Στο «Hold the Dark» η βία δεν είναι λύση, είναι καταδίκη

Ένα σκοτεινό, παγωμένο, βίαιο μίνι-έπος στο Netflix δια χειρός Τζέρεμι Σολνιέ

Όλοι και όλες έχουμε κάποια ιδιαίτερες αδυναμίες, φερ’ ειπείν, σε κάποιους συγκεκριμένους σκηνοθέτες της εποχής μας. Κάποιους που, ρε παιδί μου, βρίσκουμε ότι καταφέρνουν να πιάσουν κατιτίς συγκεκριμένο στο κοινωνικό και πολιτισμικό μας περιβάλλον, το ξεθάβουν ώστε να το βγάλουν στην επιφάνεια ή διώχνουν την σκόνη της μυστικοποίησης από πάνω του, και έρχονται στην ευχάριστη (για μας) θέση να αποτελέσουν, κατά κάποιον τρόπο, σύγχρονες μικρές πλην υπαρκτές πυξίδες για το μοντέρνο σινεμά. Όχι ότι σώνει και ντε οι ταινίες τους είναι εξαιρετικές ή ότι θα γραφτούν με χρυσά γράμματα και τα σχετικά, αλλά ότι καταφέρνουν να φτιάξουν ένα ύφος συνεκτικό μέσα στον σύγχρονο pop culture αχταρμά ή την προκάτ arthouse αυταρέσκεια. Μιλάμε κυρίως για σκηνοθέτες που βρίσκονται στα 40τόσο τους, που έχουν ήδη πίσω τους 2 ή 3 ή 4 ταινίες κι έρχονται να κομίσουν κάτι εξίσου προσωπικό και επικοινωνήσιμο στο σημερινό κινηματογραφικό τοπίο.

Ας φέρουμε μερικά παραδείγματα, όχι απαραίτητα τα καλύτερα, αλλά αυτά που μας έχουν εξιτάρει περισσότερο την τελευταία δεκαετία. O Sean Baker φτιάχνει έναν δικό του κοινωνικό ρεαλισμό με τα Tangerine και Florida Project. Ο Alex Garland αναζωογονεί την sci-fi φαντασία με τα Ex Machina και Annihilation. Η Lynne Ramsay δημιουργεί ένα δικό της ποιητικό σινεμά της σκληρότητας με το We Need to Talk about Kevin και το You Were Never Really Here. O Martin McDonagh καλλιεργεί ένα ιδιαίτερο κυνικό ηθικοπλαστικό ύφος με το In Bruges και το Three Billboards Outside Ebbing Missouri. O Shane Carruth επανεφευρίσκει το προσωπικό πειραματικό σινεμά με το Primer και το Upstream Color, όπως κάνουν κι από τη μεριά τους ο Xavier Dolan κι ο Carlos Reygadas. Ο Peter Strickland εξερευνά το σινεμά του φετιχισμού με το Duke of Burgundy και το In Fabric. O Jeff Nichols εξερευνά τη δική του americana της ενδοχώρας με τα Take Shelter και Mud. Κι επειδή το πράμα πηγαίνει επικίνδυνα προς το namedropping, θα αποφύγουμε να αναφέρουμε άλλα ονόματα που μας έρχονται στο μυαλό, και θα πάμε στο κυρίως θέμα μας.

Το κυρίως θέμα μας, λοιπόν, είναι ο Jeremy Saulnier. Πώς συνδέεται ο Jeremy Saulnier με όλα τα παραπάνω; Είναι κι αυτός ένας 40άρης δημιουργός σαν τους προαναφερθέντες, με ένα δικό του διακριτό ύφος, θεματολογία και σύνδεση με το σημερινό περιβάλλον, αν και μάλλον με μικρότερο ντόρο γύρω από το όνομά του. Ο Saulnier ξεκίνησε την πορεία του το 2007 με το Murder Party, μια αρκετά αυτοσχέδια, low budget κωμωδία τρόμου, στην οποία ήταν παράλληλα σκηνοθέτης, σεναριογράφος, casting director και διευθυντής φωτογραφίας. Περάσανε κάμποσα χρόνια που δούλεψε σε ταινίες άλλων ως κινηματογραφιστής και το 2013 επανήλθε στην σκηνοθετική καρέκλα με το υπέροχο Blue Ruin, ένα γνησίως ανεξάρτητο διαμάντι που χρηματοδοτήθηκε από το κοινό μέσω Kickstarter και κατάφερε να φτάσει ως τις Κάννες (όπου βραβεύθηκε στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών) και την υποψηφιότητα για το Βραβείο John Cassavetes στα Independent Spirit Awards. Έπειτα, επανήλθε στο horror ύφος δύο χρόνια αργότερα με το punk thriller Green Room, λαμβάνοντας πολύ καλές κριτικές και φιγουράροντας σε αρκετές λίστες με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Όπως είναι λογικό, μετά απ’ αυτήν την σύντομη πλην αξιοσημείωτη πορεία, και λόγω της μεγάααλης προσωπικής συμπάθειας προς το έργο του και τον ίδιο, παρακολουθούσα από κοντά και με κομμένη την ανάσα (sic) ποια θα είναι τα επόμενα βήματα του Saulnier. Και πράγματι, μέσα στην φετινή χρονιά ήρθαν δύο ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Πρώτον, ανακοινώθηκε ως ένας εκ των σκηνοθετών που θα αναλάβουν τον τρίτο κύκλο του True Detective. Δεύτερον, επρόκειτο να σκηνοθετήσει, για λογαριασμό του Netflix, μια ομώνυμη κινηματογραφική εκδοχή του μυθιστορήματος του William Giraldi, με τίτλο Hold the Dark, σε σενάριο του σταθερού συνεργάτη και φίλου του, Macon Blair, ο οποίος έχει πρωταγωνιστήσει σε όλες τις ταινίες του, αλλά και στα Florida Project και Logan Lucky, μεταξύ άλλων.

Έτσι κι έγινε: το Hold the Dark έκανε πρεμιέρα στο Netflix στις 28 Σεπτεμβρίου, με τον ελληνικό τίτλο Η Νύχτα των Λύκων, και με το διακριτικά υπέροχο καστ των Jeffrey Wright, Alexander Skarsgård και Riley Keough. Η τελευταία είναι μια νεαρή μητέρα που ζει σε ένα χωριό στην Αλάσκα, κι ισχυρίζεται ότι το 6χρονο παιδί της έχει πέσει θύμα επίθεσης μιας άγριας αγέλης λύκων. Ο πατέρας είναι στρατιώτης στον πόλεμο του Αφγανιστάν, μιας και βρισκόμαστε στο 2004, κι εκείνη επιστρατεύει τη βοήθεια ενός φυσιοδίφη και ειδικού στους λύκους προκειμένου να βρει τα απομεινάρια του γιου της. Από εκεί κι έπειτα, αρχίζει να ξετυλίγεται μια φιλόδοξη αφήγηση διάρκειας άνω των 2 ωρών, η οποία επιχειρεί να επεξεργαστεί με λιγοστούς διαλόγους και άφθονη έντονη εικονογραφία τις εκδοχές του ανθρώπινου πολέμου προς τους κάθε φορά θεωρούμενους εχθρούς του: το φυσικό, το ζωώδες, το ξένο στοιχείο, αλλά και το παρελθόν, τα μυστικά του, τον κρυμμένο εαυτό.

Ναι, το Hold the Dark είναι μια σκοτεινή, βίαιη, ασφυκτική ταινία. Ο Saulnier το γνωρίζει – και επενδύει σ’ αυτό όσο γίνεται περισσότερο. Πιθανώς ο αργόσυρτος ρυθμός, η λακωνικότητα των ανθρώπων, η πνιγηρότητα της ατμόσφαιρας κι η έκρηξη των βιαιοτήτων να καταφέρουν, συνδυαστικά, να απομακρύνουν κάποιους εκ των θεατών. Υπάρχει κάτι, όμως, στο Hold the Dark που επιβραβεύει την υπομονή και την αντοχή – κι εκεί είναι που κρύβεται η ιδιαιτερότητα του σινεμά που (θέλει να) κάνει ο Saulnier. Μιλώντας φέτος για το You Were Never Really Here της Ramsey, αναφερθήκαμε αρκετά εκτενώς στο ζήτημα της κινηματογραφικής βίας. Συγκεκριμένα, γράφαμε ότι, συνήθως, η αναπαράσταση της βίας στο σινεμά χαράσσει δύο δρόμους. Είτε στην κατεύθυνση που προβληματίζεται αναλογιζόμενη αν υπάρχει μια ευθεία χοντροκομμένη αναλογία μεταξύ πραγματικότητας και αναπαράστασης ώστε να τεθεί ηθικόλογα εάν η βία στο σινεμά οδηγεί στη βία εκτός σινεμά, είτε στην κατεύθυνση που περιορίζει την βία απλώς σε ένα στοιχείο του στυλ, σε κάτι που είναι απλά κουλ, που δεν έχει πραγματικό αφηγηματικό βάρος, δεν υποτάσσεται στην βαθύτερη λογική του genre ή του ύφους, δεν γίνεται αντικείμενο αισθητικής ή θεματικής επεξεργασίας.

Εκεί, στην ταινία της, η Ramsay ανατέμνει για άλλη μια φορά τις αναπαραστάσεις της βίας για να ανακαλύψει μέσα τους μια βίαιη ποιητική δύναμη που να έρχεται σε αντίθεση με την μπλαζέ κυνική χορογραφία της. Ο Saulnier, από την άλλη, μοιάζει να έχει παρόμοια κίνητρα, αλλά αντίθετο αποτέλεσμα. Οι ταινίες του τα τελευταία χρόνια, ξεκινώντας από το Blue Ruin, μοιάζουν να αφορούν αποκλειστικά τις βίαιες ανδρικές εκρήξεις, σαν το αντικείμενό τους να είναι η ίδια η βιαιότητα και επιθετικότητα. H βία στο Hold the Dark γίνεται αυθεντικά απειλητική, και σκοπεύει να φέρει αισθητική απόλαυση στο βαθμό που καταφέρνει να προβληματικοποιήσει τον εαυτό της. Με άλλα λόγια, η οπτική γλώσσα της βίας συνεχίζει να είναι συναρπαστική στον Saulnier (και το παραδέχεται κι ο ίδιος ότι τον συναρπάζει να την κινηματογραφεί), αλλά ο τρόμος έρχεται μέσα από την επεξεργασία των κινήτρων της, του περιβάλλοντός της, των αιτιών της, της συναισθηματικής και ιδεολογικής σκληρότητας που το καθιστά δυνατό να εκραγεί.

Ο ίδιος έχει τοποθετηθεί πολλές φορές σε συνεντεύξεις του πάνω στα ζητήματα της κινηματογραφικής βίας, και πάντα έχει πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις, όπως για παράδειγμα εδώ, εδώ ή εδώ. Στο Hold the Dark, παρόλο που δεν φτάνει το κινηματογραφικό επίπεδο του Blue Ruin, ο Saulnier καταφέρνει να ξεδιπλώσει με τρομερή ακρίβεια τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την αναπαράσταση της βίας. Τοποθετώντας την εξίσου στην άγρια παγωμένη ερημιά, τον μοντέρνο πόλεμο και την οικιακή ζωή, αντιλαμβάνεται ότι τα υπόγεια νήματα που συνδέουν τις βίαιες εκρήξεις έχουν εξίσου άμεσα πρακτικά κίνητρα και συνέπειες, όσο και μυθικό βάρος για την ανθρώπινη κοινωνική συγκρότηση. Χρησιμοποιώντας μια αισθητική γλώσσα που ξεκινάει από την western βιαιότητα του Sam Peckinpah, περνάει από τους λαϊκούς θρύλους τρόμου και φτάνει μέχρι τον απο-ηθικοποιημένο πολεμικό ρεαλισμό ενός Generation Kill, ο Saulnier καταφέρνει κάτι ιδιαίτερο: μας επιτρέπει να κατανοήσουμε άμεσα τη βία του στην αισθητική της σύλληψη, αλλά και να νιώσουμε εξίσου άμεσα και τον αμετάκλητο χαρακτήρας της μέσα από τις πραγματικές  της συνέπειες. Ο Saulnier έχει μια αφοσίωση στην βία, μέσα σε έναν αυξανόμενα βίαιο κόσμο. Γνωρίζει, επίσης, ότι αυτό του φορτώνει ένα βάρος. Όχι να γίνει γίνει ένας διδακτικός ηθικολόγος, αλλά να γίνει ένας υπεύθυνος καλλιτέχνης. Και μέχρι στιγμής τα καταφέρνει, και μπράβο του.

Best of internet