To «Solo: A Star Wars Story» είναι μια μέτρια ταινία και, κυρίως, το ξέρει

Το αναβιωμένο Star Wars franchise έχει το δεύτερο φιλμ ανθολογίας του και, εχμ, δεν είναι καλό

Μας αρέσουν τα αξιώματα, οπότε ας ξεκινήσουμε και σήμερα μ’ ένα τέτοιο. Αν πρέπει να διαλέξουμε μεταξύ μιας ταινίας που μετεωρίζεται αδιάφορα ανάμεσα στο μέτριο και το ικανοποιητικό και μιας άλλη ταινίας που αποτελεί παθιασμένη πλην παταγώδη αποτυχία, τότε επιλέγουμε φανατικά το δεύτερο. Κι όταν λέμε φανατικά, εννοούμε ότι αναγνωρίζουμε σ’ αυτήν την αποτυχία μια πληθώρα καταπονημένων δυνάμεων που αναζητούν δρόμους και τρόπους για να εκφραστούν. Η αδυναμία τους να το κάνουν ενδέχεται να παράξει πράγματα ανυπόφορα για το μάτι ή το αυτί, αλλά αν μη τι άλλο υπάρχει ένας συνδυασμός ευγενούς επιθυμίας και απονενοημένης φιλοδοξίας που έχει κάτι ιδιαίτερο, μια αίσθηση αστάθειας, μια εσάνς πραγματικού δημιουργικού ρίσκου. Κι όπως και να το κάνουμε, οι παθιασμένες προσωπικές αποτυχίες έχουν πάντα μια μεγαλύτερη γοητεία από τις μέτριες τυποποιημένες επιτυχίες. Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά: ας κοιτάξουμε το ίδιο το franchise του Star Wars. Η prequel τριλογία που γεννήθηκε από την φιλόδοξη μεγαλομανία του George Lucas και οδήγησε στα Phantom Menace, Attack of the Clones και Revenge of the Sith περιλαμβάνει τρεις ομολογουμένως κακές ταινίες. Ακόμα κι αν κάποιοι τις έχουμε δει δέκα φορές λόγω της ακατανίκητης έλξης μας για το Star Wars, ξέρουμε καλά ότι πρόκειται για τρία φιλμ κακογραμμένα, κακοφτιαγμένα και κακοπαιγμένα σε βαθμό συχνά ανυπόφορο. Ε λοιπόν, χίλιες φορές prequels παρά Solo: A Star Wars Story.

Η αλήθεια είναι πως τα anthology films του αναγεννημένου Star Wars franchise ήταν μια αρκετά καλή ιδέα ώστε να εξασφαλιστεί το αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού και η συνεχής κερδοφορία της Disney χωρίς να χρειαστεί να παράγεται μια Star Wars τριλογία κάθε έξι μήνες. Σε τελική ανάλυση, φαινόταν να αφήνει κι ένα παράθυρο ανοιχτό προς ένα μεγαλύτερο άνοιγμα της βεντάλιας των Star Wars ιστοριών, έναν πιθανό πειραματισμό με διαφορετικά genres ή υφολογικές προσεγγίσεις. Να, ας πάρουμε το Rogue One που ήταν η πρώτη τέτοια ταινία ανθολογίας. Ήταν μια καταπληκτική ταινία; Όχι, δεν θα μπορούσε να είναι, γιατί ήταν υπερβολικά προσδεδεμένη στο project της Disney να ξεζουμίσει κάθε πιθανό στοιχείο της αρχικής Star Wars τριλογίας. Ήταν μια ικανοποιητική περιπέτεια; Ναι, ήταν. Παρόλο που ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε “μα καλά, πώς βρήκαν τα σχέδια του Death Star;” και γνωρίζαμε την κατάληξη της ιστορίας ήδη από την πρώτη ταινία του 1977, το Rogue One ήταν συμπαθέστατο γιατί πόνταρε στο να φτιάξει ένα κλασικό πολεμικό φιλμ τοποθετημένο στο σύμπαν του Star Wars.

Από την άλλη πλευρά, το Solo που κυκλοφορεί αυτήν τη βδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες δεν καταφέρνει να αγγίξει καν αυτόν τον σχετικά χαμηλό πήχη. Κατά έναν τρόπο, το νέο Star Wars franchise ήδη έχει καθοριστεί από τους δύο δρόμους που ανοίχτηκαν με τα Force Awakens και The Last Jedi, σαν η Disney να δοκιμάζει κυνικά το νερό και προς τις δυο κατευθύνσεις ώστε να δει πού θα βουτήξει τελικά. Το πρώτο έπαιξε το χαρτί της υπερ-τυποποιημένης (πλην καλοφτιαγμένης) νοσταλγικής ασφάλειας, ενώ το δεύτερο δοκίμασε μια σεναριακή και αισθητική ανανέωση (για Star Wars δεδομένα πάντα) παίρνοντας έτσι ένα μικρό ρίσκο που μάλλον δεν βγήκε και πολύ. Το Solo, λοιπόν, αποτελώντας χωρίς περιστροφές ένα origin story του νεαρού Χαν Σόλο σε σκηνοθεσία του πολυεργαλείου Ron Howard και σενάριο των Phil Lord / Christopher Miller, υπεύθυνων για τις ταινίες Lego και 2* Jump Street μεταξύ άλλων. Εν ολίγοις, αν σας έτρωγε η περιέργεια τι έκανε ο Χαν πριν τον γνωρίσουμε στην πρώτη ταινία Star Wars, πώς κατέληξε να είναι τέτοιο παλιόπαιδο, πώς απέκτησε το Millenium Falcon, πώς γνωρίστηκε με τον Chewbacca και τι είδους προϊστορία έχει με τον Lando Calrissian, τότε εδώ είστε.

 Βέβαια, αυτό σημαίνει ότι η ταινία έχει πλέον δύο καθήκοντα που θέτει η ίδια στον εαυτό της. Πρώτον, να απαντήσει στα δυνητικά ερωτήματα για το παρελθόν του Χαν Σόλο ώστε να συνδεθεί επαρκώς με τον χαρακτήρα που γνωρίσαμε στις προηγούμενες ταινίες. Δεύτερον, να δημιουργήσει μια αυτοτελή κινηματογραφική αφήγηση που να δικαιολογεί αφενός τον τίτλο του φιλμ ανθολογίας κι αφετέρου την ίδια της την ύπαρξη σαν ταινία που ζητάει από τους θεατές της χρόνο, χρήμα και συναισθηματική επένδυση. Ας τα πιάσουμε με την σειρά. Όσον αφορά το πρώτο, η αλήθεια είναι ότι η έμφαση του Solo σε ερωτήματα όπως το γιατί έχει το επώνυμο Solo, πώς καταλαβαίνει την γλώσσα των Wookiee και πώς έβγαλε το παρατσούκλι Chewie για τον Chewbacca μας δυσκολεύει λίγο στο να το αντιμετωπίσουμε σοβαρά σαν ζήτημα. Το σημαντικότερο εδώ, όμως, είναι ότι ο ίδιος ο Χαν μοιάζει εντελώς εκτός χαρακτήρα. Ενώ αρχικά τον είχαμε γνωρίσει ως έναν rogue κυνικό τυχοδιώκτη που παίζει ελεύθερα με τους κανόνες και αρχίζει να αναπτύσσει μια ουσιαστική συναισθηματική ανάπτυξη μέσα από την ίδια την συναναστροφή με τους υπόλοιπους χαρακτήρες της τριλογίας, εδώ από την αρχή εμφανίζεται με τα στοιχεία του ελάχιστου κοινού παρονομαστή ώστε να έχουμε έναν (στα χαρτιά) συμπαθή ήρωα με βασικό κίνητρο την αγάπη και μια ήδη υπάρχουσα συμπάθεια για την αναδυόμενη Αντίσταση ενάντια στην Αυτοκρατορία, λίγο κοινότοπο στις ατάκες, λίγο αδιάφορο στα συναισθήματα, αλλά αρκετά δραστήριο ώστε να τραβήξει την πλοκή προς τα μπρος. Το πρόβλημα, εν ολίγοις, δεν ήταν τόσο η αναμενόμενη σύγκριση με την περσόνα του Χάρισον Φορντ, αλλά ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ξεχνάμε εντελώς ότι πρόκειται για τον ίδιο χαρακτήρα. Το όνομα Χαν Σόλο είναι, πλέον, απλά μια σεναριακή σύμβαση.

Όσον αφορά το δεύτερο καθήκον που αναφέραμε προηγουμένως, τα πράγματα είναι εξίσου σκούρα. Ενώ θεωρητικά η ίδια η εκκίνηση ενός σύμπαντος ιστοριών ανθολογίας ανοίγει υπερβολικά το πεδίο ως προς το εύρος της κινηματογραφικής αφήγησης, το Solo μοιάζει βασανιστικά αγκυροβολημένο σε μια γωνιά του γαλαξία όπου όλα είναι οικεία, συνηθισμένα και τίποτα δεν έχει την δυνατότητα να εκπλήξει ή να αιφνιδιάσει. Οι κόσμοι που γνωρίζουμε είναι βουτηγμένοι στην κοινοτοπία, τα εξωγήινα πλάσματα μοιάζουν βγαλμένα από τα υπολείμματα της παλέτας του Lucas, ακόμα και το ίδιο το αχανές σύμπαν δυσκολεύεται τρομερά να αποπνεύσει αυτήν την αίσθηση αφελούς wonderment που ζητάς από μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή space opera. Κι εδώ είναι που ερχόμαστε στην ασυνέχεια του ύφους που διαπερνά όλη την ταινία. Αυτό που ξεκινάει σαν μια Star Wars εκδοχή της Πόλης των Χαμένων Παιδιών γρήγορα δίνει υποσχέσεις για μια outlaw περιπέτεια τύπου Bonnie and Clyde, για να μετατραπεί γρήγορα σε μια τζούρα από προκάτ πολεμικό δράμα, κι έπειτα να πάρει μορφή ως ensemble heist ταινία με διάσπαρτες αναφορές στις παραδοσιακές σταθερές των κλασικών western. Και ναι, αυτό το τουρλουμπούκι δεν καταφέρνει ποτέ να πάρει εντελώς την κάτω βόλτα σε βαθμό που να σε αναγκάσει να φύγεις από την αίθουσα, αλλά αντιθέτως σε ρουφάει σε ένα κλίμα ερεθισμένης αδιαφορίας όπου απλώς περιμένεις να γίνουν ακόμα περισσότερα πράγματα στην οθόνη. Στο μεταξύ, όμως, παρακολουθείς ένα προβλέψιμο σενάριο με κοινότοπους διαλόγους να διαλύει με χαρακτηριστική ευκολία τις πιθανότητες ουσιαστικής χημείας μεταξύ των πρωταγωνιστών Alden Ehrenreich και Emilia Clarke, καταφέρνοντας να μετριάσει ακόμα και τις εξαιρετικά χαρισματικές υποκριτικές προσωπικότητες του Donald Glover και του Woody Harrelson.

Καθώς, λοιπόν, το Solo βρίσκεται καθ’ οδόν για τις 2 ώρες και 15 λεπτά, τικάροντας κουτάκια με εκκρεμότητες του παρελθόντος και κλείνοντας τρύπες που ποτέ κανείς δεν τις θεώρησε τρύπες, η πλοκή προχωράει συσσωρεύοντας ανατροπή επί ανατροπής και προδοσία επί προδοσίας σε βαθμό που οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων γίνονται σχεδόν random πλέον. Αλλά ας σταματήσουμε εδώ για μισό λεπτό. Μερικές φορές είναι να απορείς με το πόσο προβλέψιμες είναι οι ίδιες οι ανατροπές που χρησιμοποιούν τα σενάρια του blockbuster κινηματογράφου. Δεν είναι μόνο ότι στερούν το περιεχόμενο από τις αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων, αντικαθιστώντας την ένταση με μια σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων αιτίας και αποτελέσματος. Είναι κυρίως ότι σκοτώνουν την αίσθηση του απρόβλεπτου, την αίσθηση των δυνατοτήτων. Το απρόβλεπτο στο σινεμά είναι κάτι παραπάνω από ένα σύνολο από tropes σεναριακής ανατροπής. Είναι πρωτίστως η αίσθηση ότι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ότι οι χαρακτήρες μπορούν να κινηθούν ελεύθερα, ότι μπορούν να κάνουν οτιδήποτε – ότι είναι, σε τελική ανάλυση, κάτι περισσότερο από ένα κομμάτι κειμένου σε χαρτί το οποίο μετατράπηκε σε κινούμενη εικόνα. Κι εδώ είναι το πρόβλημα που βρίσκεται στην καρδιά του Solo, χωρίς να είναι καν μια βασανιστικά κακοφτιαγμένη ταινία: ενώ τα πάντα μοιάζουν να βρίσκονται στη θέση τους, στην πραγματικότητα η αναστολή της δυσπιστίας μας γι’ αυτά που συμβαίνουν μπροστά μας παραμένει οριακά σε μηδενικό επίπεδο.

Σ’ έναν βαθμό, βέβαια, κάθε ταινία που προέρχεται από ένα μεγάλο studio είναι εξίσου ένα εταιρικό προϊόν που βγαίνει από αλυσίδα πολιτισμικής παραγωγής και ένα αυτοτελές καλλιτεχνικό έργο με πλήθος δημιουργικών ανθρώπων να έχουν δουλέψει για να ολοκληρωθεί. Κατά μία έννοια, επρόκειτο πάντα για μια συγκρουσιακή διαδικασία, καθιστώντας το ίδιο το έργο τέχνης ένα πεδίο μάχης. Έτσι είναι η μαζική κουλτούρα. Το Solo, δυστυχώς, μοιάζει να αποφεύγει παντελώς αυτό το πεδίο μάχης. Η ευθύνη βαραίνει φυσικά την Disney (έχοντας και για σκηνοθέτη τον Ron Howard, δηλαδή έναν κατεξοχήν corporate δημιουργό που εκτός κάποιων εξαιρέσεων κινείται κυρίως μεταξύ oscar-baiting και προκάτ περιπετειών), αλλά είναι και το ίδιο το περιβάλλον του αιτήματος για νοσταλγική αναβίωση που στρώνει το έδαφος με τους πιο πιεστικούς όρους. Αυτή είναι η μαύρη τρύπα στην οποία πέφτει οποιαδήποτε πιθανή ελπίδα για μια ουσιαστική ταινία με τον νεαρό Χαν Σόλο. Η σημερινή ποπ κουλτούρα θέλει να αναπαραστήσει την μαγική δύναμη που ασκεί το παρελθόν, φτωχαίνοντας το όμως σε συναισθηματικό περιεχόμενο και απογυμνώνοντάς το από τον αινιγματικό ή μυστηριώδη χαρακτήρα του. Με λίγα λόγια, όχι – δεν χρειαζόταν να μάθουμε τόσα πράγματα για τον Χαν. Πυροβόλησε πρώτος τον Γκρίντο. Αυτό επαρκεί και μας λέει πολλά περισσότερα απ’ όσα 2 ώρες origin story.

Εν τέλει, καθώς όπως φαίνεται πλέον τα anthology films του Star Wars θα έχουν τα δικά τους spin-offs ή sequels παράλληλα με τις ταινίες της κεντρικής αρίθμησης, το Solo μοιάζει περισσότερο με μια alternate-universe εκδοχή με το πώς θα μπορούσε να είναι η prequel τριλογία του George Lucas αν αντί γι’ αυτόν την έφτιαχνε ήδη από τότε η Disney. Ένα by-the-book μέτριο κινηματογραφικό προϊόν χωρίς φιλοδοξία και πάθος. Καλύτερα αποτυχία, λοιπόν.

Best of internet