυτό το βάρος που την κάνει να δυσκολεύεται να αναπνεύσει, να νιώσει ανάλαφρη μέσα στην οπτική και ηχητική ομορφιά της. Το Beale Street κουβαλάει αυτό το βάρος με μια υπερβατική θρησκευτικότητα (σαφέστατα οικεία στον Baldwin, όπως γνωρίζουμε από το πρώτο, αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα), αλλά κάθε τόσο μοιάζει πραγματικά να κομπιάζει. Ή, μάλλον, να αποδέχεται την αδυνατότητά του εγχειρήματός του – σχεδόν όπως ο ίδιος ο Fonny μοιάζει παραιτημένος παρότι βέβαιος για την αθωότητά του. [Ας σημειώσουμε παρενθετικά πως για το πολιτικό context της κατηγορίας του ήρωα για βιασμό αξίζει να διαβάσει κανείς τα φεμινιστικά γραπτά της Angela Davis για τον «μύθο του μαύρου βιαστή».]

Φυσικά, τα προβλήματά που προκύπτουν απ’ την φιλοδοξία της ταινίας γίνονται εμφανή μέσα από συγκεκριμένες κινηματογραφικές επιλογές. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η σχεδόν ιλαρή ποιότητα κάποιων ερμηνειών. Ένα άλλο πρόβλημα είναι το αμήχανο στρίμωγμα ενός ολόκληρου subplot που διαδραματίζεται στο Πουέρτο Ρίκο. Ας είναι. Το If Beale Street Could Talk ενίοτε ξεφεύγει από τον έλεγχο του Jenkins, αλλά η ταινία είναι συγκλονιστική. Ανάμεσα στα υπόλοιπα, έχει μια από τις καλύτερες σκηνές σεξ και μια από τις καλύτερες σκηνές διαλόγου που έχουμε δει τα τελευταία πολλά χρόνια στη μεγάλη οθόνη. Συνολικότερα, όμως, ανάθεμα κι αν μπορεί να βρει κανείς σήμερα στο σινεμά μια ταινία τόσο μεθυστική όσο το If Beale Street Could. Ενίοτε μεθάει κι η ίδια ακόμα από την ένταση των αρωμάτων και των χρωμάτων και των ήχων της, αλλά πως σκατά να την αδικήσεις; Η ταινία αυτή, φίλες και φίλοι, είναι ένας μελαγχολικός κήπος κινηματογραφικών απολαύσεων.

Best of internet