Ο Χοακίν Φίνιξ κι ο Γκας Βαν Σαντ ενώνουν τις δυνάμεις τους στο «Don’t Worry, He Won’t Get Far on Foot»

Και το αποτέλεσμα είναι μια βιογραφική μαύρη κωμωδία που αλλού τα καταφέρνει κι αλλού όχι

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

21 Σεπτεμβρίου 2018

Το Don’t Worry, He Won’t Get Far on Foot, η νέα ταινία του Γκας Βαν Σαντ δηλαδή, η οποία κυκλοφόρησε αυτήν τη βδομάδα στις αίθουσες, ξεκινάει με μια πολύ όμορφη σκηνή. Σχεδόν πάντα η φροντίδα μιας ταινίας για την εναρκτήρια σκηνή της είναι κάτι το όμορφο, τόσο σαν σύλληψη όσο και σαν υπόσχεση. Εδώ λοιπόν, γνωρίζοντας πως πρόκειται για την βιογραφία του καρτουνίστα Τζον Κάλαχαν, στο ομώνυμο βιβλίο του οποίου βασίστηκε η ταινία, περιμέναμε σίγουρα μια αφήγηση που να βάζει στο κέντρο της την αναπηρία και τον αλκοολισμό μέσα από το κωμικό πνεύμα του κεντρικού χαρακτήρα της.

Και πράγματι, αυτό κάνει η ταινία – αλλά η πρώτη σκηνή βάζει τον πήχη ακόμα ψηλότερα, με διακριτικό και ήπιο τρόπο βέβαια. Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μια συνάντηση ανθρώπων που δεν γνωρίζουμε ακόμα, και τους βλέπουμε να μιλάνε για τον αλκοολισμό, θεωρώντας τον την ασθένεια και τον εθισμό τους. Εξομολογούνται. Θέλουν να θεραπευθούν. Θέλουν να πουν την αλήθεια γι’ αυτό που αισθάνονται, ώστε να το αντιμετωπίσουν με γενναιότητα, την ίδια γενναιότητα που τους οδήγησε να ζητήσουν βοήθεια. Υπάρχουν, λοιπόν, ομιλητές και ακροατές. Κι εκεί ο Βαν Σαντ παίρνει μια σχεδόν ανεπαίσθητη αλλά σημαντική απόφαση: εστιάζει εξίσου σ’ αυτούς που ακούνε, στο πώς επενδύουν στην υγεία και την ασθένεια του άλλου, στο πώς κάνει τους ίδιους να νιώθουν για τους εαυτούς του.

Όχι, αν καταλαβαίνουμε κάτι – και μπορεί πάντα να είναι ιδέα μας – αυτό είναι πως το Don’t Worry, He Won’t Get Far on Foot δεν θα είναι ακριβώς μια ταινία για την ασθένεια, την αναπηρία και τον εθισμό. Θα είναι, μάλλον, περισσότερο μια ταινία ευάλωτη που θα προσπαθήσει να συλλάβει την σχεσιακότητα της θεραπείας, τις σχέσεις των ανθρώπων όταν εξομολογούνται τις ευάλωτες αλήθειες που κρύβει η υγεία, όπως έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ στο κλασικό κι εξαιρετικό της κείμενο για την ασθένεια με τίτλο “Πώς είναι να είσαι άρρωστος”.

Φυσικά, ένα τέτοιου είδους σινεμά της ευαλωτότητας και του θάρρους, της ευαίσθητης παρρησίας, δεν είναι καθόλου ξένο στον Βαν Σαντ. Ήδη από τα τέλη των 80s είχε αποδείξει πως ανήκει στους πιο σημαντικούς δημιουργούς του νέου ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, με ταινίες σαν το Mala Noche, το Drugstore Cowboy και το My Own Private Idaho. Όντας ένας από τα πολλά κινηματογραφικά παιδιά του Τζον Κασσαβέτης που αναζωογόνησαν το αμερικάνικο σινεμά εκείνη την εποχή (από τον Jim Jarmusch και τον Todd Solondz μέχρι τον Richard Linklater και τον Noah Baumbach), η πρώιμη αυτή η φιλμογραφία του αποτέλεσε κι ένα από τα ορόσημα του New Queer Cinema, μαζί με τις ταινίες ανθρώπων όπως ο Todd Haynes και ο Gregg Araki.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα φαινομενικά έλασσον σινεμά που θέλει να χτυπήσει εκείνη την συγκεκριμένη χορδή, θεματικά και συναισθηματικά, ώστε να ανοίξει διαδρόμους για μια νέα, πιο ειλικρινή, πιο αυθεντική μορφή έκφρασης του εαυτού και ανοίγματος στον άλλο. Από τότε, βέβαια, έχει περάσει πολύς καιρός – και το σινεμά του Βαν Σαντ έχει αλλάξει κάπως – όχι τόσο στον συναισθηματικό πυρήνα του όσο στην αποτελεσματικότητά του. Και ναι, ας το πούμε, από το Milk του 2008 κι έπειτα μάλλον δεν έχει κάνει κάποια πραγματικά καλή ταινία.

Θεωρητικά, το πεδίο που ανοίγεται με το Don’t Worry, He Won’t Get Far on Foot είναι αρκετά αβανταδόρικο, έχοντας για πρωταγωνιστή τον Χοακίν Φίνιξ, δηλαδή έναν πραγματικά σπουδαίο ηθοποιό – ίσως και τον καλύτερο της γενιάς του. Παράλληλα, έχει τον Τζόνα Χιλ και την Ρούνι Μάρα – και τους αγαπάμε αμφότερους – ενώ χαρήκαμε πολύ που είδαμε σε β’ ρόλους την Kim Gordon των Sonic Youth και την Carrie Brownstein των Sleater-Kinney (και του Portlandia, φυσικά). Κι ακόμα, τόσο το θέμα της ταινίας όσο και η παρουσία του Βαν Σαντ μας προετοιμάζει λιγότερο για κλασικό biopic και περισσότερο για ένα φιλμ στο πνεύμα των American Splendor και Crumb.

Δυστυχώς, γαμώτο, λίγο πράγματα μέσα στις υπόλοιπες δύο ώρες τις ταινίες κατάφεραν να εκπληρώσουν πράγματι αυτές τις προσδοκίες. Δεν είναι ότι το Don’t Worry δεν έχει αρετές. Έχει πολύ αξιόλογες κινηματογραφικές ιδέες για την υλική και συναισθηματική οικονομία της φροντίδας, για την καθήλωση και τον καθορισμό από το τραύμα, για την επικινδυνότητα του οίκτου και της αυτο-λύπησης. Έχει κάποια ειλικρινή στοιχεία αυτοστοχασμού, αυθεντικής αντιμετώπισης του παρελθόντος του κεντρικού ήρωα. Κι έχει, φυσικά, τον Χοακίν Φίνιξ. Κι έχει, ακόμα, Wipers στο soundtrack – ΟΚ, αυτό μάλλον δεν σας νοιάζει, προχωράμε.

Από την άλλη, όμως, ρέπει πολύ συχνά προς ένα κλασικό, by-the-book, μελοδραματικό, χλιαρό, στερεοτυπικά εμπνευστικό biopic, απ’ αυτά που βγάζει με το κιλό κάθε χρόνο το Χόλιγουντ – σε βαθμό που η πανέμορφη ερμηνεία του Φίνιξ να μοιάσει περισσότερο με oscar baiting. Σ’ αυτό, βέβαια, δεν βοηθάει καθόλου κι η προκάτ μελιστάλαχτη μουσική του Danny Elfman, η οποία παραφουσκώνει σχεδόν κάθε σκηνή στα όρια του συναισθηματικού εκβιασμού. Εν τέλει, μετά βίας κατά φέρνει να αποτελέσει μια σκοτεινή κωμωδία ή ένα ειρωνικό δράμα, αφού το χιούμορ μοιάζει να χρησιμοποιείται περισσότερο πυροσβεστικά ώστε να εξορκίσει κατά τόπους το χλιαρό μελόδραμα.

Το Don’t Worry, He Won’t Get Far on Foot δεν είναι μια κακή ταινία – όχι, δεν είναι. Αλλά είναι μια ταινία που παλαντζάρει ανάμεσα σε ένα μείγμα Public Service Announcement με τη μορφή βιογραφία και σε ένα ευαίσθητο ξεψάχνισμα της οριακότητας και των μηχανισμών αντιμετώπισης τραυμάτων. Υπόσχεται μια σχεσιακή κινηματογραφική προσέγγιση για την λύτρωση, αλλά τελικά όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες εκτός του Κάλαχαν μοιάζουν απλώς κομμάτια κειμένου που έγιναν εικόνα – στην καλύτερη ανεπεξέργαστοι, στην χειρότεροι καρικατούρες. O Γκας Βαν Σαντ είναι ένας σκηνοθέτης με μεγάλη και σημαντική πορεία, σπαρμένη με στιγμές συχνά εξαιρετικές, και του αντιστοιχεί να επανέλθει και πάλι σε κάτι πολύ καλύτερο από ένα ανακυκλωμένο φιλμ – ακόμα κι αν αυτό το φιλμ είναι, σε τελική ανάλυση, σχετικά ΟΚ.

Best of internet