To «Annihilation» αγκαλιάζει σφιχτά τον sci-fi κινηματογραφικό εφιάλτη

Τρία χρόνια μετά το Ex Machina, o Alex Garland επιστρέφει με ακόμα μεγαλύτερες φιλοδοξίες

Ένας χαρακτήρας μιας ταινίας ρωτάει έναν άλλο χαρακτήρα μια πολύ συγκεκριμένη ερώτηση. Ο δεύτερος χαρακτήρας, τότε, απαντάει: “Δεν ξέρω”. Ο πρώτος χαρακτήρας ξαναρωτάει, με μια εμφατική μίξη έντασης και απογοήτευσης: “Τι ξέρεις τότε;” Ο δεύτερος χαρακτήρας δεν απαντάει. Μόνο σκύβει το κεφάλι. Έχει άραγε πραγματική σημασία ποια ήταν η ερώτηση; Πού κρύβεται η απάντησή της; Αν δεν ξέρεις την απάντηση, τότε πώς είναι δυνατόν να την νιώθεις ζωντανή μέσα σου; Έτσι ξεκινάει λίγο-πολύ το Annihilation του Alex Garland. Με μια ανάκριση που είναι καταδικασμένη να αποτύχει, με μια λάθος ερώτηση και μια σωστή απάντηση που χρησιμοποιούν διαφορετική γλώσσα η καθεμιά. Ήδη έχουμε καταλάβει πάνω-κάτω για τι είδους πράγμα πρέπει να προετοιμαστούμε: για ένα φιλόδοξο sci-fi μυστήριο τρόμου με παράξενο μυθικό περίβλημα και αινιγματικές φιλοσοφικές προεκτάσεις για τα όρια της γνώσης, την μετάλλαξη του κόσμου, την απώλεια της ταυτότητας και την αστάθεια του εαυτού. Μπορεί να μην καταλαβαίνουμε ακριβώς τι συμβαίνει, αλλά είμαστε βέβαιοι ότι αυτό είναι το sci-fi που θέλουμε.

Ο Alex Garland δεν είναι καθόλου ξένος προς τον sci-fi κινηματογράφο. Δεν είναι μόνο ότι πριν τρία χρόνια μας χάρισε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες επιστημονικής φαντασίας της τρέχουσας δεκαετίας, το Ex Machina δηλαδή, αλλά ήδη από την θέση του σεναριογράφου ήταν παρών στο sci-fi σινεμά εδώ και πάνω από 15 χρόνια – υπογράφοντας ταινίες τόσο διαφορετικές όσο τα 28 Days Later, Sunshine, Never Let Me Go και Dredd. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και την παράξενη λογοτεχνική επιτυχία του στα 90s με το The Beach (ναι, αυτό που αργότερα έγινε ταινία του Danny Boyle με τον Leonardo DiCaprio) τότε καταλαβαίνουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού, ο οποίος αποτελεί μάλλον ένα χαρακτηριστικό δείγμα της Generation X του ‘90 και της έλξης της προς την αναζήτηση του αλλόκοτου και του στοιχειωτικού μέσα στο καθημερινό και το τετριμμένο, την αναζήτηση της ουτοπίας και της δυστοπίας μέσα στα πιο κοινότοπα και αδιάφορα πράγματα. Ανήκει, λοιπόν, μ’ έναν τρόπο σ’ αυτήν την γραμμή από losers με φιλοδοξίες που περιελάμβανε πολύ διαφορετικούς συγγραφείς σαν τον Douglas Coupland, τον David Foster Wallace, τον Dave Eggers, τον Bret Easton Ellis και κάμποσους ακόμα. Κάπως έτσι μοιάζει κι η περίπτωση του Garland, σαν μια καλλιτεχνική φιλοδοξία με slacker ύφος που γοητεύεται από το παρα-λογοτεχνικό και το παρα-κινηματογραφικό, από τα genres του sci-fi, του horror και του fantasy που για πολλές δεκαετίες άντλησαν τη δύναμή τους απ’ το γεγονός ότι βρέθηκαν στο περιθώριο των κυρίαρχων αφηγήσεων.

Αυτό είναι το νήμα που τον συνδέει τρόπον τινά και με τον Jeff VanderMeer, τον συγγραφέα της ίδιας πάνω-κάτω γενιάς που είναι βουτηγμένος μέχρι τα μπούνια στο παράξενο και το αλλόκοτο (δείτε για παράδειγμα αυτήν την συνέντευξή του που είναι ένα έργο τέχνης από μόνη της) κι ο οποίος υπέγραψε το ομώνυμο μυθιστόρημα όπου βασίζεται το Annihilation. Έχοντας πετύχει πλέον μια αρκετά μεγάλη εμπορική επιτυχία με την Southern Reach τριλογία του, της οποίας πρώτο μέρος είναι το Annihilation, o VanderMeer μοιάζει να συναντιέται με τον Garland σε ένα πολύ κομβικό σημείο: στον συνδυασμό των στοιχείων που προέρχονται από μια λαϊκή fiction υποκουλτούρα με την φιλοδοξία που αρμόζει σε ένα μεγάλο, χαοτικό και πολύπλοκο έργο. Καθώς, λοιπόν, οι δυστοπικές αφηγήσεις γίνονται όλο και πιο παρούσες στην σύγχρονη pop κουλτούρα (από το The Handmaid’s Tale μέχρι το Black Mirror) και το να φανταστούμε το τέλος του κόσμου είναι εξίσου εύκολο με το να φανταστούμε το τέλος της σημερινής μέρας, ο sci-fi κινηματογράφος μοιάζει και πάλι ένα από τα πιο κατάλληλα μέσα για να εκφραστούν αυτές οι ανησυχίες με αυθεντικό τρόπο.

Το πράγμα δεν είναι τόσο απλό βέβαια. Παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχουμε οριακά περισσότερους sci-fi τίτλους απ’ όσους μπορούν να καταναλώσουν ακόμη κι οι πιο φανατικοί fans του είδους (γεγονός το οποίο από μόνο του είναι εξαιρετικά ευπρόσδεκτο σαν εξέλιξη και μας έχει χαρίσει μπόλικες πανέμορφες ταινίες και σειρές πρόσφατα), από την άλλη πλευρά βλέπουμε μια δυναμική που οδηγεί μεταξύ άλλων σε άπειρα adaptations ή reboots χωρίς ουσιαστική αίσθηση πρωτοτυπίας (είτε είναι κάπως ικανοποιητικά σαν το Altered Carbon, είτε πλήρως απογοητευτικά σαν το Ghost in the Shell), ενώ οι πιο φιλόδοξες προσπάθειες όπως το Blade Runner 2049 καταλήγουν να δυσκολεύονται πολύ να βρουν το κοινό που τους αντιστοιχεί στις κινηματογραφικές αίθουσες. Εν ολίγοις, υπάρχει μάλλον εδώ μια αντίφαση μεταξύ της μεγάλης γιγάντωσης του sci-fi ύφους και της σχετικής απουσίας μιας αυθεντικής περιπετειώδους προσέγγισης στο είδος. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, το Annihilation κατέληξε εν τέλει στο Netflix αντί για την μεγάλη οθόνη, εκτός από τις ΗΠΑ και την Κίνα όπου πήρε μικρή κινηματογραφική διανομή. Ο λόγος ήταν ότι το studio της Paramount φοβήθηκε ακριβώς αυτό: ότι η πολυπλοκότητα του Annihilation ως σκεπτόμενο sci-fi, παίρνοντας ένα χαοτικό πρωτότυπο υλικό και ερμηνεύοντάς το με ελεύθερο τρόπο, θα οδηγούσε μαθηματικά σε box-office αποτυχία. Έπειτα από διαμάχες σχετικά με την πιθανή απλοποίηση και το εμπορικό μέλλον της ταινίας, και προς απογοήτευση του ίδιου του Garland, η Paramount συμφώνησε με το Netflix να αναλάβει αυτό την διανομή του Annihilation στις μικρές οθόνες.

Αυτό είναι, προφανώς, εξαιρετικά στενάχωρο γιατί όλα στο Annihilation βροντοφωνάζουν μέγιστη κινηματογραφική εμπειρία. Τα πράγματα ξεκινάνε με την Area Χ, στις εγκαταστάσεις της αμερικάνικης κυβέρνησης που έχουν στηθεί για να ερευνήσουν μια σειρά από παράξενα φαινόμενα, τα οποία περιβάλλονται από ένα πέπλο φωτός και περιλαμβάνουν ανεξήγητες μεταλλάξεις. Οι αποστολές που στάλθηκαν στο αποκαλούμενο The Shimmer δεν κατάφεραν να επιστρέψουν, εκτός από έναν άνδρα (Oscar Isaac) που γυρίζει σπίτι του χωρίς να θυμάται απολύτως τίποτα. Έπειτα, προετοιμάζεται μια καινούρια ομάδα για νέα αποστολή, αποτελούμενη όχι πια από στρατιωτικούς αλλά από γυναίκες επιστήμονες. Ανάμεσα σ’ αυτές βρίσκεται η βιολόγος και σύζυγος του επιζήσαντα Lena (Natalie Portman), η ψυχολόγος και επικεφαλής της αποστολής Dr. Ventress (Jennifer Jason Leigh), η φυσικός Josie (Tessa Thompson), η τραυματιοφορέας Anya (Gina Rodriguez) και η γεωλόγος Cass (Tuva Novotny). Αρχικά, η εισαγωγή των χαρακτήρων και της πλοκής μοιάζει βιαστική και πρόχειρη. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι ότι οι άνθρωποι της ταινίας είναι ανολοκλήρωτοι, αλλά μάλλον είναι σκόπιμα αφαιρετικοί. Μοιάζουν κατασκευασμένοι ώστε να λειτουργήσουν σαν ανθρώπινοι τύποι, με τον Garland να φτιάχνει μια τυπολογία ταυτοτήτων με σκοπό να την καταστρέψει στην συνέχεια – αφού στο μυθιστόρημα του VanderMeer οι χαρακτήρες δεν έχουν καν ονόματα παρά μόνο ιδιότητες, απηχώντας (κι όχι για τελευταία φορά) το Stalker του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Η ταινία προσπαθεί να πετύχει μια πολύ δύσκολη ακροβασία. Από την μία πλευρά, επιχειρεί μια sci-fi εγκεφαλικότητα που μοιάζει με πολύπλοκη διανοητική και αισθητική άσκηση, γεμάτη με φιλοσοφικά, επιστημολογικά και ψυχαναλυτικά ερμηνευτικά κλειδιά. Από την άλλη, αγκαλιάζει και με το παραπάνω μια genre αισθητική που αγαπάει το weird στοιχείο, την pulp αίσθηση, την horror ατμόσφαιρα, την τερατολαγνική προσέγγιση και τα εξωφρενικά οπτικά εφέ. Κατ’ αυτήν την έννοια, όσα δανείζεται από την επιστημονική φαντασία του Ταρκόφσκι, άλλα τόσα δανείζεται από τον H.P. Lovecraft, τις κλασικές 50s sci-fi ταινίες με τους απαγορευμένους κόσμους τους και τον τρόμο του The Twilight Zone. Εν ολίγοις, ο Garland προσπαθεί να αμφισβητήσει έμπρακτα την διάκριση μεταξύ υψηλού και χαμηλού sci-fi, άλλοτε πηγαίνοντας προς την εγκεφαλικότητα κι άλλοτε προς το pulp, ακροβατώντας στην ολισθηρή γραμμή που μ’ έναν τρόπο καθόρισε η ατμόσφαιρα του εξαιρετικού πρώτου Alien του Ridley Scott.

Το Annihilation στήνεται αρχικά ως στρατιωτικό/επιστημονικό sci-fi, αλλά η κινητήριος δύναμη των πραγμάτων αποκαλύπτεται γρήγορα πως είναι όχι τόσο η ίδια η πλοκή αλλά η εσωτερική ζωή των ανθρωπότυπων και η σχέση τους με το παρελθόν. Ναι, αυτό δεν είναι κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο, αλλά ο Garland το προσεγγίζει μέσα από το εκλαϊκευμένα επιστημονικό πρίσμα της μετάλλαξης, δίνοντας της μια τελείως διαφορετική κυριολεξία κάτω από έναν μυστηριώδη μανδύα επιστημονικής απορίας. Καθώς μαθαίνουμε για το πώς έχουν αλλάξει οι ζωές των χαρακτήρων, πώς έρχονται αντιμέτωπες με την ζωή τους μέχρι τότε, πώς νιώθουν ότι ο εαυτός τους είναι πλέον κάποιος άλλος, παρακολουθούμε την εξωτερική μετάλλαξη να ακολουθεί στενά την μετάλλαξη εντός. Την ώρα που ο φυσικός κόσμος της ταινίας γίνεται ανεξήγητα όλο και πιο ασταθής, ο Garland προτείνει άρρητα να αντιμετωπίσουμε την αστάθεια του κόσμου ως προέκταση της αστάθειας του εαυτού, της απώλειας της ταυτότητας, του γκρεμίσματος της σιγουριάς. Θυμίζοντας έτσι τις πιο αυθεντικά μετα-ανθρώπινες εκδοχές του sci-fi σινεμά (με βασικότερη το Blade Runner βέβαια), το Annihilation δεν κυνηγάει να επιβεβαιώσει την ανθρωπινότητα των χαρακτήρων του, αλλά να αφηγηθεί το οριακά αδύνατο μιας αναλλοίωτης ανθρώπινης ουσίας. Αν δούμε έτσι την ταινία, τότε η σημασία της δεν βρίσκεται ίσως τόσο στην επιστημονική γλώσσα, αλλά στην γλώσσα που μιλάει για τις άμεσες ανθρώπινες σχέσεις. Όπως λέει μια από τις ηρωίδες: “Αποσταθεροποιούμε μια καλή δουλειά ή έναν ευτυχισμένο γάμο”.

Καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας, το ποιοτικό περιεχόμενο της μετάλλαξης παραμένει θολό, αινιγματικό, ανερμήνευτο. Γιατί; Θα τολμήσουμε να πούμε ότι δεν είναι απλώς για το αισθητικό αποτύπωμα του μυστηρίου – ούτως ή άλλως, ο πόλεμος ερμηνειών γύρω από το sci-fi είναι πάντα ένα υπέροχο πράγμα. Θα προτείνω, λοιπόν, ότι το περιεχόμενο της μετάλλαξης στην ταινία είναι η ίδια η ποιοτική διαφορά, κι η επικράτεια της διαφοράς είναι το υποκειμενικό βίωμα του χρόνου. Ενώ ο εξωτερικός χρόνος στο Annihilation είναι απτός και κατανοητός (διαχωρίζοντας με αρκετή σαφήνεια το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον), ο εσωτερικός χρόνος που βιώνουν οι άνθρωποι είναι χαοτικός, ασυνεχής, μεταλλακτικός – μετατρέποντας κάθε τι οικείο σε αλλόκοτο. Τι τους συνέβη και τι έχει αλλάξει μέσα τους και γύρω τους; Όταν τους ρωτάνε, δεν ξέρουν. Όταν δεν τους ρωτάνε, ξέρουν. Στην κινηματογραφική γλώσσα του Garland, αυτό οπτικοποιείται συχνά μέσα από την αντίθεση μεταξύ μιας άκαμπτης επιστημονικής φόρμουλας (από τα ρούχα των πρωταγωνιστριών μέχρι τα κίνητρα της αποστολής) και μιας οργασμικής, πολύχρωμης, ψυχεδελικής αισθητικής που περιβάλλει τον κόσμο των μεταλλάξεων – σαν να θέλει να μας θυμίζει πως κάθε θεωρία είναι γκρίζα και το χρυσό δέντρο της ζωής είναι πράσινο, σύμφωνα με τα λόγια του Γκαίτε.

Οι πέντε γυναίκες του Annihilation, λοιπόν, περνάνε μέσα από το παράξενο ορυχείο του χρόνου και βρίσκουν την άκρη του εαυτού τους, το απώτατο όριο της ταυτότητάς του – πέρα απ’ το οποίο είναι πλέον κάποιες άλλες, μια ρέπλικα, μια ηχώ – η οποία διατηρεί ακόμα, μ’ έναν τρόπο, την προηγούμενή της κατάσταση, αλλά χωρίς να ταυτίζεται πια μαζί της. Βρίσκουν ανθρώπους ήρεμους σαν φυτά και τέρατα με ανθρώπινες φωνές, ανακαλύπτωντας πως αυτό που προκαλεί τις μεταλλάξεις όχι μόνο δεν ξέρουμε τι θέλει, αλλά δεν ξέρουμε καν αν θέλει – όπως ακριβώς κι ο χρόνος. Γίνονται ένα άλλο εγώ, και στην διαδικασία αυτή προσπαθούν να αντέξουν, να μην χαθούν για πάντα, να συμφιλιωθούν μ’ αυτό που τις έκανε η μετάλλαξη. Από αρκετές πλευρές, το Annihilation μοιάζει με ένα sci-fi όραμα που αναγκάστηκε να συμπιεστεί, που ήταν αχαλίνωτο και πιθανώς λίγο ασυνάρτητο, κι έπρεπε να πάρει μια συνεκτική μορφή που δεν το χωράει ακριβώς. Όμως ό,τι περισσεύει απ’ αυτήν την συνεκτική μορφή είναι αυτό που αποτυπώνεται μέσα μας με τρόπο βαθύ, όπως συμβαίνει στο τελευταίο μέρος της ταινίας όπου τα φτηνά ειδικά εφέ έχουν αυτήν την κιτς φαντασμαγορία που καταλήγει υπερβατική υπό τους ήχους των Geoff Barrow και Ben Salisbury. Είναι κάποιες τέτοιες στιγμές που η επιστημονική φαντασία μας καλεί να αγκαλιάσουμε σφιχτά τον εφιάλτη απ’ τον οποίο δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε. Κι αν μας ρωτήσουν τι ήταν ακριβώς αυτό που μας άγγιξε, τότε μπορεί να μην ξέρουμε τι να απαντήσουμε – και να σκύψουμε το κεφάλι.

Best of internet