Ο Πίτερ Στρίκλαντ έφτιαξε την πιο αλλόκοτα υπέροχη ταινία της χρονιάς, το In Fabric, και τον ρωτήσαμε πώς τα κατάφερε

O 45χρονος Βρετανός σκηνοθέτης βρέθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας και τα είπαμε λιγάκι

Υπάρχει μεγαλύτερο καλλιτεχνικό παράπτωμα από την κοινοτοπία; Ίσως ναι, ίσως όχι, περί ορέξεως, τι να κάνουμε, αυτά έχει η ζωή. Να, για παράδειγμα, τώρα μόλις παραθέσαμε 2-3 μαζεμένες κοινοτοπίες και ήδη βαρεθήκαμε θανάσιμα τους εαυτούς μας – πιθανότατα χάνοντας και μερικούς αναγνώστες ήδη από την αρχή. Αλλά τι να γίνει, αυτά έχει η ζω- ΟΚ, τέλος. Στο σινεμά πάντως, αν μη τι άλλο, το να είναι βαρετή, κοινότοπη, άνευρη ή ψόφια μια ταινία αποτελεί μέγα πρόβλημα. Βέβαια, η έμπνευση, η ζωντάνια, η αναζωογόνηση της κινηματογραφικής φαντασίας δεν είναι εύκολο πράγμα. Μερικές φορές, ακόμα κι αν υπάρχουν οι καλύτερες προθέσεις, όλα μοιάζουν σαν να έχουν ειπωθεί ήδη, να έχουν γραφτεί ήδη, να έχουν κινηματογραφηθεί ήδη.

Ο Πίτερ Στρίκλαντ, από την άλλη πλευρά, είναι ένας σκηνοθέτης που προσπαθεί επίμονα για το καινούριο, γνωρίζοντας πολύ καλά πως η γλώσσα του πηγάζει από το παρελθόν. Όσο πιο σαφείς κάνει τις αναφορές και τις επιρροές του, τόσο περισσότερο προσπαθεί να καταφέρει να αναδείξει το γνήσια προσωπικό του ύφος. Κι αν οι πρώτες δύο ταινίες του, Katalin Varga και Berberian Sound Studio, αποτελούσαν ερωτικά γράμματα προς το ανατολικο-ευρωπαϊκό σινεμά και τον ιταλικό τρόμο, το The Duke of Burgundy του 2014 απέδειξε πως πρόκειται για έναν δημιουργό που βρίσκεται ανάμεσα στους πιο χαρισματικούς της δεκαετίας.

Τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία του ταινία, λοιπόν, ο Στρίκλαντ επιστρέφει με το In Fabric, ένα παράξενο σατιρικό φιλμ τρόμου που αφηγείται την ιστορία ενός καταραμένου κόκκινου φορέματος που στοιχειώνει τους ανθρώπους και στοιχειώνεται από αυτούς. Οι τελετουργίες της παραγωγής και της κατανάλωσης, ο φετιχισμός των εμπορευμάτων, η διάχυση της σεξουαλικότητας, η οικονομία της επιθυμίας, η μόνιμη διασταύρωση σαγήνης και κινδύνου, οι ζωντανές υφές των φωνών, των σωμάτων, των αναμνήσεων – όλα αυτά μπλέκονται αναμεταξύ τους στο In Fabric κι ο Στρίκλαντ το κάνει σαν να πρόκειται για το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Με σαφείς κινηματογραφικές αναφορές, με σιγουριά στα καινοτόμα στοιχεία του, με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο.

Την Πέμπτη που μας πέρασε, ο Στρίκλαντ βρέθηκε αυτοπροσώπως στην Αθήνα για να παρουσιάσει τη νέα ταινία του στις Νύχτες Πρεμιέρας. Σε μια κατάμεστη προβολή που κράτησε μέχρι τη 1 το βράδυ, ο 45χρονος Βρετανός σκηνοθέτης μίλησε για τον καταναλωτισμό, για το ASMR, για το giallo, για την Ελληνίδα μητέρα του, για μονολόγους με τεχνική ορολογία πλυντηρίων, για τα πάντα περίπου. Το επόμενο πρωί τον συναντήσαμε και μας μίλησε για άλλο ένα μισάωρο, ξεκινώντας από το πειραματικό animation των αδερφών Quay και του Svankmajer και φτάνοντας μέχρι τις πρώτες ταινίες του Μιχάλη Κακογιάννη.

Για να μην τα πολυλογούμε, είμαστε χαρούμενοι που είδαμε τη νέα ταινία του Πίτερ Στρίκλαντ στη μεγάλη οθόνη, είμαστε χαρούμενοι που ήταν κι αυτός παρών (μαζί με τον παραγωγό του, Άντι Σταρκ), είμαστε χαρούμενοι που συζητήσαμε μαζί του. Αυτή εδώ είναι η συνέντευξη, εντζόι:

Πρώτα απ’ όλα, συγχαρητήρια για την ταινία σου.

Σ’ ευχαριστώ!

Νομίζω ότι είναι η αγαπημένη μου στο φεστιβάλ μέχρι στιγμής.

Φαντάσου να έχεις δει μόνο 2 ταινίες ξέρω ‘γω…

Όχι, μην ανησυχείς, έχω ένα αρκετά ασφαλές δείγμα.

Σόρι, το χιούμορ μου είναι κακό. 

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για το In Fabric. Μου έκανε εντύπωση που ανέφερες ότι είναι μια ταινία για τα μαγαζιά, κι όχι συγκεκριμένα για φορέματα ή υφάσματα. Τι είναι αυτό που σε τραβάει στα μαγαζιά;

Σίγουρα είναι μια ταινία για ρούχα. Αλλά η εμμονή με τα μαγαζιά είναι ένας φόρος τιμής σε κάτι που πεθαίνει, με το online shopping κλπ. Είναι δηλαδή γι’ αυτά τα κλασικά παλιά πολυκαταστήματα. Έχουν κάτι που σχεδόν θυμίζει θεατρικό σκηνικό. Και το να δουλεύεις σε μαγαζί είναι ένα είδος performance, μιας και έχω δουλέψει σε πολλά μαγαζιά. Η γλώσσα, για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερη.

Για μένα, αυτή η ταινία είναι μια υπερβολή της πραγματικότητας, αλλά αυτή η γλώσσα της λιανικής πώλησης είναι αρκετά διαδεδομένη. Πρόκειται για μια σατιρική ματιά στον καταναλωτισμό, όσον αφορά το background της ταινίας τουλάχιστον – όχι τόσο τους κύριους χαρακτήρες. Στις ουρές, στους τσακωμούς, στο εργοστάσιο στο τέλος. Αλλά δεν ήθελα να είναι μια διδακτικίστικη ταινία. Θα ήμουν υποκριτής αν κατέκρινα τους ανθρώπους επειδή καταναλώνουν. Κι εγώ καταναλώνω.

Αλλά το πιο ενδιαφέρον σημείο για μένα είναι ο ρουχισμός. Αυτή η ιδέα ότι τα ρούχα είναι στοιχειωμένα. Ότι όταν αγοράζεις κάτι, αυτό το ρούχο το έχει φτιάξει κάποιος. Τις περισσότερες φορές, κάποιος που έχει πληρωθεί σκατά λεφτά για να το κάνει. Ή κάποιος που έχει πεθάνει. Είναι αόρατο το παρελθόν των ρούχων, δε μπορείς να το δεις. Αυτή η ταινία θέλει να δείξει ότι ο ρουχισμός έχει μια ιστορία, μια ανθρώπινη ιστορία. Τα ρούχα έχουν ένα ανθρώπινο αποτύπωμα πάνω τους, κάτι που τα στοιχειώνει. Εκεί δένουν και τα σωματικά υγρά στην ταινία.

Η διαδικασία της αγοραπωλησίας στο μαγαζί της ταινίας, οι χειρονομίες και η γλώσσα, είχε έναν σχεδόν μυθικό χαρακτήρα. Κι επειδή ξέρω ότι αγαπάς τους αδερφούς Quay, μου θύμισε πολύ το διήγημα του Μπρούνο Σουλτζ, τα Μαγαζιά της Κανέλας, στο οποίο βάσισαν την ταινία τους Street of Crocodiles.

Τους λατρεύω, κι είναι μια από τις αγαπημένες μου ταινίες!

Έχουν κι αυτοί πολύ έντονα τον συμβολισμό των αντικειμένων, των κατασκευασμένων απολαύσεων, της μηχανικής πραγματικότητας.

Τους θεωρώ φετιχιστές κατά μία έννοια, όσον αφορά τον τρόπο που αυτοί ή ο Jan Svankmajer έφερναν τα αντικείμενα στο προσκήνιο, τα ζωντάνευαν, τους έδιναν δύναμη – μια δύναμη που ελέγχει τον τρόπο που αντιδρούμε απέναντί τους. Η ταινία μου είναι με πολλούς τρόπους διαφορετική από το Street of Crocodiles, αλλά πράγματι έχει αυτήν την μυθολογία των μαγαζιών, αυτό το μυστήριο.

Μ’ αρέσει που ανέφερες τον όρο φετιχιστές. Μερικές φορές η κριτική του καταναλωτισμού μπορεί να πάρει μια αρκετά κοινότοπη μορφή. Αντίθετα, μου φάνηκε ότι το In Fabric πήγε πιο μακριά απ’ αυτό, μίλησε για μια οικονομία της επιθυμίας.

Ναι, βέβαια, η ταινία έχει κάθε είδους φετιχισμό. Και σεξουαλικό, προφανώς. Μ’ αρέσει να επεκτείνω αυτές τις ιδέες και σ’ άλλα πεδία. Νομίζω ότι η επιθυμία και ο φετιχισμός είναι πολύ ισχυρά πράγματα, πχ στον τρόπο που διαφημίζονται τα ρούχα – είναι σχεδόν υπνωτικό όλο αυτό. Προσπαθώ όμως να βρω και την ομορφιά σ’ αυτόν τον υπνωτισμό. Να δείξω ότι είναι κατανοητό να σαγηνευόμαστε, κι όχι να κριτικάρω αυτούς που σαγηνεύονται.

Ανέφερες ούτως ή άλλως πως η ταινία είναι ταυτόχρονα μια κριτική κι ένα εγκώμιο για την κατανάλωση. Κι ήθελα να σε ρωτήσω: υπήρχε κάποια προηγούμενη εκδοχή της ταινίας με περισσότερο κριτικό ή εγκωμιαστικό χαρακτήρα; Κάτι που ήθελε εξισορρόπηση;

Όχι ιδιαίτερα. Αλλά αυτό που υπήρχε ήταν το εξής. Είχα ένα εργοστάσιο στην ταινία, στην αρχή της. Περιείχε το backstory σχετικά με το πώς απέκτησε την κατάρα του το φόρεμα. Ήταν μια εργάτρια που δεν πληρωνόταν και της φέρονταν πολύ άσχημα. Και μετά αυτοκτόνησε και καταράστηκε το φόρεμα. Είχε όμως πολλά προβλήματα όλο αυτό, δεν ένιωθα καλά μαζί του. Και πάλι υπήρχε ένας κίνδυνος να πάει προς την ηθική η ταινία, προς τον ευθύ κοινωνικό σχολιασμό. Δεν ήθελα να γίνει σαν ταινία Ken Loach. Δεν έχω κανένα πρόβλημα μαζί του, φυσικά, αλλά θα ήταν πολύ διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η ταινία εστιάζει στο φόρεμα, προφανώς, αλλά και σε ένα ακόμα αντικείμενο: το πλυντήριο. Ήταν, λοιπόν, μια ταινία αρκετά προσανατολισμένη στα αντικείμενα. Πώς προσεγγίζεις τα αντικείμενα; Πόσο διαφορετικό είναι απ’ το να κινηματογραφείς ανθρώπους;

Μ’ αρέσουν πολύ και οι συσκευές ηχογράφησης, μ’ αρέσει να ζωντανεύουν στις ταινίες μου. Για παράδειγμα, το μήνυμα στον τηλεφωνητή αλλάζει ανάλογα με τα συναισθήματά της πρωταγωνίστριας, η μηχανική φωνή γίνεται διαφορετική. Ή η ανακοίνωση απ’ τα μεγάφωνα στο κατάστημα την ώρα της φωτιάς. Ο τρόπος που το προσεγγίζω είναι γυρνώντας στις ταινίες που το έκαναν πολύ καλά στο παρελθόν, ως πηγή έμπνευσης. Όπως ο Walerian Borowczyk, ο Sergei Parajanov, οι αδερφοί Quay φυσικά, ο Svankmajer, o Bunuel.. Ήταν όλοι τους σκηνοθέτες που κατανοούσαν πολύ καλά τον κόσμο των αντικειμένων. Ότι πρέπει να επενδύσεις σ’ αυτά τόση ενέργεια κινηματογραφικά όση και στους ανθρώπους. Κι οι ηθοποιοί μπορεί να εκνευριστούν αν ασχολείσαι πολύ με τα αντικείμενα. Εμένα μου έχουν θυμώσει αρκετές φορές επειδή κινηματογραφούσα για ώρα ένα αντικείμενο. Αρχικά είναι σε φάση “τι σκατά;”, αλλά μετά τους το εξηγώ και χαλαρώνουν.

Όταν είδα στα opening credits ότι η μουσική είναι του Tim Gane των Stereolab, ξαφνικά μου ήρθε μια επιφοίτηση για τις ταινίες σου. Οι Stereolab πάντα συνδύαζαν οργανικά το avantgarde και τους καταστασιακούς με έναν πολύ pop συναισθηματισμό και μια lounge προσέγγιση. Κι έτσι μου ήρθε η σκέψη ότι οι ταινίες σου λειτουργούν για το σημερινό σινεμά όπως αυτό που έκαναν οι Stereolab μουσικά στα 90s.

Πράγματι, είσαι ο πρώτος που μου το λέει, αλλά είναι αλήθεια. Συζητήσαμε πολύ για τους Stereolab φτιάχνοντας την ταινία, κι είναι μια από τις μεγαλύτερες επιρροές μου – εξίσου σημαντική με το σινεμά. Με εντυπωσίαζε το πως συνδύαζαν αυτά τα φαινομενικά αντίθετα μεταξύ τους πράγματα. Το noise, το avantgarde, το krautrock μαζί με το easy listening. Και ουσιαστικά αυτοί με εισήγαγαν στο giallo. Όχι προσωπικά οι ίδιοι, δεν γνωριζόμασταν ακόμα στα 90s. Αλλά τότε, το 1992, παίζανε μια συναυλία συνοδεύοντας μουσικά το Πουλί με τα Κρυστάλλινα Φτερά. Κι αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουσα για τον Dario Argento.

Τότε, όμως, κανείς δεν έπαιρνε σοβαρά το giallo. Κανείς δεν έπαιρνε σοβαρά το easy listening. Οι Stereolab ήταν αυτοί που έκαναν το easy listening αποδεκτό. Αλλά δεν συνδύασαν απλά αυτά τα δύο άκρα. Βρήκαν βαθιές συνδέσεις μεταξύ τους. Για τον ίδιο λόγο αγαπώ τους My Bloody Valentine, που συνδύασαν το noise με το pop. Έτσι, έχοντας όλα αυτά στο μυαλό μου, συζήτησα πολύ με τον Tim Gane για την ταινία. Ήθελα πολύ μελωδία και πολύ θόρυβο, μαζί.

Συνολικά, έχεις μια πολύ ενδιαφέρουσα σχέση με το αλλόκοτο και το ανοίκειο. Πιστεύεις ότι το σινεμά μιλάει μια πιο μυθική ή υπερβατική γλώσσα;

Μπορώ να μιλήσω μόνο για τις τελευταίες δύο ταινίες μου, οι άλλες μου φαίνονται πολύ μακρινές πια. Το Duke of Burgundy παρουσίαζε έναν πολύ ανοίκειο κόσμο, αλλά προσπαθούσε να βρει το οικείο εντός του. Το In Fabric κάνει το αντίθετο. Παίρνει έναν οικείο κόσμο, τα μαγαζιά, τα ρούχα κλπ, και προσπαθεί να βρει το ανοίκειο εντός του. Δουλεύει και με τους δύο τρόπους το πράγμα δηλαδή, αυτή η σχέση μεταξύ παράξενου και συνηθισμένου.

Σε συνεντεύξεις σου έχεις αναφέρει συχνά σκηνοθέτες σαν τον Nick Zedd, τον Kenneth Anger, τον Bruce LaBruce. Θέλεις τον κινηματογράφο σου παραβατικό, transgressive; Συχνά μοιάζει σαν να υπάρχει μπόλικο edgy σινεμά, αλλά όχι τόσο πολύ ουσιαστικά προκλητικό σινεμά.

Ειδικά στον Bruce LaBruce είναι πολύ σημαντικό αυτό, οτιδήποτε σεξουαλικά αποκλίνον ήταν στο επίκεντρο της προσοχής του. Νομίζω χρειάζεται να είμαστε προκλητικοί, αλλά με έναν συγκεκριμένο σκοπό κατά νου. Αν μια ταινία σκοπεύει να σοκάρει, δεν με ενδιαφέρει. Για μένα το απόλυτο transgressive σινεμά ήταν αυτό που φτιάχτηκε γύρω από τον Andy Warhol στα 60s, ο Paul Morrissey για παράδειγμα. Υπήρχε μια αμφισημία στο έργο του που δεν την συναντάς πια. Δεν ήξερες το φύλο των χαρακτήρων, δεν ήξερες την σεξουαλικότητά τους. Κι είχε μια φυσικότητα αυτό. Τώρα αν μια ταινία έχει trans ή gay χαρακτήρες αποτελεί είδηση. Γίνεται θέμα. Σε ταινίες σαν εκείνες, όμως, αυτό ήταν το φυσιολογικό, η νόρμα. Κι αυτό ήταν μια σημαντική επιρροή για το Duke of Burgundy και το In Fabric.

Για μένα, χρειαζόμαστε κάθε είδους σινεμά. Χρειαζόμαστε κιτς κινηματογράφο, χρειαζόμαστε κοινωνικό ρεαλισμό (παρόλο που προσωπικά δε μου αρέσει), τα πάντα. Αλλά τα transgressive πράγματα μου μίλαγαν περισσότερο, και κυρίως στη μουσική. Λάτρευα τους Throbbing Gristle, τους Whitehouse, τέτοια.

Πώς νιώθεις για τον όρο cult; Σ’ αρέσει όταν αποκαλούν έτσι τις ταινίες σου;

Πιστεύω πως οι σκηνοθέτες δε μπορούν να χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο. Δεν είναι στο χέρι σου να αποφασίσεις αν η ταινία σου είναι cult. Είναι θέμα του κοινού. Υπάρχει κόσμος, εταιρείες παραγωγής ή διανομής, που προωθεί καινούριες ταινίες ως cult, σαν στρατηγική μάρκετινγκ. Πώς είναι δυνατόν να το λες αυτό; Μετά από 10 χρόνια, μπορείς να επανεκτιμήσεις μια ταινία και να διερωτηθείς αν είναι cult ή όχι. Είναι ξεκάθαρα ζήτημα του ίδιου του κοινού.

Η γραφή στις ταινίες σου είναι πολύ επεξεργασμένη και εκλεπτυσμένη…

Σ’ ευχαριστώ!

Διάβαζα ότι στο παρελθόν έχεις σκηνοθετήσει θεατρικά την Μεταμόρφωση του Κάφκα. Παράλληλα, έχεις κινηματογραφήσει μια συναυλία της Bjork και έχεις φτιάξει μουσική ο ίδιος. Πόσο σημαντική είναι η λογοτεχνία και η μουσική για το σινεμά σου;

Περισσότερο η μουσική, θα έλεγα. Λατρεύω και την λογοτεχνία, αλλά είμαι πολύ αργός αναγνώστης. Όταν ήμουν νεότερος, το γράψιμό μου ήταν κι αυτό πιο σβέλτο, φαντάζομαι… Αλλά σπούδαζα και σε σχολή καλών τεχνών, οπότε η ζωγραφική και η λογοτεχνία ήταν στο επίκεντρο για μένα. Τελικά, όμως, κυριάρχησε η μουσική. Για παράδειγμα, το Berberian Sound Studio είναι γεμάτο με μουσικές επιρροές. Κι ο ρυθμός της ταινίας ήταν πολύ μουσικός. Ήθελα να μοιάζει με Nurse With Wound, που καταφέρνουν ηχητικά να σε κάνουν να νιώσεις σαν να πέφτεις σε μαύρη τρύπα. Και νομίζω ότι οι μουσικοί έπιαναν καλύτερα την ταινία.

Θα ήθελα να μου πεις, τέλος, για ποιον μουσικό θα ήθελες να γυρίσεις ταινία και για ποια ταινία θα ήθελες να γράψεις τη μουσική.

Η απάντηση στο πρώτο είναι εύκολη, γιατί το σκέφτομαι τελευταία. Θα ήθελα να κάνω μια ταινία για τους Whitehouse, για τον William Bennett.

Θα ήταν μια μάλλον σκοτεινή ταινία, από διάφορες απόψεις…

Πράγματι, αλλά θα ήταν και αρκετά αστεία όμως. Πολλά πράγματα γύρω απ’ αυτήν την αγγλική noise και industrial σκηνή στα 80s είχαν κωμικό χαρακτήρα. Θα ήθελα να κάνω μια ελεύθερη, αυτοσχεδιαστική ταινία για αυτήν τη μουσική σκηνή.

Όσον αφορά την ταινία για την οποία θα ήθελα να γράψω μουσική, μάλλον θα διάλεγα μια ελληνική ταινία. Μ’ αρέσουν πολύ τα παλιά ελληνικά μελοδραματικά φιλμ. Μ’ αρέσει πολύ ο Μιχάλης Κακογιάννης. Για παράδειγμα, να,  θα ήθελα να γράψω μουσική για το Κυριακάτικο Ξύπνημα. Λατρεύω τα παλιά μελοδράματα. Θα έπρεπε να έχω ταλέντο για να το κάνω, βέβαια…

Best of internet