Οι «Τρεις Πινακίδες έξω από το Έμπινγκ στο Μιζούρι» στρίβουν το μαχαίρι στην αμερικάνικη πληγή

Η νέα ταινία του Martin McDonagh είναι σκληρή, είναι κωμική, είναι βίαιη, είναι απρόβλεπτη

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

18 Ιανουαρίου 2018

Έχουν περάσει 6 χρόνια από το Seven Psychopaths και 10 χρόνια από το In Bruges, δηλαδή τις δύο προηγούμενες ταινίες του Βρετανο-Ιρλανδού Martin McDonagh – για να μην αναφέρουμε το ακόμα παλιότερο (και εξαιρετικό) μικρού μήκους ντεμπούτο του, Six Shooter. Εν ολίγοις, ο McDonagh δεν βιάζεται να γυρίζει ταινίες, παίρνει τον χρόνο του. Βέβαια, ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι μάλλον πως η κύρια δουλειά του είναι το θέατρο. Όντας ήδη καταξιωμένος σαν θεατρικός συγγραφέας με καμιά 10ριά έργα στις βαλίτσες του (ανάμεσά τους και τον τρομερό Πουπουλένιο), ο McDonagh επιστρέφει το φθινόπωρο του ‘17 με το Three Billboards Outside Ebbing, Missouri, το οποίο κάνει πρεμιέρα αυτήν τη βδομάδα στις ντόπιες κινηματογραφικές αίθουσες, έχοντας βραβευθεί ήδη με 4 Χρυσές Σφαίρες και αποτελώντας φαβορί για τα φετινά Όσκαρ.

Παρόλο που σχεδόν όλα τα θεατρικά κείμενα του McDonagh τοποθετούνται στην Ιρλανδία ή την Μεγάλη Βρετανία και κουβαλάνε μεγάλο τοπικό και ιστορικό βάρος, στο σινεμά του τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τοποθετώντας το In Bruges στην, εχμ, Μπριζ και το Seven Psychopaths στο Λος Άντζελες, ο McDonagh τραβάει έναν διαφορετικό κινηματογραφικό δρόμο, ο οποίος τον οδηγεί για δεύτερο φορά στις ΗΠΑ με το Three Billboards. Εδώ όμως προσπαθεί να πάει κι ένα βήμα παραπέρα, εγκαταλείποντας το μητροπολιτικό L.A. για την αμερικάνικη ενδοχώρα του επαρχιακού Μιζούρι. Αυτή είναι μια απόφαση με ειδικό βάρος για την ταινία. Διαλέγοντας μια μικρή πόλη του αμερικάνικου Midwest, στο μεταίχμιο μεταξύ Βορρά και Νότου, ο McDonagh επιχειρεί να αντλήσει κι αυτός (ως εξωτερικός παρατηρητής) από τον αντιφατικό κοινωνικό και συμβολικό πλούτο της βαθιάς ενδοχώρας των ΗΠΑ, όπως έκαναν στο παρελθόν τα small-town αμερικάνικα δράματα των αδερφών Cohen ή του David Lynch (αλλά και του Peter Bogdanovich στα 70s) – ή πιο πρόσφατα ταινίες σαν το Mud του Jeff Nichols, το Nebraska του Alexander Payne και το Lucky του John Caroll Lynch.

Εκεί λοιπόν, στο Έμπιγνκ του Μιζούρι, παρακολουθούμε την ιστορία της Μίλντρεντ Χέιζ, μιας χωρισμένης μητέρας της οποίας η κόρη βιάστηκε και δολοφονήθηκε στην πόλη επτά μήνες πριν την έναρξη της ταινίας. Όντας συντετριμμένη από την απώλεια και οργισμένη με το γεγονός ότι οι αρχές έχουν αποτύχει στην διαλεύκανση της υπόθεσης και λίγο-πολύ έχουν παρατήσει την προσπάθεια, η Μίλντρεντ αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της ενοικιάζοντας τρεις εγκαταλειμμένες διαφημιστικές πινακίδες λίγο έξω από την πόλη του Έμπινγκ (δηλαδή αυτό που λέει ο τίτλος της ταινίας αλλά με περισσότερες λέξεις). Οι πινακίδες γράφουν «βιάστηκε και δολοφονήθηκε», «κι ακόμη καμία σύλληψη», «πώς κι έτσι, αστυνόμε Γουίλουμπι;» – χρησιμοποιώντας μια άκαμπτη μαύρη γραμματοσειρά πάνω σ’ ένα αιματοβαμμένο βαθύ κόκκινο. Η Francis McDormand (γνωστή κι αγαπημένη πρωτίστως από το Fargo) δίνει μια απίστευτη ερμηνεία στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ συμπληρώνεται από ένα τρομερό καστ που περιλαμβάνει βετεράνους όπως ο Woody Harrelson, ο Sam Rockwell κι ο Peter Dinklage (του Game of Thrones αλλά και του εξαιτερικού indie φιλμ The Station Agent).

Μ’ αυτό το υλικό ξεκινάει την ταινία του ο McDonagh, κι ενώ αρχικά μοιάζει να σε προετοιμάζει για μια ιστορία εκδίκησης και θριαμβευτικής δικαίωσης, το Three Billboards αρχίζει να μετατρέπεται σε ένα τραγικωμικό ηθικοπλαστικό δράμα, το οποίο μεταλλάσσει συνεχώς σαν καλειδοσκόπιο τα ηθικά βάρη των ανθρώπων και των θεσμών κατά την διάρκεια της ταινίας. Ο McDonagh υφολογικά κινείται στα άκρα. Το δράμα του έχει φιλοδοξίες γειωμένης ανθρώπινης τραγωδίας κι η κωμωδία του είναι από αιχμηρή και κυνική έως σκληρή και άγρια. Αντί να επιλέξει ένα ενιαίο ύφος που να τα συνταιριάζει, επιλέγει αντίθετα την απότομη μετάβαση απ’ το ένα στο άλλο, προκαλώντας μια αίσθηση συνεχούς αστάθειας σε ηθικό, συναισθηματικό και αφηγηματικό επίπεδο. Παρόλο που ο McDonagh γνωρίζει και αξιοποιεί σε βάθος την μακραίωνη βρετανική παράδοση των morality plays, την χρησιμοποιεί αναποδογυρίζοντας τα πόδια με το κεφάλι. Οι χαρακτήρες του μοιάζουν με ενσαρκώσεις αφηρημένων ηθικών ιδεών που αποτελούν σταθμούς στην πορεία της κεντρικής πρωταγωνίστριας, αλλά το ηθικοπλαστικό δράμα του δεν προσφέρει έναν στρωμένο ηθικό δρόμο. Αντίθετα, φυτεύει βόμβες σ’ αυτόν τον δρόμο και περιμένει να εκραγούν. Έπειτα ξαναμαζεύει τα υπολείμματά τους και φτιάχνει νέες βόμβες. Η λούπα που δημιουργεί δεν είναι τόσο ένα κλειστό φανταστικό-δραματικό σύστημα. Είναι μάλλον η λούπα του ηθικού βάρους των καθημερινών αποφάσεων.

Θεωρητικά, μια τέτοια θεατρική προσέγγιση δεν είναι πάντα εύκολο να λειτουργήσει σε κινηματογραφικό πλαίσιο. Κι όντως, ο McDonagh μεταχειρίζεται την ταινία σαν θεατρικό κείμενο. Οι συναντήσεις των ανθρώπων μοιάζουν θεατρικά προγραμματισμένες και κατασκευασμένες, η σταθερή επανεμφάνιση των μοτίβων έχει θεατρικό ρυθμό, κι ενώ υποτίθεται πως βρισκόμαστε σε μια μικρή πόλη, γνωρίζουμε μόλις 7-8 ανθρώπους με εντελώς συγκεκριμένο ρόλο στην κοινωνική ζωή – σαν να πρόκειται για αποδοχή των θεατρικών περιορισμών. Ένα απ’ τα στοιχεία που κάνουν μοναδικό τον McDonagh βέβαια είναι το πώς στήνει το κείμενό του, πώς το framing των διαλόγων καταφέρνει να αποσταθεροποιήσει αυτό που λένε τα ίδια τα λόγια. Πώς δηλαδή προσπαθεί να σε καθοδηγήσει στο ποια αστεία αξίζουν το γέλιο και ποια προκαλούν την ένταση, ποιες βίαιες πράξεις είναι αποτρόπαιες και ποιες είναι θεαματικό διάλειμμα.

Προσεγγίζοντας έτσι ακροβατικά το γράψιμο και την σκηνοθεσία, ο McDonagh καταπιάνεται με ζόρικους ηθικούς προβληματισμούς γύρω από την εκδίκηση, την δικαιοσύνη, την σεξιστική και ρατσιστική βία, την δυνατότητα σωτηρίας μέσα κι έξω από τους θεσμούς και τις κοινωνικές ταυτότητες. Το ότι είναι ένας ψυχρός εξωτερικός παρατηρητής στο αμερικάνικο κοινωνικό περιβάλλον, τον καθιστά άγαρμπο σε κάποιες περιπτώσεις μέσα στην ταινία, κάτι που μπορεί να γίνει άβολο δεδομένου του ζοφερού πολιτικού κλίματος των ΗΠΑ. Αλλά ούτως ή άλλως ο McDonagh μοιάζει να επιλέγει και πάλι μια προσέγγιση άχρονη, ανιστορική – σαν ο τόπος και ο χρόνος και τα άτομα να είναι συμπτωματικά στοιχεία, σαν να είναι αναγκαίες στάσεις σε ένα δύσβατο και μπερδεμένο μυθολογικό-ηθικό οδικό σύστημα. Οι δρόμοι σ’ αυτό το οδικό σύστημα είναι κακοσυντηρημένοι, η σήμανση είναι ελλιπής κι οι οδηγοί τον οχημάτων είναι ανεύθυνοι, αλλά ο McDonagh παίρνει την ριψοκίνδυνη απόφαση να τους διασχίσει – κι εμείς χαζεύουμε μπερδεμένοι και εντυπωσιασμένοι από το πίσω κάθισμα την ταινία.

 

Best of internet