Αγάπη μου, το «Ant-Man and the Wasp» συρρίκνωσε τον εαυτό του

Η 20ή ταινία της Marvel, και πρώτη μετά το Infinity War, δυσκολεύεται αρκετά να βρει το δρόμο της

Θεωρητικά, άμα είσαι ένα μια γιγάντια χολιγουντιανή μεγα-μηχανή κερδών, όπως είναι η Marvel και η Disney, κι έχεις μόλις ρίξει το δυνατότερο χαρτί σου (το Infinity War δηλαδή) από πλευράς box office και engagement, τότε το επόμενο βήμα είναι συνήθως μια ευμεγέθης πρόκληση. Βέβαια, ακριβώς επειδή οι Marvel/Disney είναι μια γιγάντια μηχανή που έχει βαλθεί να κατακτήσει την παγκόσμια δημόσια σφαίρα της μαζικής κουλτούρας, είπαν να αποφύγουν τα πιθανά στραβοπατήματα στο (ήδη μπουρδουκλωμένο) timeline του Marvel Cinematic Universe μέχρι το επόμενο Avengers τον Μάιο του 2019 και σχεδίασαν δύο ταινίες στο ενδιάμεσο, αμφότερες εκ των οποίων θα διαδραματίζονταν στο παρελθόν του Infinity War. Η μία ήταν το Captain Marvel (που θα λάβει χώρα στα 90s) κι δεύτερη ήταν το Ant-Man and the Wasp, το οποίο κυκλοφορεί αυτήν τη βδομάδα στις αίθουσες και διαδραματίζεται μετά τα γεγονότα του Civil War αλλά πριν από αυτά του Infinity War.

Γενικά, επί της αρχής, αυτό είναι καλό. Μπορεί το Infinity War να ήταν ένα αληθινό μεγα-event που ξεπέρασε σε έκταση και φαντασμαγορία κάθε τι αντίστοιχο στο είδος του, αλλά σίγουρα δεν είναι συνολικά η κατεύθυνση την οποία θα έπρεπε να πάρει το MCU. Για την ακρίβεια, αν μας έχουν διδάξει κάτι τα τελευταία χρόνια του υπερ-ηρωικού σινεμά, αυτό είναι πως η αισθητική και αφηγηματική ομοιομορφία των superhero ταινιών έτσι ώστε να μοιάζουν μεταξύ τους και να συνδέονται άρρηκτα δεν τους έχει κάνει και πολύ καλό. Αντίθετα, οι ταινίες που έχουν ξεφύγει από το omg-πρέπει-να-σώσουμε-τον-κόσμο-σε-λίγο και στρέφονται σε πιο προσωπικές ιστορίες με συναισθηματική επένδυση και επίδικα, που παίζουν με κάποιο κινηματογραφικό genre και αφήνονται πιο ελεύθερες όσον αφορά το στυλ και το ύφος – ε, αυτές οι ταινίες είναι οι αγαπημένες μας μέχρι στιγμής. Γι’ αυτό, για παράδειγμα, τα δύο Guardians of the Galaxy ξεχωρίζουν τόσο πολύ, γι’ αυτό το Captain America: Winter Soldier και το Thor: Ragnarok ήταν τόσο καλά και ούτω καθεξής.

Κατά μία έννοια, γι’ αυτό ήταν και τόσο συμπαθητική ταινία το πρώτο Ant-Man. Γιατί ήρθε μετά το Age of Ultron, μια υπερφουσκωμένη και κουραστική ταινία, προσπαθώντας να κάνει στην άκρη όλα τα φορτικά στοιχεία της πιο επιβλητικής πλευράς του MCU. Δεν ήταν τόσο κουραστικά συνδεδεμένο με το υπόλοιπο franchise, δεν είχε την κουρασμένη πλοκή σωτηρίας του κόσμου χωρίς ουδεμία συναισθηματική επένδυση, δεν έμοιαζε τόσο generic στο ύφος αλλά αντίθετα προσπάθησε να γίνει μια κωμική heist περιπέτεια – και τα κατάφερε μια χαρά. Ήταν η ιστορία ενός καλόκαρδου εγκληματία που αγαπάει την κόρη του και μπλέκεται σε κάτι μεγαλύτερο από αυτόν και το δράμα του – αλλά χωρίς να χάνεται μέσα σ’ αυτό ούτε ο ίδιος ούτε το δράμα του. Δεν ήταν και καμιά τρομερή ταινία, για να λέμε την αλήθεια, αλλά ήταν ένα ευχάριστο και αναζωογονητικό διάλειμμα από τον superhero υπερπληθυσμό των τελευταίων χρόνων.

Οπότε, ναι, μετά το Infinity War ήμασταν εξαιρετικά πρόθυμοι να καλωσορίσουμε μια ταινία διαφορετική σε ύφος, μικρή σε εμβέλεια, ειλικρινή με τον εαυτό της. Δυστυχώς, αυτή η ταινία δεν είναι το Ant-Man and the Wasp. Η αλήθεια είναι πως όταν μια υπερ-ηρωική ταινία ξεκινάει με ένα τόσο εκτενές flashback γεμάτο προκάτ μελόδραμα αποκλειστικά για σκοπούς exposition χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος ή μαστοριάς, τότε το πράγμα ήδη φαίνεται να μπαίνει σε ύποπτο δρόμο από την αρχή. Κι όντως, η συνέχεια του δεύτερου Ant-Man το επιβεβαιώνει συνεχίζοντας με μαρτυρικά αδιάφορους διαλόγους, συνεχές κουραστικό exposition, ατελείωτο κυνηγητό ενός MacGuffin που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, μέτριο χιούμορ με εκλάμψεις έμπνευσης, κοινότοπη υπερ-ηρωική αισθητική και προκατεψυγμένα CGI, μπόλικες επιστημονικοφανείς εξηγήσεις, βετεράνους σαν τον Μάικλ Ντάγκλας, την Μισέλ Φάιφερ και τον Λόρενς Φίσμπερν να βαριούνται αφόρητα, πρωταγωνιστές σαν τον χαρισματικό Πωλ Ραντ και την Εβάντζελιν Λίλι να παλεύουν να αποκτήσουν χημεία, ταλαντούχους ηθοποιούς σαν τον Μάικλ Πένια να χαραμίζονται ξεδιάντροπα σε απλό comic relief – πράγματα, δηλαδή, που αποτελούσαν έτσι κι αλλιώς την πιο ανιαρή πλευρά του superhero σινεμά εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες.

Στα χαρτιά, το δυνατό σημείο του Ant-Man and the Wasp θα έπρεπε να είναι ακριβώς τα low-stakes του, το ότι δεν θέλει να πει μια επική ιστορία αλλά μια προσωπική ιστορία, με το επίδικο να είναι πρωταρχικά η σωτηρία των αγαπημένων προσώπων, της κοινότητας, των ίδιων των εαυτών των ηρώων – δηλαδή πράγματα για τα οποία αγαπήσαμε και ταυτιστήκαμε με τις κλασικές κόμιξ και καρτούν εκδοχές χαρακτήρων σαν τους X-Men ή τον Spider-Man, και τα οποία έκαναν τόσο υπέροχες τις πρώτες σεζόν του Daredevil και της Jessica Jones, ή το Legion. Καθώς τελευταία η Marvel έπαιξε επαναλαμβανόμενα πλην πετυχημένα το daddy isues χαρτί στα Guardians of the Galaxy Vol.2, Thor: Ragnarok και Black Panther, στο δεύτερο Ant-Man είχε την ευκαιρία να εξερευνήσει αυτό το κλασικό χολιγουντιανό συναισθηματικό μοτίβο ακόμα περισσότερο από την πλευρά του πρωταγωνιστή ως πατέρα αντί για υιό – με τον Scott Lang να προσφέρεται κάλλιστα για κάτι τέτοιο.

Αντίθετα, όμως, ο σκηνοθέτης Payton Reed και οι 5 (πέντε) άνθρωποι που έβαλαν το χέρι τους στο σενάριο ελάχιστα καταφέρνουν να υλοποιήσουν τις δυνατότητες μια τέτοιας προσωπικής superhero ιστορίας – κάτι που πέτυχε το Spider-Man: Homecoming, για παράδειγμα. Κατ’ επέκταση, το ύφος του Ant-Man and the Wasp είναι αλλοπρόσαλλο και ασυνεχές, άλλοτε σαχλά κωμικό κι άλλοτε μελοδραματικά σοβαροφανές σε απότομες εναλλαγές, ενώ ο ρυθμός της ταινίας δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ότι διαρκεί δύο γεμάτες ώρες χωρίς να υπάρχει τίποτα στην πλοκή που να το επιτάσσει – ειδικά στο βαθμό που βλέπουμε κάποιες σκηνές να επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσιες δύο και τρεις φορές μέσα στην ταινία δίχως κανέναν απολύτως αφηγηματικό λόγο πέρα από το γέμισμα χρόνου. Ακόμα πιο λυπηρό, όμως, είναι να βλέπεις μια τέτοια κωμική superhero ταινία να φοβάται τόσο πολύ να γίνει campy χωρίς να τη νοιάζει αν θα γίνει cheesy. Ως γνωστόν, campy καλό, cheesy κακό – μην λέμε τα βασικά.

Όχι πως το Ant-Man and the Wasp δεν έχει ευχάριστες στιγμές. Έχει. Καταφέρνει ακόμα να βρει κάποιους ευρηματικούς τρόπους να παίξει με το μέγεθος του Ant-Man σε σκηνές δράσεις κι επίσης είναι ιδιαιτέρως απολαυστικό το ότι χρησιμοποιεί τον Morrissey ως meme τόσες φορές μέσα σε δυο ώρες. Από την άλλη, όμως, είναι η πρώτη αληθινά αδιάφορη ταινία της Marvel μετά από ένα σερί πέντε πετυχημένων κεφαλαίων του Phase 3. Είναι μια superhero ταινία φτιαγμένη για να γεμίσει το μεγάλο σχεδιάγραμμα της Disney, φτιαγμένη by the book – και μάλιστα με βάση ένα book ιδιαιτέρως σκονισμένο τώρα πια.

Best of internet