Μιλήσαμε με τον Πίτερ Μέντακ, σκηνοθέτη του The Changeling, και καταλάβαμε ότι για να κάνεις καλό σινεμά θέλει κυρίως αξιοπρέπεια

Ο 80χρονος δημιουργός βρέθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας με τη νέα του ταινία, The Ghost of Peter Sellers

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

27 Σεπτεμβρίου 2018

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, στην ιστορία του σινεμά, που νιώθεις ότι ήταν πάντα εκεί και δουλεύανε διακριτικά, σχεδόν σιωπηρά, σχεδόν υπόγεια. Άνθρωποι που έχουν καταφέρει μέσα στις δεκαετίες να χτίσουν ένα σπουδαίο έργο, εργαζόμενοι διαρκώς με αγάπη πάνω στην κινηματογραφική τέχνη, αλλά χωρίς την μόστρα που συχνά συνοδεύει αυτήν τη βιομηχανία. Μπορεί να έχουν δει πολλοί άνθρωποι τις ταινίες τους, μπορεί να έχουν επηρεάσει πολλούς άλλους δημιουργούς, αλλά οι ίδιοι κρατάνε χαμηλό προφίλ – όχι σαν επιλογή στυλ, αλλά σαν πηγαία σχέση με την τέχνη τους.

Ένας τέτοιος επίμονος εργάτης του σινεμά είναι ο Πίντερ Μέντακ, ο 80χρονος δημιουργός που γεννήθηκε στην Ουγγαρία το 1937 κι από τα τέλη των 60s ξεκίνησε στην Αγγλία και στις ΗΠΑ μια συνεχή και σταθερή κινηματογραφική πορεία που φέτος έκλεισε 50 ολόκληρα χρόνια. Οι πρώτες του ταινίες ήταν χαρακτηριστικό δείγμα του νέου κινηματογραφικού πνεύματος των 60s και 70s στην Ευρώπη, με το The Ruling Class του 1972 να ξεχωρίζει σαν ένα από τα πιο ιδιαίτερα και αιχμηρά φιλμ της εποχής, μια καλτ μεταμοντέρνα μαύρη σάτιρα με έναν φοβερό Πίτερ Ο’Τουλ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Έπειτα, λίγα χρόνια αργότερα, ο Μέντακ κάνει την πρώτη του διεθνή κινηματογραφική παραγωγή, σκηνοθετώντας μια από τις πιο ξεχωριστές horror ταινίες των 80s. Το The Changeling κυκλοφορεί το 1980, και παραμένει ακόμα και σήμερα ένα από τα πιο υπέροχα φιλμ τρόμου για το στοίχειωμα, για το μεγάλο σπίτι, για τα φαντάσματα του παρελθόντος. Αυτό το αριστούργημα, που ο Σκορσέζε συμπεριέλαβε στις αγαπημένες του horror ταινίες κι ο Σπίλμπεργκ έδειχνε στο συνεργείο του Poltergeist, προβλήθηκε την Τρίτη που μας πέρασε στα πλαίσια των Νυχτών Πρεμιέρας, με τον ίδιο τον Πίτερ Μέντακ να είναι συγκινητικά παρών στην προβολή.

Βλέποντας τον πρωταγωνιστή George C. Scott να μεγαλουργεί στην οθόνη, και τον Μέντακ να μιλάει μπροστά της, καταλαβαίνεις ότι υπάρχει ένα είδος κινηματογραφικής μαγείας που μπορεί να ανθίσει μόνο μέσα από την αγάπη και το μοίρασμα αυτής της τέχνης. Ο Μέντακ είναι ηλικιωμένος πλέον, αλλά δεν μοιάζει καθόλου κουρασμένος. Η μόνιμη επωδός του είναι το πόσο πολύ αγαπάει αυτήν την δουλειά. Όταν ο κόσμος θεωρεί πως είναι πετυχημένος σκηνοθέτης, εκείνος απαντάει πως νιώθει παντελώς αποτυχημένος, γιατί θα ήθελε να έχει γυρίσει περισσότερες ταινίες. Μιλώντας για το The Changeling, ο Μέντακ αναφέρεται στους νεκρούς που βαραίνουν σαν εφιάλτης τα μυαλά των ζωντανών. Μας μιλάει για τις αναμνήσεις από τον μεγάλο του αδερφό, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 16 ετών, όταν ο ίδιος ήταν 14. Μας λέει ότι πιστεύει στα φαντάσματα, γιατί είναι εκεί. Αντί να καθηλώνεται στο δικό του παρελθόν, όμως, δηλώνει κάτι σημαντικό: νομίζουμε ότι μόνο τα δικά μας φαντάσματα έχουν σημασία, αλλά υπάρχουν και τα φαντάσματα των άλλων.

Στην Αθήνα βρέθηκε και για έναν ακόμα λόγο. Ήρθε για να παρουσιάσει ένα φάντασμα: Το Φάντασμα του Πίτερ Σέλερς. Η νέα ταινία του προβλήθηκε κι αυτή την περασμένη Τρίτη στις Νύχτες Πρεμιέρας, περιγράφοντας την εξωφρενική ιστορία πίσω από την καταραμένη κινηματογραφική παραγωγή του Ghost in the Noonday Sun, μια πειρατικής κωμωδίας των 70s με τον ίδιο για σκηνοθέτη και τον Σέλερς για πρωταγωνιστή. Όντας εντυπωσιακά συμφιλιωμένος με το παρελθόν και εξίσου εντυπωσιακά αισιόδοξος για το μέλλον, ο Μέντακ μίλησε και μαζί μας. Τον ρωτήσαμε για τις δύο αυτές ταινίες, για τον horror κινηματογράφο, για την σχέση του με τους ηθοποιούς, για την σπουδαία τηλεοπτική του δουλειά, για τα κινηματογραφικά όνειρα απ’ τα οποία αρνείται ακόμα πεισματικά να παραιτηθεί.

Αυτό που ακολουθεί ήταν λίγο-πολύ η συζήτησή μας, και τον ευχαριστούμε.

Πρώτα απ’ όλα, πώς νιώθετε που είστε στην Αθήνα; Έχετε ξανάρθει;

Έχω να έρθω 20 χρόνια, και τότε είχα έρθει μόνο για λίγες μέρες. Η τότε σύζυγός μου, που ήταν διάσημη σοπράνο, έδινε μια συναυλία στην Αθήνα. Πριν από αυτό, είχα έρθει για να δω ένα πλοίο που θα εμφανιζόταν στην ταινία μου, Ghost in the Noonday Sun, η οποία θα γυριζόταν στην Κύπρο. Αυτές ήταν οι δύο φορές που επισκέφτηκα την πόλη.

Και πώς είναι αυτές οι μέρες στην Αθήνα;

Δυστυχώς έφτασα χτες και θα πρέπει να φύγω αύριο, οπότε δεν έχω την ευκαιρία να δω πολλά πράγματα. Αλλά είναι συναρπαστικό το ενδιαφέρον του κόσμου για το φεστιβάλ, η αγάπη για τις ταινίες απ’ όλον τον κόσμο. Κάτι που δεν έχει καμία σχέση με το εμπορικό σινεμά, όπως στις ΗΠΑ και την Αγγλία, όπου το ζήτημα είναι μόνο το κέρδος. Κι είναι ωραίο να γνωρίζεις κι άλλους σκηνοθέτες που η προτεραιότητά τους δεν ήταν ποτέ τα λεφτά. Γιατί και ο δικός μου στόχος πάντα ήταν να φτιάχνω καλές ταινίες. Και πάντα έλεγα στον εαυτό μου ότι, αν δεν σκοτώσω κάποιον ή αν δεν μπει μέσα η ταινία, τότε θα μπορώ να συνεχίσω. Μ’ έναν τρόπο, δεν ξέρω πώς, κατάφερα να το κάνω για 50 χρόνια, αλλά δεν ήταν εύκολο. Πολλοί άνθρωποι λένε “μα δουλεύεις συνέχεια” ή “όλο κάνεις κάτι”, όμως έτσι φαίνεται απ’ έξω. Άμα το δεις από μέσα, είναι σαν φυλακή όταν δε μπορώ να γυρίσω μια ταινία.

Συμμετέχετε, λοιπόν, με δύο ταινίες στο φεστιβάλ. Ας μιλήσουμε λίγο για την καινούρια, το Φάντασμα του Πίτερ Σέλερς. Έχετε δουλέψει με αμέτρητους σπουδαίους ηθοποιούς όλα αυτά τα χρόνια, αλλά διαλέξατε να φτιάξετε μια ταινία για τη συνεργασίας σας με τον Σέλερς.

Το επέλεξα γιατί ήταν μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία, για την οποία έριξαν όλοι σε μένα το φταίξιμο. Δεν ήταν όμως μόνο δικό μου, ήταν όλων. Αλλά είναι εύκολο να κατηγορήσεις τον σκηνοθέτη. Αρχικά δεν ήθελα να κάνω αυτό το ντοκιμαντέρ. Αλλά αυτά που συνέβησαν πίσω από τις κάμερες είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα από την ταινία. Ήταν η τέταρτη ταινία μου, μετά από τρεις πολύ πετυχημένες που είχαν προηγηθεί.

Η πρώτη μου ήταν το Negatives, το οποίο έφερε στο προσκήνιο την Γκλέντα Τζάκσον. Δεν το έκανα εγώ δηλαδή, η ίδια το έκανε με το ταλέντο της – κι είμαστε ακόμα πολύ καλοί φίλοι. Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτήν την ταινία. Η δεύτερη ήταν το A Day in the Death of Joe Egg, το οποίο ήταν ένα πολύ διάσημο θεατρικό έργο στην Αγγλία, με πρωταγωνιστή τον Άλαν Μπέιτς. Κι η τρίτη ήταν το The Ruling Class. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να τα σκατώσω στην τέταρτη ταινία μου;

Γι’ αυτό γύρισα το Φάντασμα του Πίτερ Σέλερς. Όχι για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Ήμουν σκληρός με τον εαυτό μου. Απέτυχα. Αυτό αφορά η ταινία. Και το ότι ταξιδεύει σε τόσα φεστιβάλ, στη Βενετία, εδώ, έπειτα στο Λονδίνιο – αυτό είναι μια όμορφη αναγνώριση. Όχι για μένα, για την ταινία την ίδια. Κι είναι σημαντικό να δει το κοινό την άλλη πλευρά του Σέλερς. Τον αγαπώ τον Πίτερ, ήταν μια από τις μεγαλύτερες κωμικές μεγαλοφυίες της Αγγλίας. Είχε όμως κακία μέσα του. Μπορούσε να σου κάνει κάτι απαίσιο και την επόμενη μέρα να μην το θυμάται καν.

Έχετε πει στο παρελθόν ότι ήταν μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές της ζωής σας αυτή η ταινία. Πόσο δύσκολο ήταν να αποστασιοποιηθείτε συναισθηματικά ώστε να γυρίσετε ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτήν την εμπειρία;

Δεν ήταν πολύ δύσκολο, γιατί το συζητούσα πολύ με όλους τους φίλους μου, το μοιραζόμουν. Για παράδειγμα, όταν δούλευα με τον Γκάρι Όλντμαν στο Romeo Is Bleeding, εκείνος ήξερε τα πάντα για την εμπειρία με τον Σέλερς. Κι όταν συνάντησα τον Τζόνι Ντεπ με την προοπτική να κάνουμε μια ταινία μαζί πριν από 7 χρόνια, μου είπε ότι ήθελε να δει την ταινία, επειδή είχε ακούσει πολλά γι’ αυτήν. Κι εγώ του είπα ότι δεν θα την δει, εκτός κι αν είμαστε κι οι δύο εντελώς μαστουρωμένοι και πιωμένοι. Δεν ήταν καλή ταινία.

Πιστεύετε ότι έχουν μια ιδιαίτερη γοητεία τα καταραμένα κινηματογραφικά πρότζεκτ; Ρωτάω γιατί έχουν αποτελέσει το πρωτογενές υλικό για σπουδαίες ταινίες γύρω απ’ αυτά. Το είδαμε με ντοκιμαντέρ σαν τα Hearts of Darkness, My Best Friend, Lost in La Mancha, Jodorowsky’s Dune.

Όλα τους είναι πολύ ενδιαφέροντα. Βλέπεις, για παράδειγμα, το Νησί του Δρ. Μορό και αντικρίζεις την τρέλα του Μπράντο. Είναι τρελό, αλλά είναι και υπέροχο – κι είναι επίσης και πολύ αστείο και πολύ τραυματικό για τους εμπλεκόμενους. Έχει πάντα ενδιαφέρον να βλέπεις τι συμβαίνει πίσω από τις κάμερες. Κι ο κόσμος συναρπάζεται. Αλλά, όπως σου είπα, δεν μου ήταν δύσκολο να αποστασιοποιηθώ, γιατί μιλούσα συνέχεια γι’ αυτήν την εμπειρία με τον Σέλερς. Θα ήταν τραγωδία να μην μιλήσω για όλο αυτό και πιο ανοιχτά.

Ας μιλήσουμε τώρα και για το The Changeling, την δεύτερη ταινία σας που προβάλλεται στο φεστιβάλ. Για πολλούς ανθρώπους, εμού συμπεριλαμβανομένου, είναι μια εμβληματική ταινία τρόμου – μια απ’ αυτές τις ταινίες που περνάς από ένα τελετουργικό ανακάλυψης. Κι επιπλέον, αρκετός κόσμος την έμαθε μέσω της διάσημης horror λίστας του Μάρτιν Σκορσέζε. Τι πιστεύετε για τον κινηματογράφο τρόμου σαν μέσο έκφρασης για έναν δημιουργό;

Είναι φανταστικό, αγαπώ πολύ τον τρόμο. Και δεν θα πεθάνει ποτέ, γιατί οι άνθρωποι λατρεύουν το να τρομάζουν. Λατρεύουν το να ουρλιάζουν από φόβο σε μια σκοτεινή αίθουσα. Κι είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο να τρομάξεις το κοινό, αν ξέρεις να κάνεις τη δουλειά σου. Με στεναχωρεί που δεν έκανα περισσότερες ταινίες τρόμου, αλλά είναι δύσκολο να καταφέρεις να βρεις καλά σενάρια. Δε μ’ αρέσει ο gore κινηματογράφος. Είναι φτηνός τρόμος. Με ενδιαφέρει το να φτιάξω ένα σπουδαίο σκηνικό, να παίξω με το κοινό, όχι να δείξω ένα τέρας ή ένα φάντασμα. Δεν υπάρχει κάτι πιο τρομακτικό από εμάς τους δύο να συζητάμε εδώ πέρα και παράλληλα στο δωμάτιο να συμβαίνει κάτι που μας διαφεύγει. Μπορείς να τρομοκρατήσεις το κοινό, αν ξέρεις τι να κάνεις.

Προσπάθησα αρκετές φορές να γυρίσω κι άλλη ταινία τρόμου, αλλά δεν τα κατάφερα να βρω κάτι που να φτάνει στο επίπεδο τουThe  Changeling. Τελευταία φορά προσπάθησα με τον Τζόνι Ντεπ, όπως ανέφερα πριν, κι επρόκειτο για ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα με τον τίτλο Inamorata, αλλά δεν προχώρησε.

Πώς νιώθετε που το The Changeling θεωρείται μια cult ταινία; Σας αρέσει ο όρος;

Πάντα με εκπλήσσει. Συνειδητοποιώ ότι ο κόσμος λατρεύει τέτοιου είδους ταινίες. Κι αυτό τις μετατρέπει σε cult. Τις ακολουθείς πιστά, σαν να είσαι δαιμονισμένος. Ξαναείδα το The Changeling πρόσφατα, με έναν φίλο μου, κι ήταν υπέροχη εμπειρία. Κυκλοφόρησε εκ νέου σε DVD, και στα extras μιλάει κάποιος καθηγητής πανεπιστημίου για την ταινία. Είναι κι αυτό μια πλευρά του cult. Είναι εντυπωσιακή αυτή η αφοσίωση, όπως στο Rocky Horror Picture Show, που ο κόσμος εμφανίζεται με τις στολές, το makeup κλπ.

Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο και για τις τηλεοπτικές σας δουλειές. Έχετε εμπλακεί σε μερικά αληθινά σπουδαία τηλεοπτικά πράγματα, όπως το The Wire, το Homicide και το Carnivale, αλλά και σε τεράστιες επιτυχίες σαν το Breaking Bad και το Hannibal. Πως αποτιμάτε αυτές τις εμπειρίες;

Κατά κύριο λόγο, δούλεψα στην τηλεόραση για οικονομικούς λόγους, για να βιοποριστώ. Δεν πληρώνει αρκετά καλά, αλλά πληρώνει. Όταν δεν γυρίζεις μια ταινία, και μερικές φορές μπορεί να περάσουν χρόνια χωρίς να γυρίσεις μια ταινία, πρέπει να κάνεις κάτι. Οπότε προκύπτουν τέτοιες τηλεοπτικές δουλειές, κι αν είναι αρκετά ενδιαφέρουσες, τις αναλαμβάνω. Ειδικά όταν περιλαμβάνουν ηθοποιούς που εκτιμώ. Γιατί, ευτυχώς, το μόνο πράγμα που έχω είναι μια πολύ καλή φήμη ανάμεσα στους ηθοποιούς.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αφού πολλοί συνάδελφοί σας τείνουν να έχουν την αντίθετη φήμη.

Πάντα κατάφερνα να συνεργαστώ με τους ηθοποιούς που ήθελα στις δουλειές μου. Και σ’ αυτό έχει συμβάλει και η δουλειά μου στην τηλεόραση, γιατί έχω συνεργαστεί με πολλούς νεαρούς ηθοποιούς που ξεκινάνε στην τηλεόραση στην Αμερική, κι έπειτα γίνονται αστέρες του σινεμά. Κι είχα την ευκαιρία να δουλέψω μαζί τους, να τους γνωρίσω. Από το Breaking Bad προέκυψε η σχέση μου με τον Bryan Cranston και τον Aaron Paul, κι αν τους απευθυνθώ αύριο για ένα νέο πρότζεκτ, ξέρω ότι θα με ακούσουν αμέσως.

Αλλά πρέπει να κάνουμε και πράγματα ώστε να μην τρελαθούμε εντελώς. Έτσι κι εγώ, πρέπει να το κάνω, να δουλεύω με νέους ανθρώπους, να κρατάω τα πράγματα σε μια συνεχή κίνηση. Με τον Hugh Dancy του Hannibal είχα συνεργαστεί πολύ νωρίτερα, όταν ήταν εντελώς άγνωστος. Με τον Ron Perlman κάναμε τη σειρά Hand of God, αλλά πριν απ’ αυτό είχαμε συνεργαστεί στο Beauty and the Beast πριν από 30 χρόνια. Κι ο Perlman πάντα έλεγε ότι, από τα 50 επεισόδια της σειράς, το μόνο που μοιάζει με ταινία είναι αυτό που γύρισε ο Peter Medak.

Και το επεισόδιό σας στο The Twilight Zone είναι εκπληκτικό, ένα από τα καλύτερα της σειράς.

Όλα αυτά όμως γίνονται μέσα σε 7 μέρες. Πόσα πολλά να προλάβεις να κάνεις μέσα σε 7 μέρες σε ένα γύρισμα; Όταν όμως το θέμα είναι συναρπαστικό, τότε χαίρομαι που μπορώ να συνεισφέρω κάτι σ’ αυτό. Γι’ αυτό και δεν συμμετέχω άκριτα σε οτιδήποτε τηλεοπτικό, παρά μόνο αν προσφέρει κάτι ιδιαίτερο.

Σκέφτεστε την τηλεόραση σαν ένα μέσο για auteur ή πρόκειται για μια πιο συνεργατική μορφή μαστοριάς;

Μα, είναι μαστοριά! Γιατί πρέπει να καταφέρεις να χωρέσεις την οπτική σου μέσα στο format και το ύφος που έχει ήδη η σειρά. Αν δεν τα καταφέρεις, οδηγεί σε καταστροφή. Εντός αυτών των πλαισίων, όμως, έχεις την ευκαιρία να βάλεις τον εαυτό σου και την ψυχή σου μέσα σ’ αυτό.  

Πώς βλέπετε τη δυνατότητα ενός ανεξάρτητου σινεμά στην εποχή των μεγάλων franchises και του online streaming;

Δεν υπάρχει καν, στην πραγματικότητα. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βρεις ένα θέμα που αγαπάς και σε συναρπάζει, και να καταφέρεις να το κάνεις ταινία, με κάποιον τρόπο. Είναι τόσο απλό. Πρέπει να το κάνεις μόνος σου. Να πείσεις ανθρώπους να σε βοηθήσουν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Ο άλλος δρόμος είναι να κάνεις μια ταινία που θα φέρει έσοδα 200 εκ. δολάρια – και μετά να σ’ αφήσουν να κάνεις ό,τι θέλεις. Έτσι κι αλλιώς, τα στούντιο διοικούνται από ανθρώπους 12 χρονών που έχουν ελάχιστη γνώση και αγάπη για το σινεμά. Γνωρίζουν μόνο τι συμβαίνει τώρα, αυτή τη στιγμή. Κι ίσως αυτό είναι αρκετό. Αλλά εγώ προέρχομαι από μια άλλη παράδοση. Και δεν πιστεύω ότι είμαι παλιομοδίτης λόγω της ηλικίας μου. Πρέπει να εκσυγχρονίζεις το μυαλό σου. Είναι πολύ σημαντικό. Και να συνεχίσεις να το κάνεις, με κάποιον τρόπο. Να μην σταματήσεις ποτέ. Είναι τρομερά σημαντικό να καταφέρεις να μην τα παρατήσεις, ποτέ.

Είναι πολύ ενθαρρυντικό αυτό που λέτε.

Θα συμβεί, κάποια στιγμή θα τα καταφέρεις. Όπως εδώ, τώρα. Κοίτα: δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ, στην Αθήνα, να σου μιλάω για τις ταινίες μου. Είναι παράλογο. Μετά βίας κατάφερα να τελειώσω κι αυτήν την ταινία. Έγινε πραγματικότητα λόγω των υπέροχων ανθρώπων που δουλέψανε σ’ αυτήν. Και ξαφνικά έχω μια ταινία 92 λεπτών που φτιάχτηκε από το τίποτα. Κι αυτό από μόνο του, στα 50 χρόνια που είμαι σκηνοθέτης, μου δίνει πολύ περισσότερη δύναμη από οτιδήποτε άλλο.

Είναι μια υπέροχη αναγνώριση όλο αυτό, η ανταπόκριση για τις ταινίες μου, επειδή για τον εαυτό μου έχω πάντα τη γνώμη ότι τα πηγαίνω απαίσια, ότι είμαι μια σκέτη καταστροφή, μια αποτυχία. Και μερικές φορές είναι ωραίο πράγμα να κοιτάζεις προς τα πίσω τη ζωή σου και να αποδέχεσαι το γεγονός ότι έχεις καταφέρει τουλάχιστον να κάνεις κάτι.

Με συγκινήσατε. Αναφέρατε πριν ότι έχετε πολύ καλή φήμη ανάμεσα στους ηθοποιούς. Θεωρείτε ότι αυτό σχετίζεται με τον χαρακτήρα σας ή έχετε μια πιο συνεργατική προσέγγιση για την κινηματογραφική δημιουργία;

Οι ηθοποιοί είναι μαγευτικοί άνθρωποι, έχουν φανταστικά ταλέντα. Και χρειάζεται, όχι να τους βοηθήσεις, να δημιουργήσεις ένα περιβάλλον ώστε να μπορέσουν πραγματικά να λειτουργήσουν δημιουργικά. Η σκηνοθεσία δεν είναι το να κάθεσαι σε μια καρέκλα και να λες στους ανθρώπους τι πρέπει να κάνουν. Είναι να δημιουργείς έναν χώρο όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να λειτουργήσουν. Κι αυτήν την διαφορά τη νιώθουν, την αισθάνονται. Είναι κάτι που το βλέπεις στην οθόνη μετά. Βλέπεις την ερμηνεία του George C. Scott, του Gary Oldman και της Glenda Jackson, του Cranston στο Breaking Bad, και καταλαβαίνεις ότι υπήρχε σχέση αγάπης μεταξύ μας. Τους αγαπώ και το ξέρουν. Το να σκηνοθετείς δεν σημαίνει να επιβάλεις τις επιθυμίες σου στους άλλους. Απαιτεί μια τρομερή σχέση αλληλο-εμπιστοσύνης. Οι ηθοποιοί σου εμπιστεύονται τη ζωή τους. Είναι ζήτημα ανθρώπινης επαφής. Υπάρχουν σκηνοθέτες που τραμπουκίζουν τους ηθοποιούς για να αποσπάσουν τις ερμηνείες τους.

Υπάρχει κάποια ταινία που ονειρεύεστε εδώ και χρόνια να κάνετε, αλλά ακόμα δεν τα έχετε καταφέρει;

Ναι, φυσικά. Είναι ένα πρότζεκτ που το κυνηγάω 40 χρόνια τώρα. Ελπίζω να το κάνω πριν να είναι πολύ αργά. Είναι μια ερωτική ιστορία που ξετυλίγεται σε μια πτήση από το Λονδίνο στη Νέα Υόρκη. Αφορά δυο ανθρώπους που γνωρίζονταν από πριν και συναντιούνται μέσα στο αεροπλάνο, έχοντας ερωτική σχέση στο παρελθόν και έχοντας να βρεθούν χρόνια, κι η ζωή έχει περάσει. Είναι μια υπέροχη ιστορία για δύο ανθρώπους που θέλουν να ξαναζήσουν το παρελθόν τους. Λέγεται Evening Flight. Έχω πραγματικά ανάγκη να την γυρίσω αυτήν την ταινία.

Ελπίζω να πιστεύετε ακόμα ότι θα συμβεί, πάση θυσία, με κάποιον τρόπο.

Απολύτως, θα βρεθεί ένας μαγικός τρόπος να γίνει πραγματικότητα.

Best of internet