Το Mandy είναι υψηλή τέχνη, είναι χαμηλή τέχνη, είναι όλη η τέχνη

Ο Nicolas Cage δεν ήταν ποτέ ξανά τόσο Nicolas Cage

Υπάρχει, εν γένει, ένα μικρό πρόβλημα με την καλτίλα και την ειρωνική της αποθέωση. Η ίδια η λέξη cult είναι μια λέξη που τείνει να ταλαιπωρείται από την κατάχρηση ή την βεβιασμένη χρήση της. Κι ενώ η ίδια η λέξη χρησιμοποιείται για πλήθος αντικειμένων ή πολιτισμικών στοιχείων, πολύ συχνά είναι δύσκολο να συνεννοηθούν έστω και δύο άνθρωποι για το τι σημαίνει – ποιος είναι ο ορισμός της. Μπορούν, όμως, κατά πάσα πιθανότητα, να τα βρουν στοιχειωδώς στην αίσθηση όπου παραπέμπει ή στα πράγματα τα οποία περιγράφει. Πριν κάποιο καιρό, προσπαθούσαμε να αναλύσουμε το ερώτημα του γιατί είναι τόσο αυθεντικά cult το The Room. Εκεί, λοιπόν, γράφαμε το εξής για τον cult τρόπο συσχέτισης με τα πράγματα: “Είναι μια λατρευτική πολιτιστική διαδικασία προς ένα αντικείμενο εκ μέρους μιας κοινότητας. Τι το διαφοροποιεί από άλλες τέτοιες διαδικασίες; Αυτή η λατρεία είναι self-aware, είναι ειρωνική, σχηματίζει μερικές φορές μια υποκουλτούρα, φέρνει στο προσκήνιο πλευρές του αντικειμένου που (θεωρητικά) αγνοούνται ή παραβλέπονται από την μαζική πρόσληψη του κοινού.”

Φυσικά, αυτό αφορά πρωτίστως την στάση του κοινού, δηλαδή τις συμπεριφορές και ιδέες που αναπτύσσουν οι άνθρωποι σε πολιτισμικές κοινότητες. Τι γίνεται όμως όταν μια ταινία επιδιώκει να φτιαχτεί (ή να πλασαριστεί) η ίδια σαν cult έργο τέχνης, επιθυμώντας να καπαρώσει ένα μερίδιο της αγοράς με όρους cult μικρο-βιομηχανίας; Ε, εκεί το πρόβλημα γίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Όταν μιλούσαμε με τον Peter Strickland, σκηνοθέτη του εξαιρετικού φετινού In Fabric, τον προηγούμενο μήνα που βρέθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας, τον ρωτήσαμε για τον ίδιο τον όρο cult και την χρήση του στην περιγραφή ενός κινηματογραφικού έργου. Εκεί, μας απάντησε (και συμφωνήσαμε πλήρως) ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιούν οι ίδιοι οι δημιουργοί τον όρο, πόσο μάλλον οι παραγωγοί και οι διανομείς εν είδει μαρκετίστικου τρικ. Ότι, δηλαδή, η cult ταυτότητα είναι κάτι που χρειάζεται μια απόσταση, μια διερώτηση και φυσικά μια συλλογική αίσθηση ή αφήγηση.

Κατά μία έννοια, δεν είναι και τόσο εύκολο να ξεχωρίσεις τα πράγματα που χρησιμοποιούν την cult αύρα με όρους αναυθεντικούς. Η ίδια η νοσταλγική συνθήκη της σύγχρονης pop κουλτούρας και υποκουλτούρας είναι δομικά ειρωνική, αμφίσημη, παιχνιδίστικη προς το παρελθόν, την αλήθεια, το ψέμα, την ηθική. Γνωρίζει ότι γνωρίζουμε ότι γνωρίζει ότι αυτό που κάνει δεν είναι αυθεντικό αλλά φόρος τιμής, άθροισμα αναφορών, συρραφή από hommages, σφυροκόπημα από κλεισίματα του ματιού – σαν η ίδια η εμπειρία της απόλαυσης μιας σειράς ή ταινίας να είναι απλώς ένα σύνολο από ερεθίσματα και αντιδράσεις, οπότε αρκεί να πατηθούν όλα τα σωστά κουμπιά. Προφανώς, αυτό έχει μια exploitation πλευρά – η οποία, όμως, ήταν καταφανώς παρούσα μέσα σ’ όλη την ιστορία της cult κινηματογραφικής έκφρασης του προηγούμενου αιώνα. Ακόμα και μέσα σ’ αυτήν την δομικά αυτο-αναφορική κατάσταση, παρ’ όλα αυτά, που είναι ξεχειλισμένη από κυνισμό ή και νιχιλισμό, υπάρχουν κάποια πράγματα που καταφέρνουν να μας αγγίξουν βαθύτερα. Όχι πως είναι λιγότερο παράγωγα αυτής της ατμόσφαιρα ή λιγότερο δευτερογενή στην καλλιτεχνική τους έκφραση, αλλά καταφέρνουν και διαθέτουν μια πειθώ, μια πειστικότητα που δεν είναι λεκτική, δεν είναι κυριολεκτική: που εμφανίζεται ως αύρα. Μια αύρα αυθεντικότητας μέσα σε ένα ένα περιβάλλον που φαινομενικά μοιάζει να την καταπνίγει.

Ας πούμε, για παράδειγμα, η πρώτη ταινία του Πάνου Κοσμάτου, γιου του ελληνικής καταγωγής Ιταλού σκηνοθέτη που γύρισε πλήθος ενδιαφερουσών low και high budget ταινιών στα 70s και 80s (μεταξύ τους και το Cobra με τον Sylvester Stallone), ήταν το Beyond the Black Rainbow του 2010. Σ’ αυτό, ο Κοσμάτος πράγματι έγραψε ένα νοσταλγικό μπουρδουκλωμένο ερωτικό γράμμα προς τους αγαπημένους του δημιουργούς: τον John Carpenter, τον Michael Mann, τον Stanley Kubrick. Το αποτέλεσμα ήταν πανέμορφο, ομολογουμένως. Η αγάπη του Κοσμάτου προς τις επιρροές του ήταν ειλικρινής, αναμφίβολα. Και συνολικά, το Beyond the Black Rainbow διέθετε έναν ενθουσιασμό που έμοιαζε αξιοζήλευτος. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα λέγαμε ότι η ταινία κατείχε αυτήν την ιδιόρρυθμη αύρα αυθεντικότητας μέσα σε ένα αναυθεντικό περιβάλλον, όπως την περιγράψαμε παραπάνω. Οκτώ χρόνια αργότερα, λοιπόν, ο Κοσμάτος επιστρέφει με το Mandy, το οποίο βγαίνει αυτήν τη βδομάδα στις αίθουσες, κι αυτή η αύρα πλέον κυλάει βαθιά μέσα στο κινηματογραφικό dna του.

Περίπου μισό αιώνα νωρίτερα, η αγαπημένη μας Susan Sontag έγραφε ένα δοκίμιο με τίτλο Notes on Camp. Εκεί, συνομιλώντας εν μέρει με την γραφή του Jean Genet, διατυπώνει μια αρκετά διάσημη φράση: υπάρχει ένα καλό γούστο του κακού γούστου. Κι αυτή η θετική αισθητική του κακού γούστου έχει, για την Sontag, μια απελευθερωτική διάσταση. Αυτό το “καλό κακό γούστο”, επιλέγοντας τις ταινίες που φέρνει στην cult επιφάνεια, αναδεικνύει πολλές φορές μια μορφή παρα-κινηματογράφου που, σ’ έναν βαθμό, ανοίγει ρωγμές στην διάκριση μεταξύ υψηλής και χαμηλής κουλτούρας. Αυτή μοιάζει να είναι η κινηματογραφική φιλοσοφία του Κοσμάτου στο Mandy. Το arthouse και το pulp ενώνονται, γίνονται ένα. Όχι ως αποστασιοποιημένος πειραματισμός ή ως crossover, αλλά ως θέση αρχής: πρέπει να είναι ένα, οφείλουν να είναι ένα. Κι αυτό το πετυχαίνει άριστα στο Mandy, αφηγούμενος μια ιστορία στα Shadow Mountains της ερήμου Mojave το 1983, όταν μια σατανιάρικη αίρεση χίππηδων απαγάγει την καλλιτέχνιδα σύντροφο ενός ξυλοκόπου, αναγκάζοντας τον να πάρει εκδίκηση.

Στο κέντρο της ταινίας βρίσκεται, φυσικά, ο Nicolas Cage. Κι εδώ θα μας επιτρέψετε να ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση. Ο Nicolas Cage είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ηθοποιού. Μέχρι εδώ μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι, νομίζω. Συχνά χαρακτηρίζεται, επίσης, ως το ιδανικότερο παράδειγμα love or hate ηθοποιού – μ’ αυτούς που τον αντιπαθούν να αδυνατούν να παρακολουθήσουν έστω και 5 λεπτά μ’ αυτόν στην οθόνη, κι εκείνους που τον λατρεύουν να τον, εχμ, λατρεύουν πολύ. ΟΚ, εγώ ανήκω στους δεύτερους. Ως έναν βαθμό, η λατρεία προς τον Cage, ενισχυμένη φυσικά από την ιντερνετική κουλτούρα, μοιάζει με μια ειρωνική καλτ εξύψωση που συνορεύει με την περιφρόνηση ουκ ολίγες φορές. Παρ’ όλα αυτά, ο Cage είναι σπουδαίος καλλιτέχνης. Όχι επειδή έχει κερδίσει Όσκαρ. Αυτό το έχουν κάνει πολύ. Κυρίως, είναι σπουδαίος καλλιτέχνης γιατί ασκεί μια μορφή υποκριτικής τέχνης που μοιάζει απροσπέλαστη από τους ίδιους τους συναδέλφους του και μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής. Μια μορφή υποκριτικής τέχνης που δυσκολεύονται να ασκήσουν οι υπόλοιποι, γιατί είναι ακραία. Ο Nicolas Cage, ναι, κάνει υποκριτική στα άκρα.

Αυτό, βέβαια, είναι δύσκολο. Έχει απαιτήσεις κατανόησης από τους δημιουργούς μιας ταινίας ώστε να καταφέρουν να συναντηθούν έστω halfway με τον Nicolas Cage. Είναι μια δύσκολη δουλειά, αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει – τόσο μπροστά όσο και πίσω από την κάμερα. Για παράδειγμα, ας σκεφτούμε και τον Arnold Schwarzenegger. Οι περισσότεροι δεν θα τον κατέτασσαν στους σπουδαίους ηθοποιούς, αλλά ο Arnold ήταν πράγματι σπουδαίος με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Έκανε κάτι μοναδικό, κι ήθελε μια αντίστοιχα μοναδική συγγραφική και σκηνοθετική ματιά για να ανθίσει η τέχνη του, όπως έγινε με τον John Milius στο Conan, με τον James Cameron στο Terminator ή με τον Paul Verhoeven στο Total Recall. Παρόλο που η καλτοποίηση του Cage είναι στα πάνω της εδώ και πολλά χρόνια, ελάχιστοι είναι οι δημιουργοί που έχουν καταφέρει να χρησιμοποιήσουν αυθεντικά την τέχνη του. Το έκανε ο David Lynch στο Wild at Heart. Το έκαναν οι Spike Jonze και Charlie Kaufman στο Adaptation. Το έκανε ο Werner Herzog στο Bad Lieutenant: Port of Call New Orleans. Και τώρα, το έκανε κι ο Πάνος Κοσμάτος στο Mandy.

Με τον τρόπο του, το Mandy είναι αρκετά απαιτητικό σαν ταινία. Η ίδια η δομή του έχει απαιτήσεις από τον θεατή, κι είναι όμως απόλυτα αποτελεσματική και συνεπής ως προς το πνεύμα της ταινίας. Χωρίζεται κάθετα στα δύο, σαν με μαχαίρι. Το πρώτο μισό, η πρώτη ώρα δηλαδή, έχει ένα ατμοσφαιρικό, ψυχεδελικό, arthouse ύφος, σαν να προσπαθεί κάποιος τον Tarkovsky έχοντας πάρει LSD. Κάπου στην μέση, η βία εκρήγνυται. Από εκεί και μετά, για την υπόλοιπη μία ώρα της ταινίας, τα πράγματα παίρνουν μια υστερική, καρτουνίστικη, βίαιη, pulp στροφή, σαν να βγήκαν από τις exploitation horror ταινίες των 60s και των 70s. Ο Κοσμάτος συνεχίζει το φετίχ του με την φιλμική γλώσσα και το οπτικό στυλ, κάνοντάς το όμως πιο εκλεκτικιστικό απ’ ό,τι στο Beyond the Black Rainbow. Εδώ, επικοινωνεί με τον Ken Russell και τον Mad Max, με τον Żuławski και τον Hellraiser, τον Kenneth Anger και τους Iron Maiden, τον Giorgio Moroder και τον Wes Craven – κι όλα αυτά με μια φροντίδα για μια αίσθηση χειροπιαστή και φυσική, ακόμα κι αν γνωρίζει και δεν κρύβει πως επιτυγχάνεται με τεχνητά μέσα (όπως αναλύεται όμορφα με αφορμή το grain της ταινίας σ’ αυτό το video essay). Και μπορεί η μουσική του αδικοχαμένου Jóhann Jóhannsson να αποδείχθηκε εν τέλει αρκετά προβλέψιμη, αλλά η εναρκτήρια είσοδος των King Crimson με το Starless ήταν απ’ αυτά τα πράγματα που τα κουβαλάς μαζί σου για καιρό ακόμα.

Όλο αυτό το αισθητικό παλίμψηστο θα μπορούσε να είναι αληθινό τουρλουμπούκι αν δεν υπήρχε ένα θεματικό ή αφηγηματικό κέντρο στο Mandy, ένας στιβαρός άξονας. Όχι αυτό το κέντρο βάρους δεν είναι η πλοκή ή οι χαρακτήρες, κακά τα ψέματα. Η ιστορία που αφηγείται το Mandy, αν την πάρουμε κυριολεκτικά, μοιάζει αφόρητα κοινότοπη. Είναι ένα revenge story, με την γυναίκα να απαγάγεται και τον άνδρα να εκδικείται. ΟΚ, μπράβο. Κι η ίδια η ταινία βέβαια το μεταχειρίζεται απλώς σαν σύμβαση, σαν κάτι σχηματικό, σαν την minimum υλική βάση για να αναπτυχθεί και να προμοταριστεί η οπτική γλώσσα έναντι της γραφής με τρόπο εμφατικό, συγκροτημένο, όχι συμπτωματικό. Η έκρηξη της βίας, όμως, είναι αυτός ο στιβαρός άξονας του Mandy. Τίποτα δεν είναι το ίδιο με πριν, τίποτα από το πριν δεν θυμίζει το μετά. Σε μια απίστευτη επιτέλεση ανδρικής υστερίας, ο Cage, περίπου στη μέση της ταινίας, περνάει γενναία το σημείο απ’ το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Πράγματι, τίποτα μετά την βία δεν είναι πια ίδιο – το impact είναι μεγάλο, έχει συνέπειες, έχει μυθικό βάρος, αλλά ο Κοσμάτος γνωρίζει πως ακόμα και τα πιο σοβαρά πράγματα στον κόσμο έχουν βαθιά μέσα τους έναν πυρήνα γελοιότητας.

Είδα την ταινία στις Νύχτες Πρεμιέρας, φέτος, αργά το βράδυ – όπως προοριζόταν να γίνει εξαρχής. Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Οι άνθρωποι περίμεναν να γίνει κάτι εντυπωσιακό μπροστά στα μάτια τους, κι ήταν έτοιμοι να το αποθεώσουν. Αυτή είναι μια ευγενής προσδοκία, πάντα. Ίσως συνοδευόταν από ένα υπερβολικά χαβαλετζίδικο κλίμα, κι ίσως κάποιες σκηνές να μην άξιζαν το γέλιο που της συνόδευσε. Αλλά, όπως και να ‘χει, ήταν η προβολή που, όταν στους εναρκτήριους τίτλους αρχής εμφανίστηκε το όνομα του Nicolas Cage, σχεδόν όλο το σινεμά χειροκρότησε. Μπορεί να ήταν ειρωνικό, αναυθεντικό, ανειλικρινές, μπορεί και όχι – αλλά κάτι έγινε μέσα μου, με συγκίνησε λίγο γαμώτο. Από πίσω έπαιζε το Starless των King Crimson.

Best of internet