Το «Ένα Ήσυχο Μέρος» φέρνει τον τρόμο όχι μ’ έναν πάταγο αλλά μ’ έναν λυγμό

O John Krasinski δοκιμάζει την τύχη του στο horror και τα πηγαίνει περίφημα

Ας ξεκινήσουμε, γι’ ακόμα μια φορά, με ένα αξίωμα. Μια έξυπνη και καλοφτιαγμένη ταινία τρόμου είναι πάντα ένα πολύτιμο δώρο ως κινηματογραφική εμπειρία και γι’ αυτό πρέπει να την εκτιμούμε – όταν την βρίσκουμε στο δρόμο μας. Το τι καθιστά την εν λόγω ταινία τρόμου έξυπνη και καλοφτιαγμένη, βέβαια, είναι μια ανοιχτή υπόθεση. Ένας δρόμος, φυσικά, είναι να αναζητήσουμε κατά πόσο ένα horror film δείχνει επινοητικότητα στους τρόπους με τους οποίους προσπαθεί να μας τρομάξει. Αυτό είναι πάντα κάτι εκτιμητέο (και αναπόσπαστο τμήμα μιας αυθεντικής horror εμπειρίας), αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε εκεί. Υπάρχει στον κινηματογράφο του τρόμου κάτι παραπάνω από το scare factor, και το έξυπνο horror είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμα των έξυπνων scares του. Υπάρχει η ατμόσφαιρα, το ύφος, η αισθητική και – φυσικά – ο σατιρικός κοινωνικός σχολιασμός. Όχι ότι δεν υπήρξαν στην ιστορία του σινεμά γνήσια κινηματογραφικά αριστουργήματα από καταξιωμένους auteurs που έδωσαν μια arthouse υφή στο horror genre (τα παραδείγματα είναι πραγματικά πολλά, από τον Murnau και τον Wiene μέχρι τον Herzog και τον Kubrick), αλλά η καρδιά του τρόμου πάντα και αυταπόδεικτα αναπνέει καλύτερα στο pulp, στο αλλόκοτο, στο camp, στο τερατώδες και το αιματηρό. Υπάρχει, δηλαδή, μια αυθεντική καλλιτεχνική φιλοδοξία στην δημιουργία ενός καλού horror b-movie (που παίζει ειρωνικά με το genre και την κοινωνική κριτική) – κι αυτή είναι μια δυναμική που μέσα στην τελευταία δεκαετία μας έχει δώσει μερικές υπέροχες ταινίες, από το Cabin in the Woods μέχρι το What We Do in the Shadows και το The Babadook, κι απ’ το The Love Witch μέχρι το The Girl With All the Gifts, το Raw και το Green Room – ή και το Get Out, φυσικά.

Και κάπως έτσι, λοιπόν, μια νέα προσθήκη στην πρόσφατη horror παράδοση είναι και το A Quiet Place, η νέα ταινία του John Krasinski που κυκλοφορεί αυτήν τη βδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες, στην οποία συμπρωταγωνιστεί με την Emily Blunt – όντας επίσης ανδρόγυνο στην καθημερινότητά τους. Κατά μία έννοια, ίσως φαντάζει υπερβολή να πούμε ότι το A Quiet Place είναι pulp ή b-movie. Ας μην περιορίζουμε όμως αυτήν την cult υφή σε στοιχεία ανελέητου splatter ή φαντασμαγορικού campiness. Το A Quiet Place είναι μια καλοφτιαγμένη και έξυπνη ταινία, η οποία αρχίζει και τελειώνει πάνω σε ένα παραδοσιακά pulp gimmick, ένα αφηγηματικό τέχνασμα χωρίς λογική και αιτία: αν βγάλεις έστω κι έναν ήχο, πέθανες, τέλος. Στην ταινία, λοιπόν, μεταφερόμαστε σ’ ένα εναλλακτικό και δυστοπικό κοντινό μέλλον όπου η ανθρωπότητα απειλείται από ένα μάτσο τυφλά τέρατα, τα οποία κυνηγούν το θήραμά τους χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τον ήχο. Ανάμεσα στους λίγους επιζώντες αυτού του survival drama είναι η πυρηνική οικογένεια Abbott, η οποία αποτελείται απ’ τον πατέρα (John Krasinski), την μητέρα (Emily Blunt), την μεγάλη κόρη (Millicent Simmonds) και τον μικρό γιο (Noah Jupe). Καθώς η αφήγηση ξεκινάει από την 89η ημέρα της ανεξήγητης επίθεσης των τυφλών πλην θανατηφόρων τεράτων, παρακολουθούμε την οικογένεια Abbott να προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στην σιωπή και τον τρόμο – πασχίζοντας παράλληλα να διατηρήσει την αγάπη, την κατανόηση και την ανθρωπιά της.

Η αλήθεια είναι πως αυτό που κάνει ο Krasinski (όντας περισσότερο γνωστός για τον ρόλο του ως Jim Halpert στην αμερικάνικη εκδοχή του The Office) είναι σχετικά πρωτότυπο. Όχι γιατί το A Quiet Place ανοίγει απαραίτητα νέους δρόμους για τον horror κινηματογράφο, αλλά γιατί αποτελεί συνειδητή επιλογή για μια πρώτη κατάβαση σ’ αυτόν – από έναν άνθρωπο που βρίσκεται στην τρίτη ταινία που σκηνοθετεί (έχοντας προηγουμένως γυρίσει τα ψιλο-μέτρια-εδώ-που-τα-λέμε Brief Interviews with Hideous Men και The Hollars). Παραδοσιακά, ως γνωστόν, το horror ήταν τις περισσότερες φορές μια κινηματογραφική αφετηρία, απ’ όπου ξεκίναγαν οι νέοι δημιουργοί προκειμένου να κερδίσουν αργότερα την εμπιστοσύνη ενός μεγάλου studio για τα επόμενα projects τους – το κλασικό δίδυμο των James Cameron και Kathryn Bigelow είναι ένα πλήρως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η περασμένη χρονιά, βέβαια, ήταν εξαιρετικά σημαντική για τον κινηματογραφικό τρόμο – και πιθανώς θα μπορέσει να εξηγήσει την mainstream επάνοδό του τα επόμενα χρόνια. Το εντυπωσιακό δεν ήταν τόσο το γεγονός ότι είχαμε καλές horror ταινίες (που όντως είχαμε), αλλά ότι ο τρόμος κατάφερε να εισχωρήσει δυναμικά στο διεθνές box-office και τα κινηματογραφικά βραβεία με τα It και Get Out αντίστοιχα.

Επομένως, δεν είναι καθόλου παράξενο που ο ίδιος ο Krasinski δεν αναφέρει σαν βασικές επιρροές του για το είδος τρόμου που ήθελε να κάνει τις παραδοσιακές σταθερές αξίες του genre, αλλά τις πρόσφατες επιτυχίες των Get Out και Don’t Breathe. Όχι επειδή είναι ξένος προς την αισθητική παράδοση του κινηματογραφικού τρόμου (η οποία έχει περάσει εδώ και δεκαετίες έτσι κι αλλιώς στο dna του μαζικού λαϊκού σινεμά), αλλά επειδή προσπάθησε να εμπνευστεί από τον συγκεκριμένο τρόπο που ταινίες σαν κι αυτές επικοινώνησαν τόσο με την horror παράδοση όσο και με το κοινωνικό-ιστορικό τους περιβάλλον. Το A Quiet Place χρησιμοποιεί την απειλή του ήχου, την αντίθεση μεταξύ στοιχειωτικής σιωπής και θανατηφόρας κακοφωνίας – ένα παραδοσιακό trope του κινηματογραφικού τρόμου που έχει δοκιμαστεί πάμπολλες φορές με επιτυχία. Ούτως ή άλλως, η σιωπή έχει κι η ίδια την δική της τεράστια παράδοση στο σινεμά – είτε ως τεχνικός περιορισμός είτε ως αισθητική επιλογή. Στην ταινία, λοιπόν, αυτή η σιωπηλή απειλή έρχεται να συνοδεύσει την ιστορία μιας οικογένειας μέσα στην κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού. Η επιλογή των προσώπων της οικογένειας και οι σχέσεις στοργής μεταξύ τους έχουν σχεδόν αρχετυπικό χαρακτήρα, παραπέμποντας στην προσπάθεια διαφύλαξης μιας ειλικρινούς ανθρωπιάς κόντρα στην απειλή της σιωπής και του θανάτου.

Η (σχετική) απουσία διαλόγου, όμως, δεν σημαίνει απουσία μελοδράματος, αφού αισθητικά και υφολογικά ο Krasinski μοιάζει να εμπνέεται αρκετά από τον ιδιαίτερο μελιστάλαχτο τρόμο του M. Night Shyamalan (της ανεκτής περιόδου του, τουλάχιστον), αλλά κι απ’ την δυνατότητα να φτιαχτεί ένα horror film που θα είναι ταυτόχρονα φιλόδοξο και προσβάσιμο, τρομακτικό αλλά και mainstream, αλύπητο αλλά και ευαίσθητο. Υπάρχουν σημεία που εμφανίζονται ευμεγέθεις σεναριακές τρύπες, κι υπάρχουν άλλα όπου η προσέγγιση του Krasinski μοιάζει κοινότοπη. Το A Quiet Place, εν τέλει, δεν είναι μια φοβερή ταινία. Είναι ένα έξυπνο και καλοφτιαγμένο horror φιλμ που καβαλάει το άρμα της σύγχρονης μίνι-golden-era του είδους – και πολύ καλά κάνει.

Best of internet