Το «Sicario: Day of the Soldado» θέλει να φτιάξει το πιο σκληρά καριόλικο franchise της δεκαετίας

Το sequel της ταινίας του Ντενί Βιλνέβ επιστρέφει με περισσότερη σκληρότητα και μπόλικο ζόφο

Λοιπόν, το Sicario του 2015 ήταν μια ιδιαίτερη ταινία – για διάφορους λόγους. Πρώτον, δεν έμοιαζε ιδιαίτερα με το υπόλοιπο έργο του Ντενί Βιλνέβ, το οποίο ελάχιστα μας είχε προετοιμάσει για ένα σκοτεινό, σφιχτοδεμένο, εντυπωσιακό action-thriller με πράκτορες του FBI, αμερικάνικες κυβερνητικές ομάδες κρούσης και μεξικάνικα καρτέλ ναρκωτικών. Δεύτερον, ακόμα δεν είχαμε ιδέα ποιος ήταν ο σεναριογράφος Taylor Sheridan, ο οποίος μέχρι τότε ήταν ηθοποιός στο Veronica Mars και το Sons of Anarchy, έχοντας σκηνοθετήσει και μια horror ταινία (το Vile) αρκετά έως πολύ χαμηλής ποιότητας.

Έπειτα, όμως, εκτιμήσαμε ακόμα περισσότερο τον Ντενί Βιλνέβ (που συνέχισε με το υπέροχο και πολυαγαπημένο μας Arrival) και, κυρίως, μάθαμε πολύ καλύτερα ποιος είναι ο Taylor Sheridan και τι πρέπει να περιμένουμε πια από αυτόν. Στα λίγα χρόνια που ακολούθησαν από το Sicario μέχρι σήμερα, ο Sheridan λίγο-πολύ το πήρε πάνω του να αναβιώσει αυτό το ιδιαίτερο είδος βλοσυρού crime drama-thriller της αμερικάνικης ενδοχώρας ή επαρχίας (σε αντίθεση με το μητροπολιτικό αντίστοιχό του που δεν έχει σταματήσει να κυριαρχεί στις κινηματογραφικές αφηγήσεις) – μπολιάζοντάς το με πολιτικές προεκτάσεις και με την ύφος των κλασικών χολιγουντιανών κοινωνικών thriller της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Ένα στυλ, λοιπόν, ματσό αλλά και αναστοχαστικό, λιγομίλητο αλλά όχι και τόσο cool, σκληρό και βίαιο αλλά όχι και τόσο στυλιζαρισμένο. Με λίγα λόγια, το χρέος του Sheridan προς τις 90s περιόδους των Clint Eastwood και Michael Mann είναι μεγάλο και προφανές. Έτσι, μέσα σε 2-3 χρόνια ο Sheridan έγραψε ένα υπέροχο Hell or High Water, ένα συμπαθέστατο Wind River (το οποίο σκηνοθέτησε κιόλας) και φέτος δημιούργησε την δική του τηλεοπτική σειρά, το Yellowstone, το οποίο από τα πρώτα επεισόδια φαίνεται ωραιότατο μέχρι στιγμής.

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο Sicario: Day of the Soldado, το sequel της πρώτης ταινίας που κυκλοφορεί αυτήν τη βδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Προφανώς, εδώ υπάρχει ένα ζήτημα επί της αρχής κι αυτό το ζήτημα είναι το εξής: ότι δεν υπήρχε αληθινή ανάγκη για ένα sequel του Sicario. Θεωρητικά, η ύπαρξή του μπορεί να αποδοθεί στο ίδιο το πνεύμα της εποχής για την χολιγουντιανή βιομηχανία, δηλαδή την προσπάθεια για περισσότερα franchises, reboots, sequel, prequels και τα λοιπά. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν και κάποια σημαντικά στοιχεία που δημιουργούσαν ελπίδες για μια αξιοπρεπή συνέχεια του Sicario. Ένα τέτοιο στοιχείο ήταν η παρουσία του Sheridan στο σενάριο για άλλη μια φορά. Ένα δεύτερο στοιχείο ήταν η παρουσία του Stefano Sollima, ενός σκηνοθέτη που σίγουρα δεν είναι το βεληνεκούς του Βιλνέβ αλλά, αν μη τι άλλο, είχε δώσει αξιοπρεπέστατα δείγματα γραφής στο σύγχρονο, ματσό, καλοφτιαγμένο εγκληματικό-πολιτικό drama, σκηνοθετώντας την ταινία Suburra και την σειρά Gomorrah τα τελευταία 2-3 χρόνια.

Με λίγα λόγια, η μπάλα ήταν στο γήπεδο του Sicario 2 ώστε να αποδείξει ότι αξίζει πραγματικά να υπάρχει σαν sequel. Έτσι, παρακολουθούμε την συνέχιση της ιστορίας των αμφιβόλου ηθικής χαρακτήρων του Τζος Μπρόλιν και του Μπενίσιο Ντελ Τόρο καθώς βρίσκονται μέσα στην μάχη για τον έλεγχο της ηθικο-πολιτικής ερήμου των συνόρων μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ. Η αφήγηση της ταινίας ξεκινάει από την υποψία της αμερικάνικης κυβέρνησης ότι τα καρτέλ δεν εισάγουν παράνομα μόνο ναρκωτικά αλλά και τρομοκράτες. Φυσικά, το Sicario 2 έχει την ωριμότητα να σημειώσει εξαρχής ότι το βάρος της απόδειξης αυτής της υποψίας βαραίνει τις ΗΠΑ, οπότε ο τρόπος διαχείρισής της θα είναι ενδεικτικός του ύφους της ταινίας. Όπως είναι αναμενόμενο, το Υπουργείο Άμυνας αποφασίζει να δράσει με δεδομένη την αλήθεια της υποψίας, ξεκινώντας έναν βρώμικο ασύμμετρο πόλεμο ώστε να φέρει σε σύγκρουση τα καρτέλ μεταξύ τους. Και το πρώτο βήμα για να επιτευχθεί αυτό είναι η απαγωγή της κόρης ενός από τους αρχηγούς καρτέλ από την αμερικάνικη παραστρατιωτική ομάδα που συγκροτείται ώστε να προκληθεί μια πλήρης αποσταθεροποίηση του συμπλέγματος παρανομίας/νομιμότητας γύρω από το μεγα-εμπόριο ναρκωτικών.

Σε επίπεδο θεματικής ανάπτυξης του Day of the Soldado, ενδεικτική είναι από την αρχή ακόμα της ταινίας η διακριτικότατη ερώτηση του παρόχου πολεμικού εξοπλισμού προς τον αρχηγό της ομάδας κρούσης: πού θα γίνει το πραξικόπημα; Αυτός ο κυνικός ρεαλισμός, τραβηγμένος στα άκρα για χάρη της κινηματογραφικής δράσης, βρίσκεται μέσα στην καρδιά του Sicario 2, το οποίο δημιουργεί ένα ζοφερό ηθικό τοπίο όπου η οργανωμένη κυβερνητική και εγκληματική βία δημιουργεί μια λούπα χωρίς δυνατότητες ουσιαστικής διάκρισης, επιλογής, κρίσης. Αυτός ο κύκλος βίας δεν είναι τόσο αισθητικοποιημένος και στυλιζαρισμένος, αλλά αντίθετα προσπαθεί να είναι σκληρός και ειλικρινής. Κι ομολογουμένως, η ταινία καταφέρνει να δημιουργήσει αυτήν την απαραίτητα ζοφερή και αποπνικτική ατμόσφαιρα που είναι αναγκαία ώστε να μην έχουμε μπροστά μας απλώς μια ηδονοβλεψία βίας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η προσέγγιση του Day of the Soldado μοιάζει περισσότερο να θέλει να πλησιάσει την ατμόσφαιρα της μηδενιστικά ασφυκτικής σκληράδας του Σαμ Πέκινπα, όπου οι βίαιοι ανδρικοί χαρακτήρες δεν έχουν καμιά ελπίδα σωτηρίας και καμία άλλη διέξοδο πέρα από την ίδια τη βία και την αμετάκλητη εξουσία της. Αντίστοιχα, το χτίσιμο της αφήγησης μοιάζει να παραπέμπει σε κλασικά western showdowns ή εμβληματικές ατομικές αναμετρήσεις που κουβαλάνε πίσω τους έναν ολόκληρο κόσμο αξιών, επιλογών, εξουσιών – όπως, για παράδειγμα, στο Heat του Mann που αναφέραμε προηγουμένως. Είναι, ομολογουμένως, περίεργη η απόλαυση που έχουμε μάθει αντλούμε από τέτοιου είδους κινηματογραφικές ιστορίες με διαλυμένους ηθικούς κώδικες, διαλυμένα κοινωνικά συστήματα, διαλυμένους ανθρώπινους χαρακτήρες. Και ναι, είναι συχνά ακαταμάχητη η γοητεία αυτού του εντυπωσιακού και υπέροχα ενορχηστρωμένου μηδενισμού δράσης, έντασης και σασπένς – στοιχεία τα οποία, παρεμπιπτόντως, υπογραμμίζονται ακόμα περισσότερο από το απροσδόκητο soundtrack της, εξαίρετης γενικά, Ισλανδής μουσικού Hildur Guðnadóttir.

Μιλώντας σε συνεντεύξεις του για την ταινία, ο Sheridan είναι πολύ ξεκάθαρος σχετικά με τον κεντρικό θεματικό άξονα της ταινίας, λέγοντας πως, αν το πρώτο Sicario ήταν μια ταινία για την στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας, τότε το δεύτερο αφαιρεί το εντελώς το κομμάτι της αστυνόμευσης και εστιάζει αποκλειστικά στην σκληρή αυτο-αναφορικότητα της πολεμικής κατάστασης. Αν έχει μια βασική αδυναμία το Day of the Soldado, αυτή είναι το γεγονός πως μοιραία, αποτελώντας sequel, επιχειρεί να θέσει τις προϋποθέσεις για ένα ακόμα μεγαλύτερο franchise, φυτεύοντας subplots και χαρακτήρες που δεν καταφέρνουν να αξιοποιηθούν εντός της ταινίας αλλά αφήνουν ανοιχτές υποσχέσεις για το μέλλον. Μ’ αυτήν την έννοια, το Sicario 2 είναι μια ταινία που διστάζει να εξερευνήσει τον εαυτό της μέχρι το τέλος. Δεν ξέρουμε αν θα υπάρξει συνέχεια και αν θα είναι ικανοποιητική στο μέλλον, αλλά ο πνιγηρός αέρας του Day of the Soldado όπου μπλέκονται το αίμα, ο ήλιος, το χώμα και η σκόνη είναι αρκετός για να πούμε ότι, ναι, τελικά άξιζε και με το παραπάνω να έχουμε άλλο ένα Sicario.

Best of internet