Το «The Favourite» του Γιώργου Λάνθιμου είναι η καλύτερη ταινία του, μέχρι τώρα

Κι είναι γεμάτο σεξ, ψέματα και πολιτικά παιχνίδια

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

31 Ιανουαρίου 2019

Είναι τρομερό: δέκα χρόνια μετά τον Κυνόδοντα, η συζήτηση γύρω από τον Γιώργο Λάνθιμο και το κινηματογραφικό του έργο παραμένει ακόμα ένα πεδίο άκρως ναρκοθετημένο. Αν είχατε κάποιου είδους αμφιβολία γι’ αυτό, αρκεί να ρίξετε μια ματιά στον δημόσιο (ή ημι-δημόσιο, αν μιλάμε για social media) διάλογο γύρω από την νέα ταινία του, το The Favourite, και τον οσκαρικό της θρίαμβο με τις δέκα ολόκληρες φετινές υποψηφιότητες. Από το χτύπημα φλέβας με τον Κυνόδοντα το 2009, ο Λάνθιμος μετατράπηκε συχνά σε ένα είδος εθνικού κινηματογραφικού τοτέμ, η παρουσία του οποίου προσκαλεί είτε την λατρεία είτε την βεβήλωση – με το ίδιο το περιεχόμενο του έργου του να αποκτά μερικές φορές πιο περιφερειακό ρόλο. Ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, η είδηση των οσκαρικών υποψηφιοτήτων έφερε αντιδράσεις που επιβεβαίωσαν την βαθιά συμπλεγματική σχέση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού με τα εθνικά σύμβολα και το ίδιο το σινεμά: από την μία πλευρά αυτοί που έκραζαν, από την άλλη πλευρά αυτοί που πανηγύριζαν.

Κατά μία έννοια, όλο αυτό, πέρα απ’ το ότι διώχνει στο background του δημόσιου διαλόγου την ουσιαστική συζήτηση για το περιεχόμενο του λανθιμικού σινεμά και την πραγματική κατάσταση του ελληνικού σινεμά, επιβεβαιώνει και με έναν εξαιρετικά πυκνό τρόπο μια σταθερή αντινομία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνικής μυθολογίας. Από την μία πλευρά, υπάρχει η σταθερή εμμονή εναντίον των ανώμαλων, έκφυλων, προδοτικών καλλιτεχνών «της αριστεράς» (sic) που έχουν βαλθεί να καταστρέψουν την πατρίδα, την θρησκεία και την οικογένεια. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η θυμοσοφία της Ελλάδας που τρώει τα παιδιά της, που διώχνει τα καλύτερα μυαλά της, τα οποία έπειτα καταφέρνουν να αποδείξουν την αξία τους στο εξωτερικό – όπου με έναν μυθικό τρόπο όλα επιβραβεύονται εν τέλει. Ναι, είναι δύσκολο να κάνεις σοβαρή κινηματογραφική συζήτηση σε ένα περιβάλλον μαγικής σκέψης και φετιχισμού.

Όπως και να ‘χει, η αναμονή για το The Favourite συνοδευόταν από μια σειρά ερωτημάτων. Πρώτον, πότε θα το δούμε στις ντόπιες αίθουσες; Δεύτερον, πώς θα είναι ο Λάνθιμος, για πρώτη φορά μετά την Κινέττα του 2005, χωρίς τον Ευθύμη Φιλίππου στο σενάριο; Τρίτον, πώς θα μπορούσε να μοιάζει το σινεμά του σε μια πιο pop, μαζική εκδοχή; Ας τα απαντήσουμε με την σειρά. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι πως το The Favourite, με τον ελληνικό τίτλο Η Ευνοούμενη, κυκλοφορεί σε περιορισμένες αίθουσες αυτήν την βδομάδα και σε ευρεία διανομή την ερχόμενη, πέντε μήνες μετά την πρεμιέρα της στην Βενετία και κάμποσες βδομάδες αφότου κυκλοφόρησε σε torrents. Όσον αφορά τα επόμενα δύο ερωτήματα, η σύντομη απάντηση είναι πως ο Λάνθιμος τα κατάφερε περίφημα σ’ αυτήν την ταινία, χωρίς τον Φιλίππου και με μια σαφώς πιο μαζική απεύθυνση. Για την ακρίβεια, αν μας ρωτάτε, είναι καλύτερος από ποτέ. Η αναλυτική απάντηση, όπως πιθανώς να φαντάζεστε, ακολουθεί παρακάτω.

Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, που θέλω δηλαδή, θα πρέπει να πω πως συνολικά έχω μια αμφιθυμία απέναντι στο κινηματογραφικό έργο του Λάνθιμου. Για παράδειγμα, ο Κυνόδοντας μου αρέσει πολύ, όπως και το Ιερό Ελάφι, αν και γενικά απέχουν πάααρα πολύ από το είδος του κινηματογράφου που προτιμώ και αγαπώ. Από την άλλη, οι Άλπεις μου φάνηκαν αδιάφορες, ενώ ο Αστακός μου φάνηκε μέτρια ταινία. ΟΚ, τι να κάνουμε, συμβαίνουν αυτά – αλλά αν υπάρχει κάτι που πιθανώς να μας ενδιαφέρει εδώ, αυτό είναι το γιατί. Συνολικά, η μέχρι τώρα προσέγγιση του Λάνθιμου και του Φιλίππου, όντας αγκυροβολημένη εν πολλοίς στην κληρονομιά του Kubrick, του Trier και του Haneke, έτεινε προς έναν κινηματογράφο της διανοητικής άσκησης, της ψυχρότητας, της έλξης προς το πεδίο του συμβολικού με όρους χειρουργικής. Πάντα είχε στο επίκεντρο την ανθρώπινη επαφή, κατά βάση την οικογένεια και την γλώσσα και τον έρωτα, αλλά την μεταχειριζόταν πρωτίστως σαν ένα κλειστό, καταπιεστικό σύστημα προκαθορισμένων λειτουργιών. Φανταζόταν κινηματογραφικά, δηλαδή, την ανθρώπινη επαφή σαν μια συνεχή παραγωγή τεχνολογίας γνώσης και ελέγχου. Για να παραφράσουμε μια ατάκα που μας αρέσει, το σινεμά του Λάνθιμου και του Φιλίππου ενδιαφερόταν για τους αποκλεισμούς, αλλά όχι και τόσο για τους αποκλεισμένους. Κατ’ επέκταση, συχνά οι ταινίες του έμοιαζαν να φλερτάρουν με μια άψυχη μισανθρωπία ή, έστω, μια μελαγχολική αδιαφορία. Όπως γράφαμε όταν συζητάγαμε για το Ιερό Ελάφι: «Το απάνθρωπο εξετάζεται χειρουργικά και ανταλλάσσεται με το αντι-ανθρώπινο. Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού είναι μια ταινία που σκάβει μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία, αλλά δεν ψάχνει να βρει φλέβες, τένοντες και σάρκες. Βρίσκει σύμβολα, μοτίβα, έννοιες – κι έπειτα τα αναπαριστά με μια συγκλονιστική κινηματογραφική γλώσσα». Και, ναι, αυτή η κινηματογραφική γλώσσα ήταν συχνά συγκλονιστική.

Στα χαρτιά, η ιστορία δύο γυναικών (ξαδέρφες μεταξύ τους) που ανταγωνίζονται για την εύνοια της βασίλισσας Άννας στην αγγλική αυλή των αρχών του 18ου αιώνα δεν μοιάζει και τόσο για βούτυρο στο ψωμί του Λάνθιμου. Παρόλα αυτά, περιέργως ίσως, το The Favourite βρήκε έναν εκπληκτικό τρόπο να ενταχθεί στο λανθιμικό κινηματογραφικό σύμπαν. Εντάσσεται, όμως, με έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο, αφού από πολλές έννοιες το The Favourite είναι μια ταινία μεταβάσεων για τον Λάνθιμο, όχι με όρους εγκατάλειψης του παλιού αλλά με όρους ανοίγματος στο καινούριο. Αξιοποιώντας στο έπακρον ένα κείμενο το οποίο δεν έγραψε ο ίδιος, ο Λάνθιμος ανοίγεται κινηματογραφικά στην σχεσιακότητα – πριμοδοτεί για πρώτη φορά ανοιχτά το πεδίο των σχέσεων έναντι του πεδίου των δομών. Το The Favourite είναι μια ταινία ανταγωνισμών και δυναμικών, μια ταινία που αναπνέει και πάλλεται, εκκρίνοντας από παντού σκοτεινό βέβηλο χιούμορ και ανθισμένη οργιαστική αισθητική. Είναι, θα το πούμε, η πρώτη αληθινά ανθρώπινη ταινία του Λάνθιμου – δηλαδή είναι ακριβώς αυτό που θέλαμε από εκείνον.

Αφηγούμενο την ιστορία των τριών αυτών γυναικών (της Άννας, της Σάρα και της Άμπιγκεϊλ), η οποία οριοθετείται κοινωνικο-ιστορικά από την πολιτική εξουσία και την πολεμική μηχανή του αγγλικού κράτους κατά τη διάρκεια ενός από τους πολλούς αγγλο-γαλλικούς πολέμους, το The Favourite σκύβει πάνω από την δυναμική σχέση των τριών ηρωίδων του με όλη την διάθεση για πολυπλοκότητα και εμβάθυνση που συναντήσαμε στο παρελθόν στο Cries and Whispers του Ingmar Bergman ή το 3 Women του Robert Altman. Κι όμως, καταφέρνει ταυτόχρονα να είναι μια εξαιρετικά απολαυστική, αστεία και συναρπαστική ταινία – με την πολιτική να κυριαρχεί, ίσως για πρώτη φορά τόσο έντονα σε ταινία του Λάνθιμου. Από την μία, το The Favourite απηχεί σαφέστατα την προβληματική του φύλου και της σεξουαλικότητας, των φεμινισμών και του MeToo (πράγμα που κατέστη εμφανές κι από τις συνεντεύξεις των συντελεστών της ταινίας), βουτώντας όμως βαθύτατα στην πολύπλοκη σχέση μεταξύ σεξουαλικότητας, αγάπης και εξουσίας, αναζητώντας το πώς ο ερωτισμός συνδέεται με την πολιτική και πώς αυτό παράγει με την σειρά του κύρος και πλούτο. Από την άλλη, η πολιτική του The Favourite γίνεται επίσης μια πολιτική της μάζας. Μπορεί ο φτωχός πληθυσμός της Αγγλίας να παραμένει αόρατος στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, αλλά αυτή η αορατότητά του στοιχειώνει την αυλή με την σιωπηλή δυσαρέσκεια, την υπόρρητη αντίσταση ή την ανοιχτή έκρηξή της – ένα πλήρως σαιξπηρικό μοτίβο. Κινούμενο στο πολιτικό φάσμα ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα, η ταινία του Λάνθιμου φτιάχνει ένα σκοτεινό και διασκεδαστικό μείγμα επιθυμίας, αποσταθεροποίησης, φάρσας, θεατρικού παιχνιδιού κι επιτελεστικότητας, το οποίο έπειτα ραντίζει με ένα γκροτέσκο, σωματικό μίγμα από σκατά πληβείων, αίματα πουλιών και σωματικά υγρά ευγενών.

Όπως αναφέραμε και πριν, βρίσκουμε πως το The Favourite δεν είναι απλά ένα έργο μεταβατικό, αλλά είναι μια ταινία μεταβάσεων. Είδα, ας πούμε, ή τουλάχιστον θέλησα να δω, μια μετάβαση από την ασώματη, ντεκαυλέ, κυνική σκληρότητα του Stanley Kubrick προς την ενσώματη, αισθησιακή, φαντασμαγορική σκληρότητα του Ken Russell, του Derek Jarman και του Peter Greenaway. Από τον φορμαλισμό της αρχαίας τραγωδίας, που κυριάρχησε πρωτίστως στο Ιερό Ελάφι, προς τον άναρχο εκστατικό William Shakespeare της πολιτικής και της σεξουαλικότητας. Από την χειρουργική γνωσιολογία του Michel Foucault, που σημάδεψε τόσο έντονα τις αναγνώσεις του Κυνόδοντα, στην γκροτέσκα σημειωτική του Mikhail Bakhtin που αναζητά την χυδαιότητα, την πολυφωνία και την ανοιχτότητα στο χάος της επικοινωνίας. Από την μηχανολογία της ανθρώπινης επαφής, εν τέλει, προς την πολιτική οικονομία της αγάπης. Δεν λέμε, βέβαια, ότι όλα αυτά υπάρχουν ως αδιάσειστα στοιχεία μέσα στο The Favourite. Είναι ο δικός μου φακός για να διαβάσω το έργο του Λάνθιμου. Λέω, όμως, το εξής: με αφετηρία το The Favourite, νιώθω ότι ο Λάνθιμος έρχεται κοντά στο σινεμά που αγαπώ και, κυρίως, το σινεμά που νιώθω ότι χρειαζόμαστε.

Φυσικά, ο Kubrick συνεχίζει να βρίσκεται μέσα στο κινηματογραφικό DNA του Λάνθιμου, αλλά η ταινία δεν μοιάζει στην πραγματικότητα καθόλου, φερ’ ειπείν, με το Barry Lyndon – ακόμα κι αν πρόκειται για μια σύγκριση προκλητικά προφανής. To The Favourite είναι γεμάτο κιουμπρικικά παιχνιδίσματα, από τους ευρυγώνιους φακούς και τα fisheye πλάνα μέχρι τα εμφατικά ζουμ και τις απρόσμενες κινήσεις τις κάμερες, αλλά ο Λάνθιμος τα αντιμετωπίζει ακριβώς έτσι: σαν παιχνιδίσματα, σαν τα αγαπημένα του παιχνίδια, σαν ένα κινηματογραφικό μπρίο που του βγαίνει φυσικά κι αβίαστα. Αντίθετα, όμως, στην καρδιά της ταινίας, μαζί με τους προαναφερθέντες Βρετανούς, βλέπουμε το The Favourite να επικοινωνεί με έναν ιδιαίτερο τύπο σκοτεινού βρετανικού χιούμορ στο σινεμά και την τηλεόραση – μια παράδοση που περιλαμβάνει παράλληλα τον Michael Winterbottom και τον Mike Leigh, αλλά και τον Armando Ianucci. Κι όλως τυχαίως, αυτή είναι μια σχολή στην οποία έχει γαλουχηθεί η εξαιρετική Olivia Colman, η μεγάλη πρωταγωνίστρια του The Favourite, έχοντας στο βιογραφικό της από τα κωμικά τηλεοπτικά Peep Show και Green Wing μέχρι το σκοτεινότατο κινηματογραφικό Tyrannosaur.

Μ’ έναν τρόπο, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ταινίας είναι ίσως το γεγονός πως η Deborah Davies, η σεναριογράφος του The Favourite που δεν έχει κανένα άλλο credit στο βιογραφικό της και δεν είχε δώσει καν κάποια συνέντευξη στην ζωή της μέχρι το περασμένο φθινόπωρο, έγραψε το σενάριο της ταινίας πίσω στο μακρινό 1998, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα κατάφερνε να δει το έργο της στην μεγάλη οθόνη. Έπειτα, μια άλλη γυναίκα, η παραγωγός Ceci Dempsey, παθιάστηκε με το σενάριο της Davies και τις στρατηγικές επιβίωσης αυτών των τριών γυναικών μέσα στο πλέγμα σεξουαλικότητας κι εξουσίας, και προσπάθησε για πολλά χρόνια να κάνει πραγματικότητα την ταινία. Όταν η παραγωγή πλησίασε τον Λάνθιμο με την πρόταση να σκηνοθετήσει το The Favourite, σύμφωνα με τον ίδιο, εκείνος εντυπωσιάστηκε από το πώς αυτή η ιστορία κατάφερνε να συνδυάσει την μεγάλη κλίμακα της πολιτικής εξουσίας με την τρυφερή, οικεία, προσωπική, μικρή κλίμακα της γυναικείας σεξουαλικότητας. Αυτή η ανθρώπινη ένταση που διαπερνά την ταινία είναι που καταφέρνει να τραβήξει το σινεμά του Λάνθιμου μακριά από την δομική αδυναμία της ανθρώπινης επαφής, οδηγώντας το σε έναν νέο κινηματογραφικό τόπο όπου η ανθρώπινη επαφή είναι ριψοκίνδυνη, ολισθηρή, γελοία, ολέθρια, συναρπαστική – αναγκαία και καταραμένη, σαν την αναπνοή του βρώμικου αέρα γύρω μας.

Best of internet