Ο Orson Welles έφτιαξε την ταινία της χρονιάς, αλλά κανείς δεν ξέρει ποιας χρονιάς ακριβώς

Το «The Other Side of the Wind» ολοκληρώθηκε, 33 χρόνια μετά το θάνατο του δημιουργού του

Πριν από λίγες μέρες, είπα να κάνω ένα μικρό πείραμα. Βέβαια, για να εξηγήσω αυτό το μικρό πείραμα (που, δικαίως, δεν ενδιαφέρει κανέναν), θα πρέπει πρώτα να αναφερθώ εν συντομία στις πρώτες του ύλες. Τις προάλλες, στις 2 Νοεμβρίου, εμφανίστηκε στο Netflix μια ταινία με τον τίτλο The Other Side of the Wind. Την ίδια μέρα και ώρα, εμφανίστηκε κι άλλη μία ταινία στο Netflix, αλλά με τον τίτλο They’ll Love Me When I’m Dead. Ίσως αμφότεροι οι τίτλοι αυτοί να μοιάζουν κάπως μεγαλόπνοοι για το σύνηθες περιεχόμενο της streaming πλατφόρμας, αλλά αν λάβουμε υπόψιν το περιεχόμενο στο οποίο παραπέμπουν τότε μάλλον είναι εξαιρετικά διακριτικοί. Το The Other Side of the Wind και το They’ll Love Me When I’m Dead, λοιπόν, έχουν στο κέντρο τους έναν άνθρωπο μεγαλύτερο κι από το ίδιο το σινεμά, τον Orson Welles, και τον φιλοξενούν σε μια πλατφόρμα πολύ μικρότερη από το σινεμά, το Netflix.

Η ιστορία του πως βρέθηκε το The Other Side of the Wind, αρχικά, στο Netflix είναι μια ιστορία συναρπαστική. Βασικά, τι να λέμε τώρα, και μόνο το να διαβάσει κανείς την wikipedia page της ταινίας αποτελεί μια ολόκληρη αισθητική και διανοητική περιπέτεια. Πρόκειται, φυσικά, για το ανολοκλήρωτο αριστούργημα του Orson Welles, αυτό που ξεκίνησε να σχηματίζεται στο μυαλό του το 1961, γυρίστηκε από το 1970 μέχρι το 1976, και τελικά κατάφερε να ολοκληρωθεί το σωτήριο πλην αλλόκοτο έτος 2018. Στο ενδιάμεσο, χμ, και τι δεν έγινε. Πρώτα απ’ όλα, ΟΚ, ο ίδιος ο δημιουργός έφυγε από την ζωή του 1985. Νωρίτερα κι αργότερα, όμως, η ταινία βρέθηκε μπλεγμένη σε ένα κυκεώνα οικονομικών, νομικών, πολιτικών και διπλωματικών κουλουβάχατων που μοιάζει πιο συναρπαστικός κι από χολιγουντιανή ταινία για το πόσο ακατόρθωτο ήταν να γυριστεί μια χολιγουντιανή ταινία.

Το 1970, όταν ο Welles βρέθηκε στις ΗΠΑ για τα γυρίσματα του The Other Side of the Wind, είχε υπάρξει ήδη δυο φορές ημι-εξόριστος από το Hollywood. Η πρώτη φορά ήταν στα τέλη του ’40, όταν η κάκιστη εμπειρία του με την αμερικάνικη κινηματογραφική βιομηχανία τον οδήγησε τελικά στην Ευρώπη. Έπειτα, επέστρεψε το ’56 στις ΗΠΑ για άλλη μια ταινία, αλλά η εμπειρία αυτή δεν βελτιώθηκε καθόλου – μάλλον το αντίθετο. Περνώντας στη συνέχεια άλλη μια δεκαετία στην Ευρώπη, ο Welles επιχείρησε άλλη μία επιστροφή. Αυτήν την φορά, με πολύ μεγαλύτερη φιλοδοξία και αυτο-αναφορικότητα. Συνεχίζοντας να χρηματοδοτεί ο ίδιος τα projects του, έβαλε μπροστά να φτιάξει μια ταινία για έναν ηλικιωμένο δημιουργό που, μετά από ένα διάστημα απουσίας στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, επιστρέφει στην Αμερική προκειμένου να σκηνοθετήσει την τελευταία του ταινία. Νομίζω δεν χρειάζεται και κανέναν ιδιαίτερο κόπο για να καταλάβουμε τι ακριβώς διακυβεύεται εδώ πέρα.

Παρ’ όλα αυτά, επειδή ο Welles είναι ο Welles και κανένας άλλος δεν είναι ο Welles κι ούτε και θα μπορούσε, το The Other Side of the Wind δεν είναι καθόλου μια απλή αυτοβιογραφική υπόθεση που αρκείται στον αντικατοπτρισμό των «πραγματικών» γεγονότων. Αντ’ αυτού, είναι μια μεταμοντέρνα σάτιρα πάνω στον θάνατο του κλασικής χρυσής εποχής του Hollywood και την αυγή της νέας γενιάς φιλόδοξων δημιουργών των 60s – με τον Welles να διαλέγει για πρωταγωνιστές δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτών των δύο κόσμων: τον ήδη τεράστιο John Huston και τον πολλά υποσχόμενο τότε Peter Bogdanovich. Κι έπρεπε να περάσουν σχεδόν 40 χρόνια από την ολοκλήρωση των γυρισμάτων μέχρι να έρθουν ο ίδιος ο Bogdanovich κι ο παραγωγός Frank Marshall ώστε να αναλάβουν την επίβλεψη της ολοκλήρωσης του The Other Side of the Wind. Πράγματι, η ταινία ολοκληρώθηκε, σε πείσμα της ιστορίας μάλλον, και μάλιστα για λογαριασμό μιας πλατφόρμας που για μεγάλο μέρος της παραδοσιακής βιομηχανίας του σινεμά λογίζεται ως εχθρός της κινηματογραφικής τέχνης και εμπειρίας: του Netflix. Μαζί μ’ αυτό, η πλατφόρμα ανέλαβε κι ένα ντοκιμαντέρ για την ιστορία της ταινίας, με τον τίτλο They’ll Love Me When I’m Dead και δια χειρός του υπέροχου ντοκιμαντερίστα Morgan Neville.

Και κάπως έτσι, όλο αυτό βρέθηκε στα χέρια μας. Κυριολεκτικά στα χέρια μας, όχι μεταφορικά. Ανοίξαμε μια μέρα το κινητό, χαζέψαμε στο interface του Netflix, κι εκεί βρισκόταν η «νέα» ταινία του Orson Welles. Για τις επόμενες 10 μέρες, η ταινία παρέμενε εκεί, ανέγγιχτη, αφού εμείς βρισκόμασταν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και παθαίναμε ένα ιδιαίτερα ευχάριστο και πάντα ευπρόσδεκτο overdose νέων κινηματογραφικών παραγωγών. Την ίδια ώρα, η ταινία-διαθήκη ενός από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες που γεννήθηκαν, έζησαν και πέθαναν στον 20ό αιώνα βρισκόταν αποθηκευμένη σε ένα κινητό μήκους μερικών εκατοστών και πλάτος μερικών ακόμα. Κι εκεί έρχεται να κολλήσει το μικρό πείραμα που αναφέραμε στην αρχή. Αφού όλη αυτή η κατάσταση είναι σε σχεδόν αφόρητο πλην ειρωνικό βαθμό αντιπροσωπευτική της εποχής της, του 2018, τότε κι εγώ θα δω την τελευταία ταινία του Orson Welles με τον πιο 2018 τρόπο που μπορώ να σκεφτώ. Με έναν τρόπο ψηφιακό, κατακερματισμένο, μεταμοντέρνο, επισφαλή, μοναχικό, παράξενα νοσταλγικό και καταπιεστικά ρεαλιστικό. Σε κινητό, σε διαρκή κίνηση. Ξεκίνησα να βλέπω το ντοκιμαντέρ (δηλαδή μια ταινία για τη δημιουργία μιας ταινίας για τη δημιουργία μιας ταινίας) στο κινητό λίγο πριν ξεκινήσω για το αεροδρόμιο και τελικά το ολοκλήρωσα στην πύλη αναμονής, έχοντας ήδη μπερδευτεί αρκετά σχετικά αφού δεν είχα δει την ταινία πρώτα. Έπειτα, ξεκίνησα να βλέπω την ίδια την ταινία κατά τη διαδικασία της επιβίβασης, περάσαμε μαζί μια σύντομη πτήση επιστροφής (πάντα στο κινητό), συνεχίσαμε στο Χ95 κατά μήκος των λεωφόρων Μαραθώνος και Μεσογείων, συνέχισα να κοιτάω την οθόνη καθώς περπατούσα προς το σπίτι με την βαλίτσα στο χέρι, και τελικά ολοκλήρωσα την ταινία στο ανοιχτό laptop λίγο αργότερα, στο γραφείο του σπιτιού, μιας και το Netflix ως συνήθως θυμόταν σε ποιο σημείο είχα μείνει, το σκασμένο.

Ναι, δεν θα πω ψέματα: αφενός μπουρδουκλώθηκα, αφετέρου μάλλον δεν είχε νόημα όλο αυτό. Αλλά τι να κάνουμε, άνθρωποι είμαστε, μερικές φορές παραδινόμαστε και σε καμιά μαλακία για να περάσει η ώρα η ζωή. Εξάλλου, αν περιμένατε να διαβάσετε μια σοβαρή και μετρημένη ανάλυση για το σινεμά του Orson Welles εν έτει 2018 σ’ αυτόν εδώ τον ιστότοπο, τότε μάλλον το μισό ατόπημα δικό μας και το μισό δικό σας. Αυτό το μπουρδούκλωμα, όμως, κατά έναν τρόπο έμοιαζε ταιριαστό με τον βαθύτερο πυρήνα της τέχνης του Orson Welles, του ανθρώπου που στα 23 του χρόνια προκάλεσε, κατά τον αστικό θρύλο, δημόσιο πανικό με την ραδιοφωνική μετάδοση του War of the Worlds και στα 26 του (στα 26 του, γαμώτο) κατάφερε να φτιάξει το Citizen Kane. Κι αυτό γιατί ο Orson Welles έμοιαζε να βρίσκεται σε ένα διαρκές παιχνίδι με τα όρια της πραγματικότητας. Ίσως χρειαστεί να ψάξουμε πολύ, και να αποτύχουμε μάλιστα, προκειμένου να βρούμε έναν κινηματογραφικό δημιουργό που να αφοσιώθηκε περισσότερο από εκείνον στην ειρωνεία χωρίς κυνισμό, στην εξαπάτηση χωρίς δόλο, στην καλλιτεχνική περιπέτεια χωρίς αντάλλαγμα, αντίκρυσμα και ανταπόδοση. Σύμφωνα και με μια ατάκα του που ακούμε σε μία από τις δύο ταινίες του Netflix, ειλικρινά δεν θυμάμαι σε ποια, καμιά ιστορία δεν έχει χαρούμενο τέλος, εκτός κι αν σταματήσεις να την αφηγείσαι πριν τελειώσει.

Κατά ένα ειρωνικό γύρισμα της μοίρας, βέβαια, η ιστορία του The Other Side of the Wind είναι μια ιστορία που αφηγούμαστε μετά το τέλος της. Ναι, είναι μια καταραμένη ταινία. Οι καταραμένες ταινίες έχουν πάντα την γοητεία και την μυθολογία τους, γιατί η ιστορία τους είναι μια ιστορία καταστροφής, ματαίωσης και μερικές φορές εκ των υστέρων δικαίωσης – όταν πια είναι πολύ αργά. Κι ο Welles, βέβαια, είναι ένας καταραμένος σκηνοθέτης. Δεν είναι μόνο το ότι αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο βασιλιά των ανολοκλήρωτων ταινιών, ένας τίτλος που μας συγκινεί λιγάκι από μόνος του, αλλά κι ότι η ίδια η αποτίμηση της πορείας του συνήθως μοιάζει να ακολουθεί μια παράξενη πορεία στο χρόνο. Κατά τις συνήθεις αφηγήσεις, η διαδρομή του Welles μοιάζει καθοδική. Το Citizen Kane, η πρώτη του ταινία από το 1941, φιγουράρει συχνότατα στο νο.1 των prestigious λιστών με τα καλύτερα φιλμ που έχουν γυριστεί ποτέ – παράγοντας μια ενδιαφέρουσα αντίφαση με το πόσοι πολλοί άνθρωποι την θεωρούν μια αφόρητα βαρετή ταινία. Από εκεί, μισό αιώνα και κάτι αργότερα, βρέθηκε στην (υπέροχη, για μας) θέσει να παίξει τον τελευταίο του κινηματογραφικό ρόλο στην ταινία Transformers του 1986 και να δανείσει την ηχογραφημένη φωνή του στον δίσκο Fighting the World των Manowar το 1987, ένα και δύο χρόνια μετά τον θάνατό του αντίστοιχα. Στο ενδιάμεσο, η δημοτικότητα κι η εκτίμησή του έμοιαζε να πέφτει συνεχώς, με την τέχνη του όμως να ωριμάζει εντυπωσιακά, φτάνοντας μέχρι στο να παραδώσει το υποτιμημένο απόλυτο αριστούργημά του στο σινεμά το 1973, με τον τίτλο F for Fake.

Και ναι, αν με κάτι μοιάζει το The Other Side of the Wind, τότε αυτό είναι το F for Fake, αφού το ειρωνικό παιχνίδι της διαλεκτικής ανάμεσα στο αυθεντικό και το αντίγραφο στην δεύτερη ταινία μοιάζει να υπάρχει ήδη σπερματικά στην γλυκόπικρη σάτιρα της κινηματογραφικής βιομηχανίας στην πρώτη. To mockumentary μπλέκεται με το film essay, και το ασφυκτικό δράμα μπλέκεται με τις εκρήξεις κινηματογραφικής ομορφιάς. Φυσικά, το The Other Side of the Wind είναι μια ταινία για το ίδιο το Hollywood, αλλά δεν είναι ένα love letter από αυτά που αγαπάει τόσο να παράγει και να επιβραβεύει η ίδια η βιομηχανία. Αντιθέτως, είναι βαθιά σκοτεινό και αλλόκοτα αστείο, σαν να συγγενεύει περισσότερο με την ματιά του Kenneth Anger στο Hollywood Babylon ή του Nathanael West στο The Day of the Locust. Και το χρονικό διάστημα που ο Welles δουλεύει την ταινία είναι απόλυτα σημαδιακό. Ξεκινώντας το 1961 με αφορμή τον θάνατο του Ernest Hemingway, ο Welles αρχίζει να σκέφτεται την αναπαράσταση ενός παλαιού τύπο macho δημιουργού, ο οποίος βρίσκεται πλέον σε έναν κόσμο που μοιάζει να τον ξεπερνάει. Έως τα τέλη των 60s που αρχίζει να παίρνει μορφή το σενάριο, η επιρροή των Ευρωπαίων auteurs στο αμερικάνικο σινεμά αρχίζει να γίνεται όλο και πιο εμφανής, με αποτέλεσμα ήδη από το ’67 οι νεαροί και πειραματικοί δημιουργοί του New Hollywood να κυριαρχούν στην βιομηχανία. Όταν τα γυρίσματα της ταινίας ολοκληρώνονται το 1976, αυτό το σύντομο παράθυρο καλλιτεχνικής ελευθερίας έχει κλείσει ήδη, με το Jaws του Steven Spielberg την προηγούμενη χρονιά και το Star Wars του George Lucas την επόμενη να εγκαινιάζουν τη νέα εποχή των blockbusters και της στουντιακής παντοδυναμίας.

Καθώς ο Welles φτιάχνει την ταινία του, μοιάζει να γνωρίζει καλά την βαθιά, δομική ειρωνεία της κινηματογραφικής ιστορίας. Γνωρίζει ότι ο ίδιος είναι αντικειμενικά (αλλά όχι δημιουργικά) ξεπερασμένος, παρά το αίσθημα δύναμης και ισχύος που νιώθει. Και γνωρίζει, επίσης, ότι οι νέοι δημιουργοί με όραμα θα βρεθούν σύντομα δέσμιοι της ίδιας βιομηχανίας που τον έκανε πέρα μερικά χρόνια νωρίτερα, παρά την απελευθερωτική δυναμική της στιγμής που φαίνεται να τους κυριεύει. Όλο αυτό, μέσα στο The Other Side of the Wind, ενσαρκώνεται απίστευτα στις φιγούρες του Huston και του Bogdanovich, οι οποίοι μοιάζουν άλλοτε να τους διαφεύγει εντελώς αυτή η ειρωνεία κι άλλοτε να βουτάνε μέσα της με όλες τους τις δυνάμεις. Γύρω τους, παρελαύνει σχεδόν ολόκληρο το σινεμά – από τον ίδιο τον Dennis Hopper και τον Claude Chabrol μέχρι τις καρικατούρες της Pauline Kael, του Mickey Rooney, της Cybill Shepherd και του John Milius. Η προσέγγιση του Orson Welles κάποιες φορές παραπέμπει σε αλύπητο ξεκαθάρισμα λογαριασμών, άλλοτε σε ομοερωτική εξομολόγηση, και συχνότατα σε σκληρή αυτοκριτική – αυτήν που τόσο συχνά αδυνατούν να κάνουν οι άνδρες «μεγάλοι δημιουργοί» και άλλο τόσο συχνά τους συγχωρείται από τους απολογητές τους. Και στο τέλος, το μόνο πράγμα που φαίνεται να στέκεται όρθιο στο χάος είναι η αμίλητη φιγούρα της Oja Kodar, της πρωταγωνίστριας στην ταινία-μέσα-στην-ταινία, αποκαλύπτοντας με μια τελευταία ειρωνική χειρονομία τον ρόλο της, όχι ως μούσα (sic) του Welles αλλά σαν καλλιτεχνική κι ερωτική του σύντροφος και συν-σεναριογράφος αυτής και μιας χούφτας ακόμα ταινιών του.

Δεν ξέρω, είναι δύσκολο να αποτιμήσεις συνολικά το The Other Side of the Wind. Κάπου-κάπου έμοιαζε απίστευτο το να μην βρίσκεται στη μεγάλη οθόνη αυτό το πράγμα, αλλά κάποιες άλλες στιγμές έμοιαζε ταιριαστό να το βλέπεις στο κινητό σου – σαν μια ύστατη προδοσία του σινεμά απέναντι στον αφοσιωμένο προφήτη του, Orson Welles. Με έναν τρόπο, κι έχει επισημανθεί πολλάκις αυτό, το σινεμά του Welles είναι γεμάτο από ιστορίες αγάπης και προδοσίας μεταξύ φίλων, αδελφών, εραστών. Παρόλα αυτά, η διάχυτη πικρία του Welles δεν αφήνεται ποτέ να φτάσει μέχρι την μνησικακία. Το ταξίδι του Welles ξεκινάει από την αγάπη, περνάει από την προδοσία – αλλά που καταλήγει μετά; Καταλήγει ξανά στην αγάπη, κι αυτό είναι το τόσο συγκινητικό στοιχείο του σινεμά του. Αυτός που πρόδωσε αγαπάει ακόμα, κι αυτός που προδόθηκε αγαπάει ακόμα – δε μπορεί να γίνει αλλιώς. Ο Orson Welles αγάπησε το σινεμά. Το σινεμά πρόδωσε τον Orson Welles. Ο Orson Welles αγάπησε το σινεμά. Μετά τα credits, ακούγεται για μια τελευταία φορά η φωνή: CUT.

Best of internet