Στο «Ready Player One» o Στίβεν Σπίλμπεργκ είπε να κάτσει εδώ, με τη νεολαία

Βομβαρδίζοντας την οθόνη με ένα άνευ προηγουμένου overkill pop νοσταλγίας

Ας ξεκινήσουμε με ένα αξίωμα. Έχουμε ανάγκη από καλό, διασκεδαστικό, λαϊκό blockbuster κινηματογράφο. Πάντα είχαμε, πάντα θα έχουμε. Δεν είναι μόνο ότι το σινεμά είναι η κατεξοχήν τέχνη της μαζικής κουλτούρας του 20ου αιώνα – είναι επίσης κι ότι μας ικανοποιεί μια επιθυμία να δούμε πράγματα απίστευτα, να μας επιβεβαιώσει την πεποίθηση ότι μέσα στην κοινοτοπία του κόσμου μπορούμε να νιώσουμε αυτήν την μοναδική αίσθηση του wonderment, την αναστολή της δυσπιστίας, το αίσθημα ότι μέσα σ’ αυτήν την οθόνη συμβαίνει κάτι εξωπραγματικό – ακόμα κι αν το καταναλώνουμε, σε τελική ανάλυση, ως ένα προϊόν ανάμεσα στα υπόλοιπα. Φυσικά, αυτή είναι μια δύσκολη ισορροπία – και το να κάνεις καλό blockbuster κινηματογράφο δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα. Συνήθως απαιτεί ένα εξαιρετικά μετέωρο βήμα μεταξύ κοινοτοπίας και καινοτομίας. Γι’ αυτό τα πραγματικά καλά blockbuster της τελευταίας δεκαετίας είναι, μάλλον, σχετικά λίγα – περιοριζόμενα σε μια χούφτα superhero ταινίες, το Mad Max:Fury Road, το πρώτο Pacific Rim, την αναβίωση του Planet of the Apes, άντε και 2-3 περιπτώσεις ακόμα.

Υπάρχει, βέβαια, κι ένα όνομα που από τα 70s κι έπειτα λίγο πολύ ταυτίστηκε με το καλό, μαζικό, λαϊκό blockbuster σινεμά – κι αυτός είναι φυσικά ο Στίβεν Σπίλμπεργκ. Ναι, ας μην επαναλαμβάνουμε πράγματα πασίγνωστα: ο Σπίλμπεργκ πέρασε δύο χρυσές δεκαετίες (από τα μέσα του ’70 μέχρι τα μέσα του ’90) αλλάζοντας το πρόσωπο του blockbuster σινεμά – και εν μέρει καθορίζοντας κιόλας τι σημαίνει μοντέρνα κινηματογραφική υπερ-παραγωγή και υπερ-επιτυχία. Γι’ αυτό δεν γίνεται ποτέ να ξεχάσουμε ποτέ το Jaws, το Close Encounters of the Third Kind, τα τρία Indiana Jones, τον E.T. και το Jurassic Park – γιατί όλα αυτά δεν είναι μόνο ορόσημα της σύγχρονης pop κουλτούρας, αλλά είναι επίσης σύμβολα που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό το πώς σχετιζόμαστε με την pop κουλτούρα, τι σημαίνει για μας, πώς ερμηνεύουμε την παιδική μας ηλικία, πώς θυμόμαστε, πώς νοσταλγούμε, πώς διασκεδάζουμε βλέποντας πράγματα να συμβαίνουν σε οθόνες. Και γι’ αυτό, φυσικά, δεν είναι τυχαίο πως για την σύγχρονη νοσταλγική υπερφόρτωση γύρω από την pop κουλτούρα των περασμένων δεκαετιών (την οποία προσπαθήσαμε να αναλύσουμε στην 80s εκδοχή της) το έργο, το ύφος και η αισθητική του Σπίλμπεργκ είναι σε έναν βαθμό ο αξεπέραστος ορίζοντάς της.

Και κάπως έτσι, ο 71χρονος Σπίλμπεργκ, ο άνθρωπος-σύμβολο (και άνθρωπος-studio) του escapist χολιγουντιανού θεάματος και του μελοδραματικού blockbuster ανθρωπισμού, καλείται να αναλάβει εν έτει 2018 ένα μεγάλο έργο: να τερματίσει ο ίδιος την pop νοσταλγία, να την τραβήξει μέχρι τις ακραίες τις συνέπειες, να φτιάξει το ένα νοσταλγικό προϊόν που θα κυριεύσει όλα τα υπόλοιπα. Κι εγένετο Ready Player One, η νέα του ταινία που έρχεται αυτήν τη βδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Η βάση της ταινίας είναι το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ernest Cline από το 2011 (που μεταφράστηκε στα ελληνικά ως “Αν είσαι έτοιμος, πάτα Enter“), ο οποίος συνέγραψε και το σενάριο μαζί με τον Zak Penn, έναν σεναριογράφο με αξιοσημείωτη θητεία στον υπερ-ηρωικό κινηματογράφο του 21ου αιώνα. Το βασικό premise του βιβλίου και της ταινίας είναι ταυτόχρονα ηλιθιωδώς απλοϊκό και υπερβολικά πολύπλοκο, δηλαδή ακριβώς ό,τι χρειάζεται, θεωρητικά, για ένα larger-than-life blockbuster. Βρισκόμαστε στο 2045, ο κόσμος είναι δυστοπικός, κι οι άνθρωποι βρίσκουν καταφύγιο σε ένα απέραντο virtual reality σύμπαν με το όνομα OASIS (διακριτική πινελιά το όνομα), το οποίο δημιούργησε ο ιδιοφυής πλην εκκεντρικός Τζέιμς Χάλιντεϊ. Ο ίδιος εν τέλει πεθαίνει, κι αφήνει ένα ψηφιακό easter-egg μέσα στο σύμπαν του OASIS – μαζί με την υπόσχεση πως όποιος το βρει θα είναι πλέον ο ιδιοκτήτης του ψηφιακού αυτού κόσμου, και κατ’ επέκταση και του πραγματικού. Φυσικά, αυτό πυροδοτεί μια εξωφρενική ψηφιακή κούρσα, στην οποία παρακολουθούμε τον ήρωά μας, τον νεαρό Γουέιντ Γουάτς (μαζί με την ψηφιακή παρέα του βέβαια), να προσπαθεί να σώσει τον κόσμο – ψηφιακό και μη – προκειμένου να μην πέσει το σύμπαν του OASIS στα χέρια των μοχθηρών επιχειρηματιών.

Λοιπόν, όπως καταλαβαίνετε, στην ταινία συμβαίνει πανζουρλισμός. Όχι τόσο γιατί είναι η πιο παράξενη περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας που έχουμε δει – για την ακρίβεια, δεν αγγίζει ούτε το 1% των εξωφρενικών sci-fi κινηματογραφικών concepts που έχουν αντικρύσει τα μάτια μας. Η πηγή αυτού του πανζουρλισμού είναι πως το σύμπαν του OASIS συντίθεται σχεδόν αποκλειστικά από pop culture αναφορές και member berries. Ναι, κάτι τέτοιο δεν έχει ξαναγίνει ποτέ σε τέτοιο εκκωφαντικό βαθμό. Τα πάντα είναι εκεί, κυριολεκτικά. Υπάρχει μια τεράστια συγκεντρωποίηση της νοσταλγίας με τρόπο και budget που μόνο ο Σπίλμπεργκ θα μπορούσε να καταφέρει. Έχει σχεδόν κάθε είδους videogame, έχει King Kong, έχει Godzilla, έχει Back to the Future, έχει Freddy Krueger, έχει την Λάμψη του Kubrick, έχει Κούκλα του Σατανά, έχει Akira, έχει Joan Jett, A-ha και Twister Sister – έχει σχεδόν ό,τι μπορείτε να φανταστείτε, κι έχει πράγματα που περιμένουν να ανακαλυφθεί ότι ήταν εκεί από τους πιο αφοσιωμένους ρακοσυλλέκτες της ιντερνετικής nerd αρχαιολογίας. Ουφ, κουράστηκα. Και που τα ανέφερα, και που τα είδα στην οθόνη. Είμαι ο τελευταίος που θα σνομπάρει επί της αρχής μια οργασμικά nerdy υπερπαραγωγή, κι είμαι επίσης εντελώς μέσα στο θεωρητικό target group του Ready Player One, αλλά υπάρχουν και κάποια όρια. Τα όρια αυτά αφορούν την δυνατότητα για μια στοιχειώδη επεξεργασία ώστε η τρέχουσα nerd νοσταλγία να μετατραπεί σε ένα συνεκτικό, έξυπνο και ουσιαστικό pop προϊόν – είναι αυτά τα όρια που καθιστούν, για παράδειγμα, το Stranger Things μια πολύ καλή σειρά και το Ready Player One μια αρκετά κακή ταινία.

Ας σταθούμε λίγο στο ζήτημα της nerd νοσταλγικότητας. Έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό ουκ ολίγες φορές, οπότε θα συνοψίσουμε 2-3 βασικά, για μας, σημεία. Πρώτον, είναι μάλλον ανώφελο να πάρουμε θέση επί της αρχής υπέρ ή κατά της νοσταλγικής pop κουλτούρας. Ο τρόπος που κοιτάμε και ανακατασκευάζουμε το παρελθόν είναι κομβικός για το πώς βιώνουμε το παρόν και σκεφτόμαστε το μέλλον – κι η μαζική δυτική κουλτούρα είναι ένας βασικός κοινός μας κώδικας γι’ αυτό το πράγμα. Δεύτερον, υπάρχει φυσικά μια τάση για nostalgia-exploitation, όπου κάθε στοιχείο αυτής της pop κουλτούρας πακετάρεται σαν κουτάκι προς τσεκάρισμα, χωρίς συναισθηματικό ή αφηγηματικό βάθος – οδηγώντας σε έναν εκβιασμό μικρών και σύντομων εκστάσεων που δηλώνουν “ωχ ναι, το θυμάμαι κι αυτό, πάμε παρακάτω”. Τρίτον, υπάρχουν ευτυχώς κι οι φορές που αυτή η pop νοσταλγία συνοδεύεται κι από μια έξυπνη ιδέα, έναν αυθεντικό αναστοχασμό, μια ουσιαστική συναισθηματική επένδυση, έτσι ώστε να αποκτήσει αληθινό περιεχόμενο το triggering των αναμνήσεων μέσα από references (όπως για παράδειγμα στα Donnie Darko, Stranger Things, Lady Bird ή στα επεισόδια San Junipero και USS Callister του Black Mirror). Ε, αν μας απασχολούν αυτά τα ζητήματα, τότε δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε γρήγορα ότι το Ready Player One ασχολείται κυρίως με το να πατήσει τα πιο γρήγορα, εύκολα και προσβάσιμα κουμπιά.

Κατά τις 2μιση ώρες της ταινίας, βομβαρδιζόμαστε με τόσα πολλά αδιαφοροποίητα και άδεια references, που το πράγμα οδηγείται πια σε ένα φορτικό randomness όπου όλα έχουν θέση αλλά τίποτα δεν έχει σημασία. Δεν στεκόμαστε σε τίποτα, δεν επενδύουμε σε τίποτα – απλά αναμένεται από μας να βιώσουμε μια κινηματογραφική εμπειρία ως ένα άθροισμα από ερεθίσματα και αντιδράσεις. Εν τέλει, ο Σπίλμπεργκ κατασκευάζει ένα τεράστιο ψηφιακό λούνα παρκ, ένα high-budget σκρολάρισμα στο reddit, μια nerd πορνογραφία χωρίς ίχνος πραγματικού ενδιαφέροντος – τόσο από την πλευρά του όσο και από την δική μας. Εδώ, λοιπόν, στον πυρήνα της ταινίας, υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση. Στο Ready Player One, ο Σπίλμπεργκ και ο Κλάιν αντιμετωπίζουν όλον αυτόν τον ωκεανό από comics, videogames, mainstream ή εμβληματικές ταινίες, sci-fi tropes και τραγούδια σαν ένα αδιαφοροποίητο σύνολο που αντιστοιχεί σε μια εφηβική πεζή φαντασίωση, αγορίστικη προφανώς, σαν ένα φρούριο από τον “πραγματικό κόσμο” – χρησιμοποιώντας την πιο συντηρητική αναπαράσταση για το τι είναι οι nerd υποκουλτούρες. Εκεί είναι το λάθος κι αυτό είναι που καθιστά τόσο άψυχη την ταινία. Γιατί έχουμε κλάψει διαβάζοντας comics, έχουμε τρομάξει παίζοντας videogames, έχουμε ονειρευτεί βλέποντας ταινίες, έχουμε ερωτευτεί ακούγοντας τραγούδια – κι αυτά τα κάναμε στον πραγματικό κόσμο, δημιουργώντας πραγματικές σχέσεις με πραγματικούς ανθρώπους, ακόμα και σε επίπεδο φαντασίωσης. Γι’ αυτό θέλουμε να δούμε εξίσου πραγματικούς ανθρώπους να σχετίζονται τόσο μεταξύ τους όσο και με τα pop σύμβολα – θέλουμε να μας πείσουν ότι αυτό που βλέπουμε έχει μια δόση ανθρώπινης αλήθειας μέσα στην φαντασμαγορία του. Θέλουμε, με λίγα λόγια, την αλήθεια: ότι η pop κουλτούρα είναι ένας τρόπος να σχετιζόμαστε, αλλά δεν είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε. Αν δεν κοιτάξουμε τι υπάρχει γύρω και μέσα σ’ αυτήν την σχέση, δεν κάναμε τίποτα.

Φυσικά, δεν βοηθάει και το ότι η ταινία είναι γεμάτη από τα κλασικά σημάδια του σπιλμπεργκικού κινηματογράφου, τα οποία όμως εδώ έχουν ξεφορτωθεί κάθε ίχνος στοιχειώδους ανθρώπινου πάθους και ενδιαφέροντος. Και, ΟΚ, πάντα ο συναισθηματισμός του Σπίλμπεργκ συνόρευε με την αγνή χαζομάρα, αλλά με έναν τρόπο κατάφερνε να δημιουργήσει μια μοναδική κινηματογραφική αύρα που μας συγκινούσε (σε κάποιες περιπτώσεις, τουλάχιστον). Εδώ, από την άλλη, δεν συναντούμε ούτε έναν χαρακτήρα που να μας πείθει γι’ αυτό που είναι, που να καταφέρει να μας μεταφέρει τον συναισθηματικό του κόσμο, που να μας κάνει να νιώσουμε τις αγωνίες του. Έχουμε ένα άθροισμα στιγμών που ποτέ δεν καταφέρνουν να γίνουν ολοκληρωμένες σκηνές με συνοχή και συνέχεια. Έχουμε μερικές εξαιρετικά σκηνοθετημένες action sequences (κι η αλήθεια είναι ότι ο Σπίλμπεργκ είναι απ’ τους λίγους που μπορεί να το κάνει τόσο καλά), στις οποίες όμως αδυνατούμε να δείξουμε πραγματικό ενδιαφέρον για το διακύβευμά τους. Έχουμε γεγονότα που προετοιμάζουν για μεγάλη συναισθηματική ένταση και αυθεντικά character arcs, τα οποία πετιούνται στα σκουπίδια μέσα σε ελάχιστα λεπτά. To Ready Player One, εν τέλει, προσπαθεί να πιάσει έναν παλμό. Έπειτα ανακαλύπτει ότι αυτός ο παλμός δεν είναι ανθρώπινος. Και, τέλος, αδιαφορεί – γιατί κοίτα τι εντυπωσιακό που μοιάζει.

Best of internet