We Take Berlin: Προσπαθήσαμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στο αδιανόητο We Are Little Zombies, μιλώντας με τον δημιουργό του

Φανταστείτε ένα ψυχεδελικό videogame μιούζικαλ, και πάλι δεν είστε ακόμα εκεί

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

13 Φεβρουαρίου 2019

Λοιπόν, ΟΚ, υπάρχουν κάποια πράγματα που περιγράφονται – κι υπάρχουν κάποια άλλα πράγματα που είναι πραγματικά δύσκολο να περιγραφούν. Το σινεμά είναι γεμάτο κι από τα δύο. Από την μία πλευρά, μπορεί κι η πιο απλή ιστορία (απ’ αυτές που χωράνε μέσα σε δυο φράσεις), φτιαγμένη από τα πιο κοινότοπα υλικά, να προκαλέσει μια αληθινά υπερβατική εμπειρία στους θεατές της. Από την άλλη, ε, μπορεί ένα περιπετειώδες πειραματικό κινηματογραφικό ταξίδι να σε κάνει να ξεχάσεις που βρίσκεσαι, ποιος είσαι, τι κάνεις – ή και να αμφισβητήσεις τις ίδιες τις αρχές της πραγματικότητας γύρω σου. Αν αυτό το ταξίδι μάλιστα συνοδεύεται από ψυχεδελικη, πολύχρωμη, καλειδοσκοπική ιαπωνική ποπ, τόσο το καλύτερο για όλους μας.

Ναι, εδώ στο Φεστιβάλ Βερολίνου όπου βρισκόμαστε, αγαπητές φίλες και φίλοι, είδαμε μεταξύ άλλων ένα φαντασμαγορικό πράμα που ονομάζεται We Are Little Zombies. Η αλήθεια είναι ότι ήδη το είχαμε μπανίσει και το περιμέναμε στη γωνία, αφού είχαμε διαβάσει υπέροχα πράγματα για την προβολή του στο φεστιβάλ του Sundance λίγες βδομάδες νωρίτερα. Αυτό που είδαμε, βέβαια, δεν ήταν αυτό που περιμέναμε: ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο, πολύ πιο έντονο, πολύ πιο παραισθησιογόνο. Ήταν ένα σκέτο τριπ – κυρίως με την καλή έννοια, αλλά περιστασιακά και με την κάπως, εχμ, περίεργη.

Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του 35χρονου Makoto Nagahisa, ο οποίος μέχρι τώρα είχε σκηνοθετήσει πολλά διαφημιστικά spots, κάμποσα music videos και μία ταινία μικρού μήκους, αφηγείται την ιστορία τεσσάρων ορφανών παιδιών στην Ιαπωνία που έχασαν πρόσφατα τους γονείς τους αλλά αδυνατούν να εκφράσουν έστω και στον ελάχιστο βαθμό τα συναισθήματά τους. Στο μεταξύ, όμως, φτιάχνουν μια μπάντα. Μια γα μά τη μπάντα. Και καθώς γίνονται pop stars, αρχίζει και το μεγάλο ταξίδι στον συναισθηματικό τους κόσμο. Ναι, το We Are Little Zombies είναι μια ταινία για το πένθος, τη διαχείριση του τραύματος και την αναζήτηση της συναισθηματικής αυθεντικότητας – αλλά φτάνει σ’ αυτά μέσω μιας αδιανόητης φαντασμαγορίας που μοιάζει με ένα γιγάντιο λούνα παρκ με LSD, ένα ψυχεδελικό videogame μιούζικαλ. Ένα τριπ, όπως είπαμε και πριν, που μοιάζει σαν να έβαλε σκοπό να ενώσει το Final Fantasy με τον Franz Kafka.

Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για μια παράξενη ταινία. Στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι συναρπαστικά διασκεδαστική. Κάποιες φορές, γίνεται δύστροπα και αλλόκοτα φλύαρη – ακόμα και για δυνατούς αβανγκάρντ λύτες. Αν μη τι άλλο, όμως, καταφέρνει να προτείνει μια καινοτόμα κινηματογραφική γλώσσα, η οποία κολυμπάει στην χαοτικό μεταμοντέρνο χυλό της εποχής της σαν το ψάρι μέσα στο νερό – χωρίς όμως να χάνει ποτέ την συναισθηματικά ειλικρινή της πυξίδα. Είναι ένα αυθεντικά πειραματικό φιλμ, όχι ως κουρασμένη ανακύκλωση του πειραματισμού του ’60 και του ’70 (όπως δηλαδή κάνει η πλειοψηφία της σύγχρονης κινηματογραφίας που θέλει να λογίζεται ως πειραματική), αλλά με έναν αληθινά περιπετειώδη και ουσιαστικά σύγχρονο τρόπο.

Δεν θα πούμε ψέματα. Μας ενθουσίασε αυτή η ταινία. Μας ιντρίγκαρε. Μας τα ‘σκασε. Γι’ αυτό, λοιπόν, χαρήκαμε ιδιαιτέρως όταν καταφέραμε να κλείσουμε μια συνέντευξη με τον σκηνοθέτη της, Makoto Nagahisa, αλλά κι έναν εκ των πιτσιρικάδων πρωταγωνιστών της, τον 12χρονο Keita Ninomiya. Έτσι, βρεθήκαμε μαζί τους στην Berlinale και συζητήσαμε για το σινεμά, τα videogames, τον Kafka. Διαβάστε την συζήτηση μας παρακάτω και, στ’ αλήθεια, μην χάσετε αυτήν την ταινία αν τυχόν βρεθεί στο δρόμο σας.

Θα ήθελα να ξεκινήσουμε όπως αρχίζει κι η ταινία. Αρχίζει με τραγωδία, με τραύμα, με πένθος. Βρίσκεις ότι ο ανθρώπινος πόνος χρειάζεται κωμωδία και φαντασμαγορία;

Makoto Nagahisa: Ακριβώς, έτσι νιώθω. Προκείμενου να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα, ή προκειμένου να αποφύγεις να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα, χρειάζεσαι χιούμορ και αντικειμενικότητα και μηδενισμό. Οπότε ήθελα να το εκφράσω και οπτικά αυτό το πράγμα.

Η ταινία εξελίσσεται πολύ γρήγορα σε μια εξτραβαγκάνζα. Μερικές φορές μοιάζει με οπτική και ηχητική επίθεση στις αισθήσεις. Τι επηρέασε τα χρώματα και τους ήχους σου;

Makoto Nagahisa: Μιας και έπαιζα τζαζ στο παρελθόν και θα ήθελα γενικά να είμαι μουσικός, μου αρέσει να σκέφτομαι την ταινία ολόκληρη ως μια δίωρη όπερα. Ήταν κάτι που είχα κατά νου όσον αφορά την δομή της. Ως προς το οπτικό στυλ, δούλευα για 12 χρόνια στη διαφήμιση, επηρεάστηκα πολύ από τον ρυθμό και το μοντάζ της διαφήμισης.

Είμαι αλήθεια περίεργος: πόσο καλά περάσατε γυρίζοντας την ταινία;

Keita Ninomiya: Όταν έπαιζα με ενήλικες ηθοποιούς σε προηγούμενες ταινίες, μελετούσα συνεχώς ό,τι συνέβαινε γύρω μου ώστε να μάθω νέα πράγματα. Τώρα, όμως, που έπαιζα με άλλα παιδιά της ηλικίας μου, πέρασα πάρα πολύ όμορφα! Επίσης, για πρώτη φορά, όχι μόνο έπαιζα αλλά τραγουδούσα κιόλας! Ήταν δύσκολο αλλά και πολύ διασκεδαστικό.

Makoto Nagahisa: Ολόκληρη η διαδικασία ήταν τρομερά διασκεδαστική. Όταν δούλευα στην διαφήμιση, απλά μετέφραζα μηνύματα άσχετα με μένα σε οπτική γλώσσα. Εδώ έκανα αυτό που επιθυμούσα εγώ κι έφτιαχνα τα δικά μου μηνύματα. Ήταν υπέροχο ότι φτιάξαμε αυτήν την ταινία μαζί με τόσους πολλούς ανθρώπους.

Μου φάνηκε ότι η έκφραση των συναισθημάτων είναι πολύ κεντρική στην ταινία. Ήταν για σας μια συναισθηματικά απελευθερωτική εμπειρία;

Keita Ninomiya: Στην αρχή, μου φαινόταν πως ο χαρακτήρας μου ήταν πολύ στενάχωρος. Μετά, όμως, πιστεύω ότι κατάφερα να εκφράσω το συναισθηματικό του ταξίδι και το δέσιμό του με τα άλλα παιδιά.

Makoto Nagahisa: Ήταν συνολικά μια συναρπαστική εμπειρία. Έπρεπε όμως ταυτόχρονα να κρατάω και μια απόσταση, να έχω μια αντικειμενικότητα. Αυτό που με απελευθέρωσε περισσότερο συναισθηματικά πάντως ήταν ο ήχος κι η μουσική της ταινίας.

Ανέλαβες εσύ όλον τον ήχο της ταινίας;

Makoto Nagahisa: Ναι, τα πάντα, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο.

Συχνά το δυτικό κοινό τείνει να φετιχοποιεί την ιαπωνική ποπ κουλτούρα. Ήταν κάτι που σκεφτόσουν καθώς έφτιαχνες την ταινία;

Makoto Nagahisa: Η αλήθεια είναι πως δεν σκεφτόμουν ότι η ταινία θα έφτανε σε ένα διεθνές ακροατήριο. Μ’ αυτήν την έννοια, δεν με προβλημάτισε ιδιαίτερα το πώς θα την δει κόσμος από άλλες χώρες. Παράλληλα, βέβαια, υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα «αφύσικο» στην ίδια την ιαπωνική ποπ κουλτούρα.

Τεχνολογία και ψυχαγωγία είναι πάντα δεμένες μεταξύ τους, κι η ταινία σου επιχείρησε να πειραματιστεί και με τα δύο αυτά πεδία. Πρόσφατα, για παράδειγμα, το Black Mirror πειραματίστηκε με την διαδραστική αφήγηση. Μοιάζεις κι εσύ να ενδιαφέρεσαι να δοκιμάσεις τα όρια της σχέσης τεχνολογίας και ψυχαγωγίας…

Makoto Nagahisa: Ναι, οπωσδήποτε θέλω να δοκιμάσω τα όρια του μέσου. Λατρεύω να πηγαίνω στο σινεμά, γιατί το να πηγαίνεις σινεμά είναι μια πολύ ζωντανή κατάσταση. Θα ήθελα να μεταφέρω αυτήν την πραγματική ζωντάνια της εμπειρίας και στην μεγάλη οθόνη. Θα ήθελα, επιπλέον, να γίνει κι ο ήχος μιας ταινίας κάτι που βιώνεται αποκλειστικά μέσα στην σκοτεινή αίθουσα. Το Netflix πειραματίζεται μεν, αλλά σε μικρή κλίμακα. Εγώ θέλω να χρησιμοποιήσω διαφορετικά μέσα για διαφορετικά πειράματα.

Η αλήθεια είναι δεν πειραματίστηκες μόνο οπτικά, αλλά και αφηγηματικά, ενσωματώνοντας μια video game μορφή εξιστόρησης. Βρίσκεις ότι περιοριστική την παραδοσιακή κινηματογραφική αφήγηση;

Makoto Nagahisa: Μου φαίνεται ότι ο κινηματογράφος των τελευταίων χρόνων, κι ειδικά στην Ιαπωνία, γίνεται όλο και λιγότερο συναρπαστικός ή περιπετειώδης. Το φορμάτ του παραμένει εντελώς στερεοτυπικό. Πριν από μερικές δεκαετίες, το ιαπωνικό σινεμά ήταν πολύ πειραματικό. Δεν είναι ανάγκη να κατανοήσεις την αφήγηση προκειμένου να αισθανθείς κάτι. Θα ήθελα να το επαναφέρω στο προσκήνιο αυτό το πράγμα.

Μιας και τα video games έχουν έναν σημαντικό ρόλο στην ταινία, τι είδους παιχνίδια σε έχουν επηρεάσει;

Makoto Nagahisa: Πρωτίστως έχω επηρεαστεί από την αισθητική και την αφήγηση των παιχνιδιών ρόλων. Με έχουν επηρεάσει πολύ RPGs σαν το Final Fantasy, το Dragon Warriors, το EarthBound και βέβαια παιχνίδια σαν το Zelda.

Keita Ninomiya: Εγώ όταν έπαιζα δεν το σκεφτόμουν καθόλου σαν video game, αλλά όταν είδα την ταινία ολοκληρωμένη ένιωσα ακριβώς σαν να βρίσκομαι μέσα σε ένα παιχνίδι!

Θα ήθελα να μου πεις και μια κουβέντα για την παρουσία του Franz Kafka στην ταινία, γιατί μοιάζει αρκετά αλλόκοτη…

Makoto Nagahisa: Δεν βρίσκω ότι υπάρχει κάποια ιδιαίτερη επιπλέον σημασία στον Kafka συγκεκριμένα. Μπορείς να μάθεις πράγματα για την ζωή από οτιδήποτε, όπως από αυτόν τον καφέ που πίνουμε τώρα ή από το γεγονός ότι το πρωί που πήγα να μπω στο μετρό είχε χαλάσει το μηχάνημα των εισιτηρίων. Δεν είναι, λοιπόν, ο ίδιος ο Kafka που έχει σημασία. Αλλά όταν επεξεργαζόμουν το συναισθηματικό ταξίδι αυτών των παιδιών, ο Πύργος του Kafka ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό.

Μου έκανε εντύπωση, γιατί θυμήθηκα εκείνη τη στιγμή ότι η αγαπημένη μου κινηματογραφική μεταφορά του Kafka, το A Country Doctor,  είναι επίσης ιαπωνική.

Makoto Nagahisa: Εμένα μου αρέσει πολύ ο Πύργος του Michael Haneke. Αλλά αυτό που με συναρπάζει περισσότερο είναι ότι το ίδιο το μυθιστόρημα έμεινε ανολοκλήρωτο. Αυτό ήταν κάτι που με επηρέασε και στην δομή της ταινίας. Ότι δηλαδή είναι ένα παιχνίδι που συνεχίζεται, αλλά εσύ δεν μπορείς να συνεχίσεις να παίζεις.

Και μια τελευταία ερώτηση: τι είδους ταινία φτιάχνει κανείς μετά από κάτι τόσο έντονο;

Makoto Nagahisa: Κάτι πιο έντονο!

Best of internet