Το Mute του Netflix πήγε τόσο στραβά που θέτει σε κίνδυνο μέχρι και το ίδιο το μέλλον του sci-fi

H νέα ταινία του Duncan Jones, σκηνοθέτη του Moon, απέτυχε χωρίς να προσπαθήσει και ιδιαίτερα

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

27 Φεβρουαρίου 2018

Όλα φαινόταν ότι θα πάνε ρολόι με το Mute, δηλαδή την νέα ταινία του Duncan Jones που έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή στο Netflix. Ξέραμε ότι η streaming υπηρεσία δεν θα τσιγκουνευτεί το budget και το promotion που αρμόζει σ’ ένα φιλόδοξο sci-fi project. Ξέραμε ότι την σκηνοθεσία και το σενάριο είχε αναλάβει ο Duncan Jones, δηλαδή ο γιος του αιώνια αγαπημένου μας David Bowie και σκηνοθέτης του εξαιρετικού Moon, ο οποίος είχε δηλώσει χρόνια τώρα ότι το Mute ήταν ένα όνειρό του προς υλοποίηση. Ξέραμε ότι το καστ θα περιλαμβάνει τους ικανοποιητικούς-και-με-το-παραπάνω Alexander Skarsgård, Paul Rudd και Justin Theroux, όπως και ότι θα έσκαγε ο Sam Rockwell σε ρόλο έκπληξη. Τέλος, ξέραμε κι ότι το soundtrack θα αναλάμβανε ο συνήθης ύποπτος Clint Mansell. Τα πράγματα έμοιαζαν αισιόδοξα, η sci-fi δίψα μας θα ικανοποιούταν με ένα γερό ποτήρι cyberpunk αισθητικής, το trailer έδειχνε μια χαρά.

Τι συνέβη, λοιπόν, και το Mute κατέληξε με 5.4 στο IMDb και 9% στο Rotten Tomatoes; Γιατί έτσι; Ας κάνουμε μερικά βήματα πίσω προκειμένου να εξιχνιάσουμε αυτήν την μυστήρια υπόθεση. Όπως είναι γνωστό, τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μια σημαντική αύξηση στον genre κινηματογράφο και την genre τηλεόραση. Σημαίνει αυτό ότι στο παρελθόν δεν είχαμε πολλές sci-fi, fantasy και horror ταινίες και σειρές; Σε καμία περίπτωση. Σημαίνει, όμως, ότι πλέον αυτοί οι τίτλοι είναι οι ναυαρχίδες των studios και των δικτύων, απασχολώντας σημαντικά ονόματα σε επίπεδο συντελεστών και στοχεύοντας περισσότερο σε μυριάδες κινηματογραφικά και τηλεοπτικά blockbusters παρά σε ένα πιο περιορισμένο genre κοινό. Είδαμε, λοιπόν, την κλασική μανία με τα remakes και τα reboots να ξεφεύγει από τις πιο ασφαλείς οδούς της mainstream νοσταλγίας και να πηγαίνει σε πιο niche γούστα, βλέποντας για παράδειγμα περσινές ταινίες σαν τα Ghost in the Shell, Blade Runner 2049 και Valerian & the City of a Thousand Planets, ενώ στην τηλεόραση είχαμε φιλόδοξα sci-fi adaptations όπως το The Handmaid’s Tale και το Altered Carbon – για να μην αναφέρουμε τα σχέδια του Amazon που σκοπεύει να μεταφέρει στην οθόνη ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει.

Ωραία όλα αυτά, αλλά υπάρχουν δύο μαύρες τρύπες. Πρώτον, ότι ταινίες σαν τις παραπάνω δυσκολεύονται πολύ στο box-office παρά τα μεγάλα budget, την έντονη διαφήμιση και το ρεύμα της εποχής που, θεωρητικά, τις ευνοεί. Δεύτερον, ότι αφήνεται όλο και λιγότερος χώρος για πρωτότυπα σενάρια και αισθητικές προσεγγίσεις σ’ ένα genre που η γενναιότητα στην σύλληψη και την υλοποίηση διαφορετικών εκδοχών της πραγματικότητας είναι στο DNA του. Ενώ τα τελευταία χρόνια είδαμε και sci-fi ταινίες που αγαπήθηκαν από μεγάλο μέρος του κινηματογραφικού κοινού χωρίς να αναμασούν παλιότερες sci-fi κοινοτοπίες (όπως τα Her, Under the Skin, Ex Machina και το δύστροπο πλην υποτιμημένο Upstream Color), από την άλλη υπάρχει μια εμφανής απουσία σιγουριάς σε τίτλους που δεν βασίζονται έστω και λίγο σε ένα οικείο ή νοσταλγικό franchise. Τελευταίο θύμα αυτής της δυναμικής ήταν το Annihilation του Alex Garland, το οποίο μετά από τις αμφιβολίες του studio της Paramount θα δούμε κατευθείαν στο Netflix τελικά και όχι στην μεγάλη οθόνη. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, πάνω-κάτω, είναι που σκάει και το Mute του Duncan Jones, δηλαδή ένα εντελώς πρωτότυπο σενάριο ενός νεαρού ακόμα δημιουργού με ήδη υπολογίσιμη θητεία στο είδος.

Επί της αρχής, αγαπούμε υπέρ του δέοντος το cyberpunk ύφος και το έχουμε δηλώσει με τον πιο εμφατικό τρόπο, οπότε το γεγονός ότι κάμποσοι sci-fi τίτλοι κινούνται προς τα κει αισθητικά και θεματικά είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτο. Αν μη τι άλλο, είναι μια υπέροχη ανανέωση σε οπτικό επίπεδο. Τι να κάνουμε τώρα, θέλουμε ολογράμματα, neon επιγραφές, προσθετικά μέλη, αμφισημία ανθρώπινου και μη-ανθρώπινου, ιπτάμενα αυτοκίνητα παλιατζούρες, ψηφιακές συνειδήσεις και βρώμικους πολυ-εθνικούς δρόμους. Τέτοιοι είμαστε. Όλα αυτά τα είδαμε πρόσφατα στο Altered Carbon και μας άρεσαν, αλλά αρκεί μόνο αυτό; Από την μία πλευρά, έχουμε ένα ξεκάθαρα μελλοντολογικό genre που οδεύει προς μια ξαναζεσταμμένη νοσταλγία, κι από την άλλη βλέπουμε ότι, ακόμα κι αν υπάρχει μια σχετική αισθητική ανανέωση, ξαναζεσταίνονται οι πιο χιλιοειπωμένες ιστορίες με ελάχιστα ίχνη πραγματικής sci-fi εξερεύνησης.

Αυτή ήταν μια παθογένεια που υπήρχε, φερ’ ειπείν, και στο Altered Carbon, αλλά που την είδαμε να εκρήγνυται φαντασμαγορικά στο Mute. Αν αφαιρέσουμε το cyberpunk περίβλημα, τότε μάλλον μένει μια ακραία κοινότοπη ιστορία δράσης απ’ αυτές που έχουμε δει χιλιάδες φορές και δεν θα ασχολούμασταν ιδιαίτερα σε διαφορετική περίπτωση. Η πλοκή είναι προβλέψιμη, οι διάλογοι κακοί, η αδυναμία στησίματος ενός συνεκτικού κόσμου εμφανής κι οι χαρακτήρες εν τέλει τίποτα περισσότερο από σελίδες σε αρχείο κειμένου. Το sci-fi στοιχείο, έτσι, καταλήγει σχεδόν απλώς συμπτωματικό, ένα ενεργό ντεκόρ, ένα ψεύτικο περίβλημα, ένα cyberpunk λούνα-πάρκ με ιδιοκτήτες και επισκέπτες δίχως έμπνευση – όπως ήταν και η τραυματική εμπειρία του περσινού Ghost in the Shell. Πέρα από το ότι το Mute αποτυγχάνει να γίνει ένα σοβαρό και σκεπτόμενο sci-fi φιλμ, καταλήγωντας μια φτηνή και αφηρημένη κόπια του Blade Runner, καταπλακώνεται κι από μια σοβαροφάνεια που το εμποδίζει να γίνει ένα αξιοπρεπέστατο και απολαυστικό b-movie απ’ αυτά που χρειαζόμαστε και μας αρέσουν.

Η αποτυχία της ταινίας μας στεναχώρησε. Όχι μόνο γιατί το Netflix έχει κάνει μερικές ακόμα συνεχόμενες genre πατάτες με τα Bright και The Cloverfield Paradox, αλλά και γιατί ο Duncan Jones είναι ένας σκηνοθέτης με βαρύ όνομα, απ’ τον οποίο περιμέναμε πράγματα. Το Moon του 2009 με τον υπέροχο Sam Rockwell ήταν πανέμορφα μινιμαλιστικό και ανανεωτικό στην sci-fi προσέγγισή του. Το The Source Code ακολούθησε μια πιο ασφαλή οδό αλλά και πάλι ήταν ικανοποιητικότατο. Ακόμα κι αν η μεγα-χολιγουντιανή απόπειρά του με το Warcraft ήταν μια αναμενόμενη αποτυχία, ελπίζαμε ότι θα ήταν αυτός που θα μπορούσε όντως να φτιάξει επιτέλους μια πρωτότυπη cyberpunk ταινία που δεν θα βασιζόταν σε ένα προϋπάρχον υλικό κινηματογραφικό ή λογοτεχνικό υλικό. Ανάμεσα στο απειλούμενο κίνδυνο συνδυαστικού overload και burnout του genre σε κινηματογράφο και τηλεόραση τα επόμενα χρόνια, πρέπει να διασώσουμε το sci-fi που αγαπάμε – αλλά πρέπει κι αυτό να μας βοηθήσει λίγο.

Best of internet