Ανεμόμυλοι της πεζογραφίας: Για τον Δον Υπαστυνόμο του Δημήτρη Καρακίτσου

Ο Πάνος Τσερόλας γράφει για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πρόσφατες εκδόσεις στον χώρο της εγχώριας λογοτεχνίας

Πάνος Τσερόλας

3 Φεβρουαρίου 2021

Ξέρω, αγαπητέ αναγνώστη και αγαπητή αναγνώστρια, πως η διαχείριση του χρόνου εν καιρώ πανδημίας δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Πολλές φορές μάλιστα είναι μάλλον μονόδρομος το καταφύγιο του ατελείωτου binging σειρών στο Netflix και του καυγά στο βιντεοκλαμπ της συστηματικής ανάγνωσης λογοτεχνίας. Θα έχεις μάλλον παρατηρήσει λοιπόν, από τον Δεκέμβριο που μας πέρασε, τον Δον Υπαστυνόμο του Δημήτρη Καρακίτσου από τις εκδόσεις Αντίποδες (click away), ένα βιβλίο που αυτοπροσδιορίζεται ως «σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα». Εάν πάλι όχι, τότε το ψύχραιμο κείμενο που ακολουθεί είναι για σένα.

Η στιγμή

Πολλά και ενδιαφέροντα γράφονται για την σύγχρονη λογοτεχνία μας: Πως είναι αμιγώς ποιητική και διηγηματική χωρίς ιδιαίτερη παράδοση (ή και έξη) για μεγάλες μυθιστορηματικές συνθέσεις, πως είναι λίγο κάπως άνιση, πως βασανίζεται από την εξερεύνηση της ελληνικότητας σε χρόνο παρελθόντα χωρίς να ξανοίγεται και πολύ στα θέματα ή και στα εκφραστικά της μέσα, πως η συμπεριφορά του αναγνωστικού κοινού έχει διανοίξει τάφρους ανάμεσα στο ευπώλητο και το ποιοτικό και πως γενικά, η διανοητική και πεζογραφική μας μικροϊστορία μοιάζει ακόμα μουδιασμένη και αποπροσανατολισμένη από το κοινωνικοπολιτικό rollercoaster των τελευταίων ετών. Ασφαλώς, εντός όλων αυτών υπάρχει μια πολύ ζουμερή παράλληλη πραγματικότητα: Ενδεικτικά ας αναφέρουμε πως στη σκιά των μεγάλων εκδοτικών ολοένα και περισσότερα εκδοτικά εγχειρήματα κάνουν την εμφάνισή τους επιδιώκοντας μια συγκεκριμένη αισθητική σφραγίδα (μέσω μορφής και καταλόγου). Παράλληλα, η διαμόρφωση «κοινοτήτων» για την πλέον εξατομικευμένη πράξη (της ανάγνωσης) έχει τη δική της διαδικτυακή γωνιά (και τα ολόδικά της social) και τις (προ COVID19) ανθούσες λέσχες ανάγνωσης. Ακόμα και σε ότι αφορά ίδιο το περιεχόμενο μόνο θετική μπορεί να είναι η οικειοποίηση πολλών genres που μονοπωλούν τους καταλόγους των μεταφρασμένων και η παρατηρούμενη επιστροφή στις πιο «συλλογικές» αφηγήσεις (ιδίως έναντι μιας κάποιας αποθέωσης του ατομικού των 90s). Βέβαια είναι νωρίς (και ασφαλώς δύσκολο) να μιλήσουμε για «γενιές» με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και σαφείς προσλαμβάνουσες, πόσο μάλλον για ξεκάθαρες τάσεις αναγνωστικού κοινού ή κριτικής. Αυτό δεν είναι κακό, αντιθέτως˙ στα ρευστά είναι που μπορούν να επινοηθούν καινούρια σχήματα.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή είναι πάνω κάτω η στιγμή που εμφανίζεται ο Δον Υπαστυνόμος, στην εκπνοή του 2020, με το μέλλον ρευστό και αβέβαιο, τουλάχιστον για τις επόμενες δύο πολύ κρίσιμες εβδομάδες. Σε αντίθεση με τον Αστόλφο Βαρνακομπούμπο, τον ήρωα του μυθιστορήματος, που από ερημοσπίτης αναγνώστης αστυνομικών μυθιστορημάτων θα αναλάβει να εξιχνιάσει την δολοφονία του Τίο Αρμελίνο και του θετού γιού του, για τον δημιουργό του Δημήτρη Καρακίτσο είναι η 7η εκδοτική εκστρατεία, αν και τύποις η πρώτη στη μυθιστορηματική φόρμα. Διαβάζουμε λοιπόν, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Ο ΑΣΤΟΛΦΟΣ ξαποσταίνει κάτω από το ψιλόβροχο σε έναν πεσμένο κορμό, περιστρέφεται στις σχολικές του αναμνήσεις με κατάνυξη. Θυμάται τα ξύλα της σόμπας να τριζοβολούν. Ο δάσκαλος έβαζε φλούδες από λεμόνι στο καπάκι της. Έπειτα, και με τον αγέρα να σφυρίζει απ’ τα παράθυρα, μαθητής και δάσκαλος διάβαζαν λογοτεχνία – ο δάσκαλος καπνίζοντας, ο μαθητής απορροφώντας. Δυστυχώς τα πρωινά εκείνα τους τα χάλασε ο αναπάντεχος διορισμός του δασκάλου σε ένα βάρβαρο της Σαραγόσας χωριό. Απαρηγόρητος τότε ο Αστόλφος, νιώθοντας ότι προδόθηκε, και μάλιστα από τον μοναδικό και καλύτερό του φίλο, έσκισε τους κλασικούς, δίπλωσε σαΐτες τα ποιήματα της Σαπφούς και, απαγορεύοντας διαπαντός στον εαυτό του την καλή λογοτεχνία, στράφηκε εκδικητικά στα αστυνομικά μυθιστορήματα».

Προφανώς, το οπισθόφυλλο, πιστό μάλλον στην παιγνιώδη διάθεση του συγγραφέα, κρύβει περισσότερα απ’ όσα μας λέει. Θα μπορούσαμε όμως να πούμε πως αυτός, ο Αστόλφος, θα αναλάβει όντως το έργο ενός τυπικού αστυνομικού procedural: Να μιλήσει με υπόπτους, να συνθέσει στοιχεία, να εντοπίσει κίνητρα, να αντιμετωπίσει συνωμότες, να ξετυλίξει το κουβάρι και τα συναφή. Οπότε αν όντως περιμένετε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με συνεχείς ανατροπές, μυστηριώδεις φαμφατάλ, γρίφους που οδηγούν τον ντεντέκτιβ στα όριά του, διπρόσωπους εχθρούς και συμμάχους, τριπρόσωπους τέτοιους, παρθεναγωγεία ασβών, εκτροφείς σαρανταποδαρούσων, θαμώνες σε ιαματικά λασπόλουτρα σε κατακόμβες, ρομποτικά μέντιουμ που προβλέπουν με μυθιστορηματική ευγλωττία τα μελλούμενα και νοσταλγούν τα παρελθόντα, κυνηγούς ιπτάμενης φώκιας και παρεμβατικούς αφηγητές που την κοπανάνε από τον πολικό αστέρα προς αρωγή των ηρώων της ιστορίας, έχετε ήδη αργήσει να διαβάσετε τον Δον˙ ειδικά μάλιστα αν αυτή η τελευταία πρόταση βγάζει ένα ξεκάθαρο, όμορφο νόημα όσο περισσότερο την διαβάζετε.

Παρέκβαση

Δώσε βάση, αγαπητέ αναγνώστη: Κάπου στα τέλη του ’70, ένας ριψοκίνδυνος τύπος ονόματι Reinhold Messner αποφάσισε να ανέβει στην κορυφή του Έβερεστ. Προφανώς, δεν ήταν ο πρώτος – μέχρι τότε άλλοι 60 περίπου τύποι (και τύπες!) είχαν κατακτήσει το περιβόητο βουνό. Τι διαφορετικό είχε η αποστολή του Messner ώστε να ενταχθεί, τριαντακάτι χρόνια μετά, σε ένα κριτικό σημείωμα σαν αυτό; Μια μικρούλα, τόση δα λεπτομέρεια: Θα ανέβαινε χωρίς φιάλες οξυγόνου, κάτι απαραίτητο για οποιονδήποτε ανεβαίνει πάνω από τα οχτώ χιλιόμετρα υψόμετρο, πόσο μάλλον όταν πλησιάζει τα εννιά. Με άλλα λόγια, ο φίλος φιλοδοξούσε να κάνει κάτι που ξεπερνούσε τα όρια του «ανθρωπίνως δυνατού».

Spoiler: Εν τέλει, παρά κάποιες μάλλον δυσοίωνες ηχογραφήσεις στο μαγνητοφωνάκι του καθώς πλησίαζε, τα κατάφερε. Δυο χρόνια μετά το επανέλαβε μάλιστα, ολομόναχος. Έως σήμερα, το κατόρθωμα έχει επαναληφθεί από άλλους διακόσιους ορειβάτες. Οι γιατροί και αλπινιστές που θεωρούσαν αυτοκτονικό το εγχείρημα έσκισαν τα πτυχία τους και το τι θεωρούμε εφικτό μεταβλήθηκε ραγδαία ˙ και συνεχίζει.

Με αυτήν λοιπόν την παρέκβαση περί αλπινισμού, κορυφών και πρωτοπόρων πρέπει να σημειωθεί κάτι για τον Δον Υπαστυνόμο πέρα από το καλό/κακό/μου άρεσε/δεν μου άρεσε που λατρεύουν να μισούν οι socialmediaκές κριτικές επισκοπήσεις. Και αυτό γιατί υπάρχει κάτι άλλο εδώ, πέρα από καθαυτή την αναγνωστική εμπειρία. Κάτι που αφορά τα όρια του τι είναι δυνατό στη λογοτεχνία, ειδικότερα τι είναι δυνατό στην ελληνική πεζογραφία, τόσο σε ότι αφορά τα θέματα που εξερευνά όσο και στον τρόπο που το κάνει. Μας λέει άλλωστε και ο ίδιος ο αφηγητής, πανταχού παρών στις αλλόκοτες περιπέτειες του Αστόλφου:

«Το γράψιμο θα αποτελούσε ανώφελη πράξη αν στη λογοτεχνία δεν ήταν όλα δυνατά».

Το συμβάν

Ο Δον Υπαστυνόμος δίνει την αίσθηση ενός βιβλίου από αυτά που έχουν πριν και μετά. Το διαισθάνεσαι στο πρώτο μέρος, το αισθάνεσαι στο δεύτερο μέρος και βεβαιώνεσαι στο τρίτο, όταν ο συγγραφέας απελευθερώνεται πλήρως από τα στεγανά του ρόλου του (ας πούμε απλώς εδώ ότι ο τρόπος που εκτυλίσσεται η πλοκή είναι ανεπανάληπτος, με την κυριολεκτική έννοια). Ο Δημήτρης Καρακίτσος πηγαίνει και δοκιμάζει το μανιτάρι που όλοι φοβούνται να δοκιμάσουν σε μια δύσβατη περιοχή που όλοι φοβούνται να πλησιάσουν και γυρίζει πίσω να μας πει την ιστορία– αν μη τι άλλο, εξοπλίζει με θάρρος τους επόμενους διστακτικούς εξερευνητές, επωμιζόμενος το αρχικό ρίσκο. Με τον τρόπο δηλαδή που λειτουργεί η εμπροσθοφυλακή.

Γνώμη: ο Δημήτρης Καρακίτσος βρίσκεται εδώ και καιρό σε αυτήν την εμπροσθοφυλακή. Ο Δον Υπαστυνόμος έχει μεγάλη συνάφεια με τις πρότερες δουλειές του και ταυτόχρονα είναι μια σύνθεση πολύ πιο απαιτητική, σε τομή με αυτές (και όχι μόνο λόγω φόρμας). Είναι ένα λογοτεχνικό συμβάν, ένα εγχείρημα που αμφισβητεί τους τρόπους και τις μεθόδους που θεωρούνται αυταπόδεικτα προφανείς, και προσπαθεί να επινοήσει καινούριους. Πρέπει, θαρρώ, να τον ευχαριστήσουμε για αυτό, είτε βρισκόμαστε πάνω από τις τυπωμένες σελίδες είτε και πίσω από αυτές.

Όλα αυτά φυσικά δεν έχουν σχέση με τον τρόπο που αλληλεπιδρά το (όποιο) γούστο μας με το γούστο το βιβλίου. Ο «Δον Υπαστυνόμος» δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να συναντήσει γούστα, βγάζει γούστα. Και παράλληλα γοητεύει, ως μια γραφή που γουστάρει παράφορα αυτό που κάνει.

Best of internet