Η τριλογία του M. Night Shyamalan έκλεισε με το Glass, γκρεμίζοντας πανηγυρικά ό,τι είχε χτίσει

Μετά το Unbreakable και το Split, η απογοήτευση, ξανά

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

21 Ιανουαρίου 2019

Είναι παράξενη περίπτωση ο M. Night Shyamalan, κακά τα ψέματα. Όχι, το σινεμά του δεν έχει κάτι ιδιαίτερα παράξενο. Αντιθέτως, είναι αρκετά κοινότοπο – τόσο στις καλές όσο και στις κακές εκδοχές του. Ο ίδιος όμως, ναι, είναι μια παράξενη περίπτωση. Η αλήθεια είναι πως η μέχρι τώρα κινηματογραφική πορεία του, από το Praying With Anger του 1992 μέχρι το Glass που κυκλοφόρησε στις αίθουσες την περασμένη βδομάδα, είναι ένα συνεχές rollercoaster. Κάποιες φορές το έργο του μοιάζει γεμάτο υποσχέσεις, άλλες φορές μοιάζει να κουβαλάει μόνο απογοητεύσεις. Κάποιες φορές λατρεύτηκε από τον τύπο ως νέος Μεσσίας (ή νέος Hitchcock για την ακρίβεια, ακόμα πιο βαρύ δηλαδή), άλλες φορές καταδικάστηκε από τον τύπο ως πάτος του σύγχρονου κινηματογράφου. Στο μεταξύ, όμως, ο κόσμος μάλλον περίμενε πραγματικά από τον Shyamalan να επιστρέψει στις καλές ταινίες. Κι εκείνος το έκανε, μετά από ένα ανελέητο σερί ταινιών που δεν βλέπονταν, με το Split του 2016. Κι ύστερα έκανε το Glass. Μήπως μας κοροϊδεύει;

Ας το πιάσουμε από λίγο πιο πίσω. Κατά μία έννοια, ο Shyamalan είναι ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του μαζικού σινεμά των τελευταίων 20-25 χρόνων, άσχετα αν οι ταινίες του κατά περίπτωση ήταν καλές ή όχι. Τα 90s ήταν μια κρίσιμη εποχή για το αμερικάνικο σινεμά. Το μαζικολαϊκό κι αφελές σινεμά του Hollywood πέρναγε μια αδιαμφισβήτητη κρίση, κι αυτοί που κλήθηκαν να το ανανεώσουν ήταν νέοι δημιουργοί με μια μεταμοντέρνα οπτική πάνω στον ίδιο τον κινηματογράφο. Από τους σκηνοθέτες που εμφανίστηκαν στις αρχές των 90s και μέχρι το τέλος της δεκαετίας θα καθόριζαν το μοντέρνο Hollywood, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κομβικές φιγούρες. Στο πιο ριζοσπαστικό άκρο, βρίσκουμε τον Quentin Tarantino με μια φουλ-ον ειρωνική αποδόμηση της κινηματογραφικής γλώσσας με απολαυστικά pop, παστίς, κολάζ τρόπο. Στο κέντρο, βρίσκουμε τον David Fincher, ο οποίος ισορροπεί πιο προσεκτικά και ψύχραιμα μεταξύ της χολιγουντιανής παράδοσης και της meta έκφρασης. Στο συντηρητικό άκρο, τέλος, βρίσκουμε τον M. Night Shyamalan που ψήνεται για τον παραδοσιακό χολιγουντιανό συναισθηματισμό, το μελόδραμα και την καλοφτιαγμένη τυρίλα, αλλά ψήνεται επίσης και για το πνεύμα pop αποδόμησης της εποχής. Κάπως έτσι, ο Shyamalan βάζει κάτω τις σταθερές του κινηματογραφικού θρίλερ και αποδομεί τα συστατικά του σε ένα σύνολο από κοινότοπα τεχνάσματα, τρικς, gimmicks – φτιάχνοντας μια μοριακή κουζίνα κινηματογράφου αγωνίας και πείθοντας τον κόσμο, μέχρι τα μέσα των 00s τουλάχιστον, πως έχει τα φόντα ενός σπουδαίου δημιουργού.

Παρόλα αυτά, κανείς δε μπορεί να αρνηθεί ότι το The Sixth Sense και το Unbreakable ήταν διασκεδαστικότατες ταινίες – ή πως το Signs βλεπόταν. Το Unbreakable, συγκεκριμένα, που εύλογα μας ενδιαφέρει περισσότερο εδώ, ήταν μια απολαυστική ταινία. Ήταν αδιαμφισβήτητα pop, είχε ένα άλφα συναισθηματικό βάθος, αξιοποιούσε καλά τα μεταμοντέρνα τρικ της, πρόσφερε μια επεξεργασία της υπερηρωικής μυθολογίας που για το σινεμά της εποχής ήταν αρκετά πρωτόγνωρη – ακόμα κι αν για τον κόσμο των κόμιξ ήταν ήδη από τα 80s κοινός τόπος. Ένας από τους βασικούς λόγους που το Unbreakable λειτούργησε σαν ταινία ήταν μια αρκετά γενναία απόφαση του Shyamalan: η σύγκρουση της ταινίας τοποθετείται εντός του hero και εντός του villain, στον εσωτερικό τους κόσμο, στην υιοθέτηση της ταυτότητάς τους κι έπειτα στην ανθρώπινη σχέση τους. Αντίστοιχα, η τελική λύση του δράματος τοποθετείται εκτός οθόνης, επιλέγοντας την συναισθηματική ένταση αντί άλλης μιας προκάτ τρίτης πράξης γεμάτης δράση κλπ. Βέβαια, έκτοτε, τα ζητήματα εξωτερικής και εσωτερικής ταυτότητας των υπερηρώων έγιναν μάλλον κοινός τόπος, με το The Dark Knight και το Watchmen να έρχονται στην μεγάλη οθόνη ούτε δέκα χρόνια μετά το Unbreakable. Οπότε, μ’ αυτήν την έννοια, η επιστροφή του Glass στην προβληματική του Unbreakable όχι μόνο δεν μοιάζει πια καινοτόμα, αλλά μάλλον κουρασμένη – έχοντας πια κι η ίδια μια ανάγκη ανανέωσης (αντίστοιχης ίσως με αυτήν που είδαμε να δοκιμάζει το Logan).

Το Split, από την άλλη πλευρά, που χαιρετίστηκε το 2017 σαν μεγάλη επιστροφή του Shyamalan στον καλό κινηματογράφο, ήταν μια ΟΚ ταινία. Μια χαρά ήταν, δηλαδή, αλλά μόνο στο βαθμό που αποτελούσε ένα pop thriller ψυχικής ασθένειας. Και, ναι, η αποκάλυψη ότι πρόκειται για sequel του Unbreakable προσέφερε μια στιγμιαία έκπληξη ή έκσταση σε μεγάλο μέρος του κοινού, αλλά, αν το κοιτάξουμε από μια απόσταση, τότε μάλλον η απόφαση για την συνένωσή τους σε ένα ενιαίο αφηγηματικό σύμπαν (απ’ αυτά που μας έχει μπουχτίσει το Hollywood) αποτελούσε μάλλον ένα κινηματογραφικό φτώχεμα των δύο ταινιών παρά την ικανοποιητική σύνθεση του σε κάτι μεγαλύτερο κι από τα δύο. Εν τέλει, δεν θα ήταν μάλλον ιδιαίτερα υπερβολικό να πούμε ότι η απόφαση για τριλογία ήταν μια έξυπνη επιχειρηματική κίνηση, αλλά και μια μορφή καλλιτεχνικής παραίτησης για τον Shyamalan σε επίπεδο κινηματογραφικής αφήγησης και θεματικής επεξεργασίας. Βέβαια, ο κόσμος γουστάρει απρόσμενα comebacks και μεγαλειώδεις ιστορίες λύτρωσης, κι ο Shyamalan το γνωρίζει αυτό. Έτσι κι αλλιώς, τόσο η επιστροφή ενός δημιουργού στον καλό του εαυτό όσο και το παιχνίδι με τις προσδοκίες είναι αμφότερα βαθιά μέσα στην σύγχρονη μυθολογία του σινεμά. Δυστυχώς, όμως, το Glass αποδεικνύει ότι ο Shyamalan δυσκολεύεται πολύ να κινηματογραφήσει το κλείσιμο της τριλογίας του με τρόπο που να ξεφεύγει από ένα άθροισμα τεχνασμάτων. Ζορίζεται, στην πραγματικότητα, στο στοιχειώδες: στο να μετατρέψει τις μεμονωμένες στιγμές σε ολοκληρωμένες σκηνές με δομή και νόημα.

Στηριζόμενη σχεδόν εξολοκλήρου στην δυναμική που αναπτύσσεται μεταξύ της τριάδας του David Dunn, του Kevin Wendell και του Elijah Price, η νέα ταινία του Shyamalan οριοθετείται από την παρουσία των τριών κεντρικών του προσώπων. Με έναν τρόπο, η μηδενική προσπάθεια του Bruce Willis, η υπερπροσπάθεια του James McAvoy κι η σαμιουελτζακσονική token φιγούρα του Samuel Jackson αποκαλύπτουν ήδη σχεδόν όλα όσα χρειάζεται να ξέρουμε για την ταινία. Το αποτέλεσμα είναι μάλλον ένα μείγμα από παραίτηση, ακροβασία και κοινοτοπία. Μερικές φορές, το Glass μοιάζει να είναι γραμμένο και γυρισμένο με παρωδιακό τρόπο, και απ’ αυτήν την σκοπιά έχει όλα τα φόντα για να μετατραπεί μελλοντικά σε ένα απρόσμενο cult hit. Ο τόνος και το ύφος είναι πραγματικά ασυνάρτητο μερικές φορές, κινούμενο χωρίς εμφανή ειρμό ανάμεσα στον τυρένιο μελοδραματικό ανθρωπισμό, την λαϊκή ψυχανάλυση μετρίου εγχειριδίου και την meta ειρωνική ανάλυση του υπερηρωικού genre. Ε, αν αυτό το συνδυάσουμε με την κλασική αυταρέσκεια του Shyamalan και τις χιλιοζορισμένες συμβάσεις της πλοκής, τότε το αποτέλεσμα που παράγεται είναι σίγουρα αποτυχημένο, αλλά με έναν ιδιαίτερο συναρπαστικό τρόπο.

Κι αυτό που, σε τελική ανάλυση, κάνει συναρπαστική την αποτυχία του Glass είναι ότι θέλεις πραγματικά να δεις τι θα συμβεί μετά. Όχι γιατί νοιάζεσαι για τους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους, έχει πετάξει αυτό το πουλί, αλλά γιατί έχεις περάσει πλέον στην απέναντι πλευρά: δεν μπορείς να κρατήσεις τα μάτια σου μακριά από κάτι μεγάλο που καταρρέει. Είναι συναρπαστικό λοιπόν, με τον τρόπο του, αλλά δυστυχώς δεν έχει κανένα νόημα – με την στενή έννοια: τίποτα από αυτά που συμβαίνουν δεν μοιάζει να έχει σημασία για κανέναν.

Best of internet