God’s Own Country: Σταγόνες ήλιου στη βρετανική ζοφίλα

God’s Own Country: Σταγόνες ήλιου στη βρετανική ζοφίλα

Το ντεμπούτο του Francis Lee δεν είναι το “βρετανικό Brokeback Mountain”, είναι κάτι καλύτερο

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

11 Ιανουαρίου 2018

Υπάρχει ένα αρκετά διακριτό κινηματογραφικό ύφος που ενδημεί εδώ και πολλές δεκαετίες στην Γηραιά Αλβιώνα, το οποίο, ελλείψει πιο περιεκτικού όρου, θα ονομάσουμε εδώ Βρετανικό Κινηματογραφικό Ζόφο (στο εξής ΒΚΖ). Πρόκειται για ένα στυλ που βάζει στο κέντρο της την φτωχή εργατική τάξη της αγγλικής επικράτειας και την σκληρή καθημερινότητά της μέσα από μια ανελέητη ρεαλιστική ματιά. Σάπιες ρουτίνες, αυτοκαταστροφικές αρρενωπότητες, βρώμικες pubs, σκληρές ενηλικιώσεις, ζόρικες οικογένειες – τέτοια πράγματα, ευχάριστα. Οι ρίζες του ΒΚΖ ξεκινάνε ήδη από την λογοτεχνία και το θέατρο των angry young men στα βρετανικά 50s (John Osborne, Kingslay Amis, Alan Sillitoe κ.ά) και συνεχίζονται στην επόμενη δεκαετία με τις ταινίες των Lindsay Anderson (This Sporting Life), Tony Richardson (A Taste of Honey, The Loneliness of the Long Distance Runner) και Karel Reisz (Saturday Night and Sunday Morning), εγκαινιάζοντας έτσι το βραχύβιο Βρετανικό Νέο Κύμα των 60s. Αυτή η παράδοση σκληρού κοινωνικού “kitchen sink ρεαλισμού” (όπως ονομάστηκε τότε αυτό το ύφος) συνεχίζεται λίγο-πολύ τις επόμενες δεκαετίες και παίρνει ξανά τα πάνω της κατά τη διάρκεια των ζοφερών θατσερικών 80s με εμβληματικές ταινίες, όπως το Made in Britain του Alan Clarke, το My Beautiful Laundrette του Stephen Frears και το Riff-Raff του Ken Loach – κι ακόμα παραπέρα στη δεκαετία του ‘90 με τα Naked (Mike Leigh), Nil by Mouth (Gary Oldman) και Ratcatcher (Lynne Ramsay), μεταξύ πολλών άλλων. Τέλος, μην ξεχνάμε ότι η τελευταία δεκαετία μας έδωσε και μερικές επιπλέον φανταστικές ταινίες ιδιαίτερου βρετανικού ζόφου, όπως τα Boy A, Fish Tank, Tyrannosaur και The Selfish Giant.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Σίγουρα όχι για να σας κουράσουμε, αγαπητοί φίλοι και φίλες – αλλά ούτε και για να κάνουμε απλώς ασυνάρτητο namedropping. Ο λόγος είναι ότι το ήδη πολυβραβευμένο κινηματογραφικό ντεμπούτο του Francis Lee “God’s Own Country” (ή “Του Θεού η Χώρα”), το οποίο κυκλοφορεί αυτήν τη βδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες, έχει πλασαριστεί διεθνώς εδώ και καιρό ως μια βρετανική εκδοχή του Brokeback Mountain, μιας και περιλαμβάνει ένα love story δύο gay ανδρών σε αγροτική επαρχία. Πρόκειται για μια παραπλανητική φήμη και θα προτείναμε να μην την πιστέψετε, αφού πρώτον οι δύο ταινίες δεν έχουν και καμιά ιδιαίτερη ομοιότητα πέρα απ’ το ότι περιστρέφονται γύρω από έναν gay έρωτα, και δεύτερον ίδιος ο Lee έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του ότι δεν καταλαβαίνει από πού προκύπτει αυτή η σύνδεση. Πράγματι, αν βλέπουμε μια ταινία που ξεφεύγει από την straight σεξουαλικότητα και προσπαθούμε να την ερμηνεύσουμε αποκλειστικά μέσω αυτού του γεγονότος, τότε ενδέχεται καταλήξουμε σε έναν ιδιαίτερο τύπο κινηματογραφικής περιθωριοποίησης – σαν η gay σεξουαλικότητα στο σινεμά να αποτελεί ένα genre από μόνη της, σαν να μην έχει καλλιτεχνική αυτοτέλεια ως έργο παρά μόνο αν ενταχθεί στην ιστορία των κινηματογραφικών ταμπού.

Ευτυχώς o Lee βλέπει το πράγμα με διαφορετικό τρόπο, φτιάχνοντας μια ταινία με την επιρροή του ΒΚΖ (και ειδικά του Mike Leigh, με τον οποίο έχει συνεργαστεί στο παρελθόν ως ηθοποιός στο Topsy-Turvy) να αναπνέει εντός της από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο τόπος της God’s Own Country είναι η φτωχή επαρχία του Yorkshire στην βόρεια Αγγλία (παραδοσιακό σκηνικό για τον κοινωνικό ρεαλισμό του ‘60 που περιγράψαμε πριν) και οι πρωταγωνιστές του είναι δύο εργάτες γης, ο Τζόνι και ο Γκέορκι. Ο πρώτος δουλεύει στην φάρμα του άρρωστου πατέρα του και ζει με την γιαγιά του σε ένα μικρό φτωχό σπίτι. Η μητέρα του εγκατέλειψε την σκληρή ζωή της επαρχίας, και το μεγαλύτερο βάρος της καθημερινής δουλειάς πέφτει στον Τζόνι, ο οποίος βρίσκει διέξοδο αποκλειστικά στο αλκοόλ της pub και ξερή ικανοποίηση του γρήγορου σεξ. Στον αντίποδα, ο Γκέοργκι είναι ένας Ρουμάνος μετανάστης εργάτης, μεγαλύτερος σε ηλικία, που προσλαμβάνεται από τον πατέρα του Τζόνι για να βοηθήσει κατά την περίοδο της γέννας των προβάτων στην φάρμα. Με τους δύο χαρακτήρες ως βασικά συστατικά, και τις ερμηνείες των Josh O’Connor και Alec Secareanu να τους δίνουν πραγματική ανθρώπινη σάρκα, ο Lee κατασκευάζει ένα πανέμορφο εργατικό δράμα σκληρότητας και εγκλωβισμού, προσπαθώντας να διερευνήσει την διέξοδο μέσα από την ώριμη κι ειλικρινή ευαισθησία.

Ακολουθώντας την δύσκολη σχέση μεταξύ των δύο ανδρών, χαρακτηριζόμενη από την αρχική καχυποψία και επιθετικότητα του Τζόνι, παρακολουθούμε μια δραματική ανατομία της αυτοκαταστροφικής αρρενοπώτητας, της μηδενικής επαφής με τον συναισθηματικό κόσμο και την επιθυμία. Η ερωτική ιστορία του Τζόνι και του Γκέοργκι αποδίδεται σαν μια διαδικασία ανθρωποποίησης, κι ο Lee περνάει από τις χειρονομίες στις λέξεις με πολύ μεγάλη προσοχή και διακριτικότητα. Ο στόχος του δεν είναι να δείξει πως η τρυφερότητα είναι το αντίθετο της σκληρότητας. Αντίθετα, όπως και πολλοί ακόμα από τους δημιουργούς που αναφέραμε στην αρχή, προσπαθεί να αναπαραστήσει έναν ρεαλιστικό κόσμο που σκληρότητα και τρυφερότητα κατοικούν μαζί, με την δεύτερη να γεννιέται μέσα από την πρώτη. Αυτή είναι η γοητεία της ιστορίας του Τζόνι, η κατάκτηση μιας τρυφερότητας μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες, μια ανθρώπινη σχέση πραγματικής διαπαιδαγώγησης. Ο Lee αποφεύγει να φτιάξει έναν στερεοτυπικά καταραμένο “us-against-the-world” έρωτα. Αντ’ αυτού προτείνει μια σύνθετη μικρο-κοινωνική πραγματικότητα όπου η τάξη, η εθνικότητα και η σεξουαλική επιθυμία συναντιούνται μέσα στα σώματα πραγματικών, ζωντανών ανθρώπων.

Προφανώς, το God’s Own Country έχει πολιτικό βάρος, αφού η άνοδος του ρατσισμού και της ακροδεξιάς στην σημερινή Αγγλία είναι ο αντικειμενικός ιστορικός του ορίζοντας. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία δεν προσπαθεί να γίνει καταγγελτική ή διδακτική, αλλά να βρει την ένταση στις ίδιες της ζωές των χαρακτήρων της. Ακόμα, αποφεύγει να φτιάξει ένα προβλέψιμο δίπολο πολιτισμένης-μητρόπολης/χοντρόπετσης-επαρχίας ή προοδευτικής-ελίτ/συντηρητικού-προλεταριάτου, αφού προτιμάει να κοιτάξει κατάματα τις άμεσες κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων. Εκεί είναι που το God’s Own Country αποκτάει μια σκληρή ουτοπική ματιά, όταν οι εικόνες της άνοιξης έρχονται μέσα από την ζοφερή ομίχλη του βρετανικού βορρά κι όταν οι απομονωμένοι κι αμίλητοι πρωταγωνιστές φροντίζουν σαν πρωτόπλαστοι τα νεογέννητα πρόβατα. Ο ζόφος είναι πυκνός, αλλά η αγάπη των καταδικασμένων ανοίγει περάσματα.

 

Best of internet