H «Thelma» του Γιόακιμ Τρίερ έχει τον διάβολο στην σάρκα

Το νέο υπερφυσικό θρίλερ του Νορβηγού σκηνοθέτη τα καταφέρνει μια χαρά

Ας πάρουμε τις πρώτες δύο σκηνές του Thelma, γιατί εν πολλοίς καταφέρνουν να ρίξουν αρκετό φως στην ιστορία που επιχειρεί να αφηγηθεί ο Γιόακιμ Τριερ και τα μέσα που χρησιμοποιεί για να το κάνει. Στην πρώτη σκηνή, παρακολουθούμε έναν πατέρα και μια κόρη να περπατούν πάνω σε μια παγωμένη λίμνη, με φόντο το παγερό σκανδιναβικό τοπίο. Πηγαίνουν για κυνήγι. Όταν συναντούν ένα ελάφι και ο πατέρας σηκώνει το όπλο του, το μικρό κορίτσι ξαφνιάζεται. Κοιτάει έκθαμβο το ελάφι, αδυνατώντας να πιστέψει ότι η ζωή ενός τόσο όμορφου πλάσματος κρέμεται από μια κλωστή, της οποίας η άκρη βρίσκεται στην σκανδάλη του πατέρα της. Ο πατέρας, τότε, στρέφει την κάννη του προς την κόρη. Αυτή δεν το ξέρει – κοιτάει ακόμα το ελάφι. Ακολουθούν μερικά δευτερόλεπτα έντασης. Το όπλο τελικά κατεβαίνει. Στην δεύτερη σκηνή, έχουμε ένα πανοραμικό πλάνο μια πολύβουης πλατείας στο Όσλο. Οι άνθρωποι είναι πολλοί – κι οι φωνές τους το ίδιο. Δεν ξεχωρίζει τίποτα ακόμα. Βρισκόμαστε στο καθολικό, στο αφηρημένο. Η κάμερα, όμως, αρχίζει να πλησιάζει με αυθεντικά διερευνητικό τρόπο. Ποιο είναι το κορίτσι που πέρασε ξυστά από την τεκνοκτονία; Εκεί πηγαίνει η κάμερα; Ποια ιστορία αξίζει να ειπωθεί και με ποιον τρόπο; Τελικά, φτάνουμε στο κορίτσι και είναι πλέον ενήλικας. Και ήδη, σε δύο σκηνές χωρίς διάλογο και με την ανατροπή να εμφανίζεται ως εμμένεια στην κρυμμένη δυναμική πατέρα-κόρης, περιμένουμε να μάθουμε την ιστορία της Θέλμα – έχοντας ήδη μια έντονη ψυχική αποτύπωση που αξίζει παραπάνω από όλες τις backstory και exposition σκηνές του κόσμου.

Η Θέλμα (Eili Herboe), λοιπόν, είναι πλέον μια συνεσταλμένη νεαρή γυναίκα που σπουδάζει στο Όσλο, έχοντας αφήσει τους θρησκόληπτους γονείς της (Henrik Rafaelsen και Ellen Dorrit Petersen) και την ζωή στο χωριό για χάρη της σκανδιναβικής μητρόπολης. Εκεί, βέβαια, δυσκολεύεται αρκετά να προσαρμοστεί και να γνωρίσει νέους ανθρώπους, μένοντας κλειστή στον εαυτό της κι έχοντας την αίσθηση συνεχούς ελέγχου από την οικογένειά της παρά την απόσταση. Σύντομα, κάνει το βήμα παραπάνω και γνωρίζει την συμφοιτήτριά της Άνια (Kaya Wilkins), με την οποία αρχίζουν να αναπτύσσουν μια σχέση σαγήνης αρχικά και ανοιχτής σεξουαλικής έλξης στη συνέχεια. Παράλληλα, όμως, η Θέλμα αρχίζει να υποφέρει από μια σειρά επεισοδίων και κρίσεων που συνοδεύονται από αλλόκοτα φαινόμενα – αναγκαζόμενη, έτσι, να εξερευνήσει παράλληλα την ενήλικη σεξουαλικότητά της με τον βαθύτερο ψυχικό και μεταφυσικό της κόσμο.

Σ’ ένα πρώτο επίπεδο, η τελευταία ταινία του Τρίερ (που αυτήν τη βδομάδα βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες, έχοντας κάνει ήδη την πρεμιέρα της στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας) μοιάζει να χειρίζεται τις επιρροές και τις αναφορές με προσεκτικό τρόπο ώστε να καταφέρει να ενταχθεί σε δύο παραδόσεις που αξίζουν κινηματογραφική διερεύνηση. Από την μία, το pop και προσβάσιμο ύφος του Τρίερ  (Reprise, Oslo August 31st) φέρνει την Thelma κοντά στην παράδοση των νεαρών κοριτσιών που ανακαλύπτουν τον εαυτό τους, τις δυνάμεις τους και τον κόσμο μέσα από ένα ταξίδι μετα-εφηβικής αυτογνωσίας. Μ’ αυτήν την έννοια, η Thelma μοιάζει με μια arthouse superhero ταινία, περασμένη μέσα από το φίλτρο της Buffy the Vampire Slayer και της young adult τάσης που έφερε στο προσκήνιο με blockbuster όρους το Hunger Games. Παράλληλα, όμως, η Thelma επικοινωνεί και με μια υπέροχη παράδοση που βλέπει την ενηλικίωση των κινηματογραφικών κοριτσιών σαν ένα ειλικρινές πλην τρομακτικό rite of passage. Εκεί είναι που βλέπουμε τον Τρίερ να στοχεύει σ’ αυτήν την horror coming-of-age γυναικεία υποκειμενικότητα που άλλοτε έχουμε δει ως Carrie, Picnic at Hanging Rock και The Company of Wolves ή πιο πρόσφατα σε ταινίες που ξεκινούν από το Pan’s Labyrinth και το Let the Right One In μέχρι το The VVitch και το Raw – φιλτράροντάς την ελαφρώς μέσα από την χριστιανο-παγανιστική ατμόσφαιρα του κλασικού σκανδιναβικού σινεμά από το Häxan μέχρι τα αριστουργήματα του Carl Theodor Dreyer.

Καθώς η Θέλμα, κι εμείς μαζί της, ανακαλύπτει παράλληλα τις μεταφυσικές της δυνάμεις και τον ψυχικό της κόσμο, η ταινία του Τρίερ αρχίζει να πλησιάζει την διαπίστωση πως αυτά τα δύο συγκλίνουν, πως το μαγικό ή μυθικό στοιχείο δεν είναι μια αλληγορία για την ανθρώπινη κατάσταση – αλλά είναι το ίδιο μια πλευρά της ανθρώπινης κατάστασης που ανοίγει δρόμους στο εσωτερικό της. Πως το να μιλάς για τον Θεό είναι το να μιλάς για την ψυχή, για την επιθυμία, για την ενοχή, για την απόλαυση. Κάποια στιγμή, η Θέλμα εξομολογείται στον πατέρα-αφέντη μέσα από την ηλεκτρική φωνή του τηλεφώνου. Αυτό το στιγμιότυπο αποκαλύπτει πολλά, αφού ο Τρίερ επιχειρεί να συνταιριάξει το υπερφυσικό και το κλινικό στοιχείο της καταπίεσης που δέχεται η Θέλμα. Μέσα στον κλασικό θριλερικό αφηγηματικό ρυθμό της ταινίας, ο Τρίερ επεξεργάζεται την πειθάρχηση του γυναικείου σώματος και της γυναικείας επιθυμίας χωρίς να γίνονται ποτέ αφόρητα ακαδημαϊκός στην προσέγγισή του – κι έχοντας σαν γνώμονα την κινηματογραφική αλήθεια της Θέλμα. Κι είναι γεγονός πως, παρά την σχετική απώλεια του ελέγχου της αφήγησης προς το τέλος, ο Τρίερ καταφέρει να πει με αληθινό τρόπο μια υπερφυσική ιστορία – όπως όταν η ηρωίδα πανικοβάλλεται γκουγκλάροντας τα συμπτώματα των αλλόκοτων πραγμάτων που της συμβαίνουν.

Best of internet