Bad Times at the El Royale: Κάπως έτσι θα έμοιαζε το Grand Budapest Hotel αν το είχε γυρίσει ο Tarantino, περίπου

6 χρόνια μετά το Cabin in the Woods, o Drew Goddard επιστρέφει με τη δεύτερη ταινία του

Κάτι έχει κάνει ο Quentin Tarantino στην μαζική pop κουλτούρα του ύστερου 20ού και του πρώιμου 21ου αιώνα. Έχει βρει στόχο ρε παιδί μου, έχει χτυπήσει μια ευαίσθητη χορδή που δεν έχει καταφέρει να προσεγγίσει κανένας άλλος mainstream δημιουργός τα τελευταία 25 χρόνια. Όχι πως είναι παράλογο, βέβαια. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό, κι ήταν ένα συγκεκριμένο ιστορικό πνεύμα πάνω στην στροφή της χιλιετίας που κατέστησε δυνατόν να υπάρχει ένας Tarantino, με όλο του το κολάζ από κινηματογραφικά στυλ, τον μεταμοντέρνο κυνισμό, το μπλαζέ ειρωνικό κούλνες, την αιματηρή χορογραφία της βίας, το μπέρδεμα της λαϊκής μυθολογίας απ’ την ανατολή ως τη δύση. Θα χρειαζόμασταν πολλέεες παραπάνω λέξεις για να ερμηνεύσουμε αυτό το φαινόμενο, αλλά προς το παρόν μπορούμε να καταλήξουμε στο εξής: το συναντούμε παντού.

Κάποιες φορές, βέβαια, το συναντάμε πιο έντονα. Κι η αλήθεια είναι πως οι (δικαιολογημένα) τεράστιες επιτυχίες των Reservoir Dogs και Pulp Fiction οδήγησαν, από τα μέσα των 90s κι έπειτα, σε ένα σχεδόν διακριτό κινηματογραφικό genre: την ταραντινιά. Έχουμε δει πολλές ταραντινιές, οι πιο πολλές απ’ αυτές απαράδεκτες – και γι’ ένα διάστημα εκεί μεταξύ ’95 και ’05 κυρίως παράγονταν περισσότερες απ’ όσες μπορούσαν (ή έπρεπε) να καταναλωθούν. Έτσι, είδαμε κάποια πράγματα συμπαθέστατα, σαν το Get Shorty, το Go ή το Things to Do in Denver When You’re Dead. Είδαμε πράγματα αφόρητα, σαν το 8 Heads In A Duffel Bag, το 2 Days In The Valley, το Suicide Kings ή το Be Cool. Κι είδαμε και πράγματα υπερτιμημένα, για κάποιον λόγο, σαν το Boondock Saints ή το Amores Perrros (ναι, σόρι). Κι υπήρξαν βέβαια και δημιουργοί, σύγχρονοί του, σαν τον Robert Rodriguez ή τον Alexandre Rockwell που κατάφεραν να δέσουν αποτελεσματικά το προσωπικό τους ύφος με την επιρροή του Tarantino.

Κατά μία έννοια, ένας τέτοιος δημιουργός, εξίσου βαθιά παιδί της εποχής του, είναι κι ο Drew Goddard – του οποίου η νέα ταινία, Bad Times at the El Royale, κυκλοφορεί αυτή τη βδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Και θα ήταν κρίμα να λέγαμε ότι το φιλμ του είναι απλώς μια ταραντινιά, γιατί, κυρίως, ο ίδιος είναι περισσότερα απ’ αυτό. Για την ακρίβεια, είναι ένας από τους σύγχρονους δημιουργούς που μοιάζουν να έχουν αφομοιώσει καλά το ταραντινικό στοιχείο στο κινηματογραφικό dna τους, αντί να ασχοληθούν απλά με ένα γρήγορο ή εύκολο ξεπατίκωμα ή tribute. O Goddard ξεκίνησε να δουλεύει στην τηλεόραση, γράφοντας για τις σειρές δύο ανθρώπων που επίσης, σαν τον Tarantino, άλλαξαν την σύγχρονη pop κουλτούρα στο βαθμό που τους αναλογούσε. Ξεκίνησε, λοιπόν, σαν σεναριογράφος για τα Buffy και Angel του Joss Whedon, κι έπειτα συνέχισε στα Alias και Lost του J.J. Abrams.

Φυσικά, έμελλε να ξανασυνεργαστεί και με τους δυο τους σε κινηματογραφικό επίπεδο, γράφοντας το σενάριο για τις αποσυναρμολογημένες horror ταινίες Cloverfield και The Cabin in the Woods, όπου ήταν παραγωγοί οι Abrams και Whedon αντίστοιχα – στο δεύτερο εκτελώντας και χρέη σκηνοθέτη παράλληλα. Γνωρίζοντας πολύ καλά και εκ των έσω την σύγχρονη pop κουλτούρα και τις δυναμικές της, ο Goddard θέλησε να πειραματιστεί με τα όρια της διακειμενικότητας, της αυτο-αναφορικότητας και της ειρωνικής ανακατασκευής σε mainsteam επίπεδο – και πράγματι επρόκειτο για δύο ταινίες αρκούντως αναζωογονητικές. Κι έπειτα από ένα έξυπνο (αλλά λιγότερο τσαχπίνικο) σενάριο για το The Martian του Ridley Scott κι ένα υπέροχο στήσιμο του Daredevil για το τηλεοπτικό σύμπαν Marvel/Netflix, ο Goddard ήταν έτοιμος να αναλάβει το επόμενο προσωπικό του κινηματογραφικό πρότζεκτ ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός.

Και τι περιλαμβάνει αυτό το προσωπικό πρότζεκτ, ονόματι Bad Times at the El Royale; Είναι, κατά βάση, ένα σατιρικό θρίλερ δωματίων, στημένο σχεδόν εξολοκλήρου στο ομώνυμο ξενοδοχείο του τίτλου, το οποίο μετεωρίζεται στο σύνορο ανάμεσα σε δύο πολιτείες των ΗΠΑ, την Καλιφόρνια του Λος Άντζελες και την Νεβάδα του Λας Βέγκας – δύο μητροπόλεις στενά δεμένες με την αμερικάνικη εκδοχή της βιομηχανίας του θεάματος που οριοθετούνται από την απεραντοσύνη της ερήμου ή του ωκεανού, ανάλογα με το από ποια μεριά κοιτάς και προς τα πού πηγαίνεις. Σ’ αυτό το ξενοδοχείο, λοιπόν, το 1969, συναντιούνται μια χούφτα άνθρωποι, καθένας με τα δικά του ένοχα και αθώα μυστικά, συγκροτώντας ένα κοινωνικό, πολιτισμικό και πολιτικό τουρλουμπούκι που περιστρέφεται γύρω από τα δύο κατεξοχήν ηδονοβλεπτικά ταμπού της κινηματογραφικής ιστορίας: το έγκλημα και την σεξουαλικότητα.

Έχουν μια ιδιαίτερη γοητεία οι ταινίες που εκτυλίσσονται σε ξενοδοχεία, δεν έχουν; Υπάρχει μια πύκνωση χώρου, χρόνου και ανθρώπων που μοιάζει να παράγει κάτι το εντροπικό πλην εκρηκτικό. Είναι συνθήκες σχεδόν εργαστηριακές, με προσφορά ευκολιών στην αφήγηση, αλλά και με την ιδιαίτερη αύρα ενός δημόσιου χώρου γεμάτου ιδιωτικότητες και μυστικά – με ένα μάτσο λεπτούς τοίχους και πόρτες να αποτελούν το επισφαλές χώρισμα. Κι η κινηματογραφική μυθολογία είναι γεμάτη εμβληματικά ξενοδοχεία που λειτουργούν σαν αφηγηματικοί πυκνωτές μεταξύ των χαρακτήρων-αγωγών, από το αρχετυπικό Grand Hotel του ’32 με τη Greta Garbo και τις Διακοπές του Κυρίου Ιλό μέχρι το Bates Motel του Psycho και το Overlook Hotel του The Shining, κι από το The Last Laugh του Murnau ή το Last Year in Marienbad μέχρι το Death in Venice, το Mystery Train και το Barton Fink.

Βέβαια, αν θέλουμε να είμαστε κάπως πιο ακριβείς, το Bad Times μοιάζει περισσότερο σα να έχει βάλει στο μπλέντερ το Four Rooms (όπου συμμετείχε κι ο Tarantino, προφανώς) μαζί με το Grand Budapest Hotel του Wes Anderson – τόσο στον επιδιωκόμενο ρυθμό της αφήγησης όσο και στην αισθητική γλώσσα της ταινίας. Τα χρώματα είναι ζεστά και πλούσια, τα αντικείμενα είναι άριστα τοποθετημένα, το στυλιζάρισμα είναι χειρουργικά ακριβές, ο χρόνος της αφήγησης πηγαίνει μπρος-πίσω και δεξιά-αριστερά, ο ρυθμός είναι πρωτίστως μουσικός και η μουσική αποτελεί χάδι ακόμα και για τα πιο δύσκολα αυτιά. Και καθώς στο El Royale συναντιέται το εντυπωσιακό καστ των Jeff Bridges, Dakota Johnson, Jon Hamm, Cynthia Erivo, Chris Hemsworth (με πανέμορφες συμμετοχές των Nick Offerman και Xavier Dolan ανά διαστήματα), κουβαλάει μαζί του κι όλο το παλίμψηστο συμβόλων των 60s και 70s: λίγο πόλεμος στο Βιετνάμ, λίγο κλίμα Watergate, λίγο μαύρος ριζοσπαστισμός, λίγο ψυχεδέλεια και χιπισμός, λίγο αλλόκοτες αιρέσεις, λίγο μουσική βιομηχανία, λίγο απ’ όλα.

Κι εκεί είναι που ξεκινούν τα προβλήματα του Bad Times. Παρόλο που ο Goddard είναι έξυπνος σεναριογράφος (επιτρέψτε μας να πούμε: πιο έξυπνος απ’ όσο έχει υπάρξει ο Tarantino εδώ και κάμποσα χρόνια), εδώ η ειρωνεία και η τσαχπινιά δεν καταφέρνουν να τον απελευθερώσουν από τα βάρη της ταινίας. Μπορεί οι διάλογοι να είναι χαρακτηριστικά σπιρτόζικοι και η εικονογραφία να είναι πλουσιοπάροχη, αλλά η ίδια η αφηγηματική δομή της ταινίας βρίσκεται συχνά στα όρια της κατάρρευσης. Είναι φορές που ο ρυθμός του Bad Times μετά βίας συγκρατείται σε τάξη, με τη συνεχή παράθεση flashbacks και backstories να μοιάζει τόσο random όσο και αχρείαστη, δίνοντας παράλληλα μια αίσθηση ότι παρακολουθούμε ένα ατελείωτο, συνεχές setup για μια κατάληξη που εξαντλείται εν τέλει σε κοινοτοπίες ανατροπών και αποκαλύψεων – καλοστημένες μεν, αλλά όχι λιγότερο κοινοτοπίες.

Όσο απολαυστικό είναι το ρετρο-κιτς ύφος του Bad Times at the El Royale, όσο πλούσιο είναι το εύρος των κινηματογραφικών αναφορών που βάζει απενοχοποιημένα πλην σεβαστικά στο pop μίξερ του, άλλο τόσο αποδεικνύεται ότι πήγε μάλλον να στήσει ένα κινηματογραφικό οικοδόμημα που πατάει σε δύο βάρκες. Και, ειρωνικά, δεν είναι η Καλιφόρνια κι η Νεβάδα, αλλά αφενός το βάρος της κοινοτοπίας και αφετέρου το twist της πρωτοτυπίας. Ίσως παραήταν φιλόδοξο για τις ικανότητές του, ίσως, τουλάχιστον, θα μπορούσε να μην διαρκεί 2μιση ολόκληρες ώρες. Ήταν, όμως, διασκεδαστικό μέσα στην μετα-ταραντινιά του – κι η αλήθεια είναι ότι, δεν θα πούμε ψέματα, ουκ ολίγες φορές πηγαίνουμε σινεμά για να διασκεδάσουμε.

Best of internet