Φεστιβάλ: Ο Γιώργος Γούσης, ο Παναγιώτης Πανταζής κι η Γεωργία Ζάχαρη έφτιαξαν ένα κινηματογραφικό κόμικ καλύτερο από ταινία

Κι εμείς τους βρήκαμε στο 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και τους ρωτήσαμε το πώς, το γιατί και τα σχετικά

Πήγαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Περάσαμε καλά. Γυρίσαμε πίσω. Σας τα είπαμε. Αλλά κάτι χρωστάγαμε. Για την ακρίβεια, χρωστάγαμε εκείνο το πράγμα που ήταν ανάμεσα στα 2-3 πιο ενδιαφέροντα κατά τις μέρες του φεστιβάλ. Κατά μία έννοια, τα πιο ζουμερά στοιχεία της φετινής διοργάνωσης ήταν πράγματα που δεν περιορίζονταν άμεσα σε αυτό που λέμε κινηματογράφο. Το πρώτο (και καλύτερο με τρομερή διαφορά από οτιδήποτε άλλο) ήταν η παράσταση-μονόλογος-stand-up του αιώνιου μπαμπά μας, John Waters. Το δεύτερο, λοιπόν, ήταν ένα κόμικ.

Για να είμαστε πιο ακριβείς, ειλικρινείς και συγκεκριμένοι, ήταν ένα κόμικ το οποίο περιμέναμε πώς και πώς να δούμε, να πιάσουμε, να μυρίσ- εχμ, να το πάρουμε τέλος πάντων. Ήδη εδώ και δύο μήνες γνωρίζαμε ότι το φεστιβάλ ετοίμαζε μια επετειακή έκδοση κόμικ για τα 60 χρόνια ζωής του, την οποία θα αναλάμβαναν να πραγματοποιήσουν 3 από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους καλλιτέχνες του πεδίου τους. Έτσι, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη (όλοι εκ των οποίων έχουν συνδεθεί τα τελευταία χρόνια με τον αγαπημένο Μπλε Κομήτη που δυστυχώς πρόσφατα σταμάτησε τη λειτουργία του) έγραψαν και σχεδίασαν μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για το σινεμά, για την τέχνη αλλά και -ναι καλά μαντέψατε- για την ίδια τη ζωή.

Πέρα από την πλάκα, το Φεστιβάλ (όπως είναι ο τίτλος του κόμικ) είναι μια δουλειά που καταφέρνει να συλλάβει με τρομερή αμεσότητα την φεστιβαλική εμπειρία μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη και ειλικρινή ιστορία δύο ανθρώπων που το ζουν σε τρεις διαφορετικές περιόδους της ζωής του(ς). Ο Σωτήρης και η Ντάρια, οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του κόμικ, αλληλοδιαπλέκονται με την ιστορία του φεστιβάλ καθώς μπλέκουν τα μπούτια τους από τη νεότητα μέχρι την ωριμότητα, προσφέροντας μια αφήγηση ολοκληρωμένη και ικανοποιητική σε όλα της: στην συνοχή, στο συναίσθημα, στα κλεισίματα του ματιού, στο σχέδιο, στην ευαισθησία, στο χιούμορ, στο δράμα, στο φινάλε.

Ξέραμε ότι οι τρεις κομίστες έριξαν πολλή, εντατική και συλλογική δουλειά προκειμένου να κάνουν αυτό το κόμικ πραγματικότητα, κι έτσι ανυπομονούσαμε να μιλήσουμε μαζί τους ώστε να μας πούνε πώς έφτιαξαν αυτό που έφτιαξαν ώστε να γίνει αυτό που έγινε. Όπως μας πληροφορούν από το κοντρόλ, το Φεστιβάλ ήδη έχει αρχίσει να βρίσκεται διαθέσιμο προς πώληση σε βιβλιοπωλεία της χώρας, αλλά μέχρι να το πιάσετε στα χέρια σας μπορείτε να διαβάσετε την παρακάτω εκτενή συζήτηση που κάναμε με τους τρεις δημιουργούς του στην Θεσσαλονίκη. Ελπίζουμε να την απολαύσετε.

Ας το πιάσουμε από την αρχή. Πότε και πώς ξεκίνησε αυτό το πράγμα και, κυρίως, πώς μπλέξατε έτσι;

Γιώργος Γούσης: Τηλεφώνησαν σε μένα και μου είπαν ότι θέλουν να φτιάξουν ένα κόμικ με αφορμή τα 60 χρόνια του φεστιβάλ. Κάναμε ένα ραντεβού κι ήταν πολύ γενικό αυτό που μου είπανε. Ένα κόμικ για φεστιβάλ, αυτό. Στην αρχή μου φαινόταν ακατανόητο τι μπορεί να είναι. Ήξερα όμως σίγουρα τι δεν ήθελα να κάνω: κάτι πληροφοριακό, ιστορικό, μια αναδρομή κλπ. 

Παναγιώτης Πανταζής: Κάτι που να μην είναι βαρετό τέλος πάντων.

ΓΓ: Εγώ τους είπα ότι θα με ενδιέφερε να κάνω μια ανθρώπινη ιστορία. Μια ιστορία δύο ανθρώπων που με κάποιον τρόπο ζουν στο φεστιβάλ. Συμφώνησαν, και μου είπαν ότι θέλουν κάτι μεγάλο, φάση 80-100 σελίδες. Τους είπα λοιπόν ότι πρέπει να φτιαχτεί μια ομάδα, δεδομένου ότι αυτή η κουβέντα έγινε Απρίλιο προς Μάιο, οπότε δεν υπήρχε πολύς χρόνος. Έτσι μίλησα κι εγώ με τα παιδιά και μετά από 3-4 μέρες έγινε κι επίσημα η πρόταση: θα είμαστε τρεις, δεν θα είναι βοηθοί μου αλλά θα είμαστε ομάδα (ήταν σημαντικό για εμάς να υπάρχει μια ισότιμη σχέση), θα γράψουμε μια ερωτική ιστορία, ο ένας θα είναι σκηνοθέτης κι η άλλη θα είναι κριτικός κινηματογράφου. Κι αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο.

Η πρόταση λοιπόν γίνεται στον Γιώργο κι αυτός έπειτα το προτείνει σε εσάς. Εσείς γιατί δεχτήκατε; Τι σας έπεισε εκείνη τη στιγμή;

ΠΠ: Καλά εγώ γενικά γουστάρω να δουλεύω με τον Γιώργο. Δουλεύουμε παρέα χρόνια, είμαστε φίλοι και συνεργαζόμαστε ωραία. Θα ήταν λοιπόν και μια νέα πρόκληση να το κάνουμε αυτό το πράγμα. Πέρα απ’ το ότι από μόνο του θα ήταν μια μεγάλη κι ωραία δουλειά, ήθελα πρώτα απ’ όλα να κάνουμε ξανά μαζί κάτι με το Γιώργο. 

Γεωργία Ζάχαρη: Ή και να κάνουμε για πρώτη φορά μαζί κάτι. Με τον Γιώργο είχαμε δουλέψει μαζί σε δύο ιστορίες του Μπλε Κομήτη κι ήταν μια πολύ ωραία διαδικασία. Κάποια στιγμή λοιπόν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: ‘Έχεις καμιά δουλειά το καλοκαίρι;” Ε,  με το που το άκουσα απλά είπα ναι, ουάου, πού υπογράφω; Εγώ ας πούμε που γενικά έχω δουλέψει λιγότερο καιρό στον χώρο δεν είχα καν την αίσθηση του πόσο μεγάλο μπορεί να είναι όλο αυτό. Ήταν πολύ ωραία διαδικασία κι είμαι πολύ χαρούμενη που είχα την ευκαιρία να το κάνω αυτό τόσο νωρίς στην πορεία μου.

ΓΓ: Θα υπήρχε ελευθερία, θα είχε καλή αμοιβή, θα ήταν σε καλές συνθήκες εργασίας μαζί με τους φίλους μου και θα είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε ένα μεγάλο κόμικ που δεν θα είναι κλασικά αφιερωματικό, χρονογραφικό ή πληροφοριακό – και να κάνουμε μια πραγματικά τωρινή και ζωντανή ερωτική ιστορία. Θέλαμε κάτι ουσιαστικό και σημερινό. 

ΠΠ: Κι ήταν επίσης μια ευκαιρία να φτιάξουμε κάτι που θα πάει σε ένα τελείως διαφορετικό κοινό από τα κόμιξ (που είναι ένα κοινό συγκεκριμένο και περιορισμένο) και θα είναι μια ιστορία που θα αφορά τον οποιονδήποτε. Είναι κάτι πιο μεγάλο. 

Το κόνσεπτ πώς πήρε την τελική του μορφή;

ΠΠ: Θέλαμε κάθε κεφάλαιο από τα τρία να χωράει μέσα σε μία πρόταση. Στο πρώτο είναι νέοι, γνωρίζονται κι ερωτεύονται. Στο δεύτερο έχει ο καθένας την προσωπική του εξέλιξη αλλά έχουν χωρίσει. Στο τρίτο έρχεται το closure.

ΓΓ: Το παρελθόν θα ήταν η νεότητά τους, το παρόν το peak της ενήλικης ζωής τους και το μέλλον εκεί που καταλαγιάζουν. 

ΓΖ: Κι αυτό που επεξεργάζεται το κόμικ είναι ουσιαστικά η σχέση ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. 

Σας άγχωσε το ότι είναι ένα κόμικ που ουσιαστικά συνθέτει τις εμπειρίες τόσων πολλών ανθρώπων από το φεστιβάλ; Όχι το τι ταινίες είδανε, αλλά το ποιους ανθρώπους γνωρίσανε, με ποιους μιλήσανε, με ποιους πηδήχτηκαν, όλα αυτά.

ΓΓ: Βασικά, αυτός ήταν ο σκοπός μας. Όταν ο πρώτος που το διάβασε μας είπε ότι “είναι πολύ φεστιβαλικό” κι ότι είναι όντως σα να είσαι στο φεστιβάλ, λέμε οκ, αυτό είναι. 

ΓΖ: Δείχνει ότι το έχεις ζήσει αυτό το πράγμα. Μια φίλη μου που σπουδάζει κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη και το ζει εδώ και πέντε χρόνια, μου είπε: “Α, είναι εγώ”. 

ΠΠ: Αλλά αυτό είναι το γαμάτο. Είδε τον εαυτό της η φίλη σου που σπουδάζει σινεμά, αλλά είδαν τον εαυτό τους και άνθρωποι που είναι 45 χρονών, ή και πιο μεγάλοι – είδαν πολλοί άνθρωποι τους εαυτούς τους μέσα σ’ αυτό. Αυτό είναι το πρώτο feedback που μας κάνει να χαιρόμαστε. Ότι πάρα πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους.

Θέλω να γυρίσουμε στο πώς το δουλέψατε. Το σινεμά είναι πάντα μια πολύ συνεργατική τέχνη και εμπειρία. Τα κόμιξ μπορεί να γίνουν πολύ ατομική δουλειά. Εσείς όμως δουλέψατε εντελώς συλλογικά. 

ΠΠ: Σε εμάς όλα συνέβαιναν συλλογικά και ταυτόχρονα. 

Το συζητήσατε από πριν; Ψάξατε μια μεθοδολογία για να δουλέψετε συλλογικά;

ΠΠ: Δεν το συζητήσαμε και πάρα πολύ. Αρχικά ήταν το γράψιμο, που ήταν το πιο εύκολο. Ήμασταν τρία άτομα σε ένα δωμάτιο, λέγαμε τις ιδέες μας και τις γράφαμε. Το γράφαμε σιγά σιγά, το διαβάζαμε, το ξαναγράφαμε. 

ΓΖ: Όλο αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που συμβαίνει γενικά στα κόμιξ. 

ΠΠ: Ξέραμε γενικά τι χρειαζόμαστε και τι περιμένει ο ένας από τον άλλο. Για παράδειγμα, εγώ με τον Γιώργο έχουμε δουλέψει αρκετά μαζί, οπότε χρειαζόμασταν την Γεωργία που θα έφερνε μια διαφορετική φωνή. Κι επίσης ήταν απαραίτητη μια γυναικεία φωνή, γιατί ας πούμε αν το γράφαμε δυο άντρες, οκ, κάτι θα έβγαινε αλλά δεν θα έμοιαζε τόσο αυθεντική η γυναικεία φωνή. Και στο τέλος αυτές οι φωνές έφτασαν να μην ξεχωρίζουν, να μην καταλαβαίνεις ποιος έχει γράψει τι.

ΓΓ: Υπήρχαν κι εύκολες λύσεις για να το δουλέψουμε. Για παράδειγμα, υπήρχαν τρία κεφάλαια. Θα μπορούσαμε να πάρουμε ένα ο καθένας. Για κάποιον λόγο, ίσως από διαίσθηση, δεν μας βγήκε αυτό. Μας βγήκε πολύ άνετα το άλλο, το να δουλέψουμε τα πάντα μαζί. Αλλιώς θα έμοιαζε με μια δουλειά που απλά δεν προλάβαινε να την κάνει ένας οπότε την έκαναν τρεις. Κι εγώ το είχα στο μυαλό μου να υπάρχει μια κίνηση στο σχέδιο, να είναι ένα πράγμα που είναι συνέχεια παλλόμενο. Έτσι, όπως θα άλλαζε συνεχώς η ιστορία που είναι αρκετά σουρεαλιστική, θα άλλαζε και το σχέδιο. Όλα ήταν ένα μείγμα.

ΠΠ: Καταρχάς, στήσαμε γραφείο όλοι μαζί. Ήμασταν στο σπίτι μου κι έρχονταν καθημερινά 9 το πρωί τα παιδιά. Φεύγανε 10, 11, 12 το βράδυ – όσο χρειαζόταν κάθε φορά. Ήμασταν όλη μέρα μαζί. Τρία σχεδιαστήρια μέσα, όλα ταυτόχρονα.

ΓΖ: Στο γράψιμο βγήκε οργανικά όχι μόνο το τι θα έκανε ο κάθε χαρακτήρας, αλλά και το πώς κατέληξε συνολικά το κόμικ. Κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι κάναμε πράγματα με παρόμοιο τρόπο χωρίς να το έχουμε συζητήσει. 

ΠΠ: Ναι, συνειδητοποιήσαμε ότι κάθε κεφάλαιο τελειώνει όπως ξεκινάει. Στον ίδιο χώρο. Δεν το κάναμε επίτηδες, απλά μας βγήκε χωρίς συνεννόηση. Το πρώτο ξεκινάει και τελειώνει σε τουαλέτα, το δεύτερο σε αίθουσα σινεμά και το τρίτο σε γραφείο.

Μου φαίνεται ότι όλο αυτό έχει έναν μικρο-ουτοπικό χαρακτήρα, δηλαδή το πώς να φτιάχνεις τέχνη ρίχνοντας τείχη κατά την διάρκεια. Κάνοντας συλλογικά κάτι που θεωρητικά γίνεται πιο εύκολα ατομικά, και κάνοντάς το και καλύτερα τελικά.

ΓΖ: Ρίξαμε και τείχη σε προσωπικό επίπεδο. Επειδή χρειάζεται να βγάλεις πολύ συναίσθημα και πολλές δικές σου αναμνήσεις στο τι γράφεις, σίγουρα υπήρξαν φάσεις που μοιραστήκαμε πράγματα σε βαθμό ακραίο, σε φάση “ώπα ώπα ώπα”. Έχω μοιραστεί με τα παιδιά πράγματα που δεν θα μοιραζόμασταν αλλιώς.

Ήθελα να στο ρωτήσω αυτό Γεωργία. Οι άλλοι δύο, όντας χρόνια συνεργάτες και φίλοι, είχαν μοιραστεί ήδη πολλά μεταξύ τους. Για σένα πώς λειτούργησε αυτή η δυναμική;

ΓΖ: Είχε γίνει ένα καλό βήμα με την έννοια ότι με τον Γιώργο γνωριστήκαμε και συνεργαστήκαμε πρώτη φορά πέρσι τέτοια εποχή. Ήδη από τότε σε αυτό που δούλευα και επιμελούταν  ο Γιώργος για τον Μπλε Κομήτη είχε αρχίσει να μπαίνει το βίωμα πολύ έντονα. Αλλά εδώ σίγουρα it got too real σε κάποιες φάσεις. Για μένα όμως είναι μόνο θετικό αυτό.

ΠΠ: Είχε παίξει πάντως και λίγο bonding πριν ξεκινήσουμε να δουλεύουμε. Είχαμε έρθει και μαζί Θεσσαλονίκη να κάνουμε έρευνα για το κόμικ. 

ΓΓ: Πάντως νομίζω ότι το βασικό δεν είναι αν μπορείς να εκφράσεις τα συναισθήματά σου αλλά αν μπορείς να καταλαγιάσεις τον εγωισμό σου.

Μου φαίνεται ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν έχει καταλαγιάσει επίσης μέσα σου το ποια θες να είναι η ψυχή της ιστορίας, το ποιον κοινό σκοπό υπηρετείς.

ΠΠ: Πάντως τόση ώρα το λέμε λες και βγήκε νεράκι… Ντάξει, ήμασταν τυχεροί που κύλησε, αλλά προφανώς είχαμε και διαφωνίες και προβλήματα. Αλλά αυτό μας έδινε και κίνητρο. Είχε δυσκολίες που το έκαναν και πιο ενδιαφέρον στην τελική. Και μας έκανε κι ακόμα πιο χαρούμενους που το τελειώσαμε. Ξέρεις, ότι το κάναμε τελικά.

ΓΓ: Ήταν και ρεκόρ χρονικό. Σχεδιάσαμε 180 σελίδες σε 2 μήνες. Κι ήταν και ένα προσωπικό στοίχημα: “Θα αντέξω με 2 ανθρώπους 12 ώρες τη μέρα επί 2 μήνες συνεχόμενα;” 

ΠΠ: Ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο πήγαμε όλοι μαζί στο εξοχικό του Γιώργου και δουλεύαμε. Ας πούμε για μένα που έχω δική μου οικογένεια ήταν περίεργο να είμαι τόσο μακριά τους. Αλλά σκέψου ότι ακόμα και τις διακοπές τις περάσαμε οι τρεις μας δουλεύοντας, απλά αλλάξαμε σκηνικό για να μην λαλήσουμε. Και μερικά πρωινά κάναμε και κανένα μπάνιο…

Όχι εντάξει, καλά κάνατε και κάνατε μπάνιο, δεν κρίνουμε. Πείτε μου λίγο και για τα stories που ανεβάζατε συνεχώς στο Instagram αυτό το δίμηνο. Λειτουργούσε πολύ ιντριγκαδόρικα ως teasing. 

ΠΠ: Ναι, γιατί δεν είχαμε ανακοινώσει τίποτα για το πρότζεκτ.

ΓΖ: Με έπιαναν φίλοι που δεν τους είχαμε πεί τίποτα και μου λέγανε “ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ”.

Ας πούμε η εικόνα που είχα εγώ ήταν ότι είχαν καταρρεύσει οι ζωές σας κι απλά σας βάλανε οι κοντινοί σας άνθρωποι σε καραντίνα μπας και την παλέψετε, σαν self-help κοινότητα.

ΓΓ: Ήταν όντως μια απορία: “Τρεις κομίστες μαζί, τι κάνουνε;” 

ΠΠ: Και γιατί είναι συνέχεια μαζί, όλη μέρα, μέχρι το βράδυ; Τα stories λοιπόν τα κάναμε κυρίως ενδιάμεσα, στα διαλείμματα, όταν κουραζόμασταν. Ακούγαμε ό,τι να ‘ναι μουσική συνέχεια για να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι κι έτσι μας έβγαιναν διάφορα πράγματα.

ΓΓ: Ούτε καν οι συνάδελφοί μας στον χώρο των κόμιξ δεν ξέρανε τι κάνουμε. Έδινε την αίσθηση του απρόσμενου. Και θέλω να δω ποια θα είναι η αντίδρασή τους όταν το διαβάσουνε. 

Πάντως, βλέποντας τα stories κάθε μέρα (όχι ότι είμαι όλη μέρα στο ίντερνετ), αυτή η δημιουργική επαφή που είχατε έδωσε μια συνεκτική καλλιτεχνική υφή και σε αυτά.

ΠΠ: Ναι, αναπτύξανε συγκεκριμένα μοτίβα οπτικά και ηχητικά. Είχαν ρόλους και χαρακτήρες.

Με ένα καλό μοντάζ βγαίνει ένα video art πολύ καλύτερο από τα μισά experimental πράματα που βλέπουμε στα φεστιβάλ.

ΠΠ: Κι επίσης βγαίνει ένα πολύ καλό ημερολόγιο του πώς μακραίνανε τα μαλλιά μου και τα γένια μου.

Πώς ήταν λοιπόν όλο αυτό όταν τελείωσε η κοινοτική εμπειρία δουλειάς; Είχατε post-partum depression;

ΓΓ: Εγώ ξανάρχισα να έχω τα προβλήματα που είχα και πριν. Δεν τα είχα κατά τη διάρκεια, και μετά επανήλθανε. Τα προβλήματα, τους προβληματισμούς, τα άγχη.

ΠΠ: Κι εγώ.

Είναι σημαντικό αυτό που λέτε.

ΓΓ: Έχει και μια παθογένεια αυτό βέβαια. Ο μεγάλος κόπος, η μεγάλη ενέργεια, το μεγάλο δόσιμο, το όραμα να βγει κάτι που ξαφνικά σου τρώει όλη την ύπαρξη. Έχει μια παθογένεια λοιπόν, αλλά ταυτόχρονα λες: “τουλάχιστον έχω αυτό”.

ΓΖ: Εμένα μου έχει δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο δημιουργικό άγχος το τέλος του κόμικ. Ακόμα δε μπορώ να πιάσω μολύβι με άνεση. Κουράζομαι, δε θέλω. Είναι αυτό το πράγμα που κλείνει ένα πρότζεκτ στο οποίο είχες αφιερώσει ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής σου, των ιδεών σου και της δημιουργικότητάς σου. Αλλά μ’ έχει πιάσει και μια φάση τύπου: “πότε θα μπορέσω να έχω ξανά μια τόσο καλή ιδέα;”. Προφανώς το ξέρω ότι κάποια στιγμή θα έρθει, αλλά σου δημιουργεί ένα βαθύ υπαρξιακό άγχος.

Σόρι κιόλας που εστιάζω τόσο πολύ στο κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο. Εννοώ, το αποτέλεσμα είναι αυτό που είναι. Έχει φύγει πια από εσάς, το παίρνει ο άλλος και το κάνει ό,τι θέλει.

ΓΖ: Ναι, κι εγώ νομίζω ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Το να μιλήσουμε για κάθε καρέ δεν έχει νόημα. Διάβασέ το και θα καταλάβεις, ή βάλε εσύ την ερμηνεία σου. 

ΠΠ: Και δεν μας πέφτει και λόγος πλέον. 

Πιστεύετε ότι έκανε καλό στο κόμικ που δεν είστε από την Θεσσαλονίκη;

ΠΠ: Ναι, εγώ το πιστεύω. Γιατί ξέραμε την πόλη μέσα από το context του φεστιβάλ περισσότερο παρά μέσα από την καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες του φεστιβάλ η Θεσσαλονίκη είναι κάτι άλλο – εικάζω. Επομένως εμείς ξέροντάς την σ’ αυτήν την μορφή εστιάσαμε σε αυτό. Αλλά έχουμε και σημεία άσχετα με το φεστιβάλ, κυρίως όταν οι ίδιοι οι χαρακτήρες θέλουν να βγουν από το context του φεστιβάλ. Πάνε στο γήπεδο, στο πατσατζίδικο κλπ.

ΓΓ: Ούτως ή άλλως, στο κόμικ ο ένας είναι Θεσσαλονικιός κι η άλλη δεν είναι, οπότε υπάρχουν κι οι δύο οπτικές γωνίες. 

Τι feedback έχετε μέχρι τώρα αυτές τις μέρες που είστε εδώ;

ΓΖ: Πολύ θετικό.

ΠΠ: Πολύ ενθουσιώδες, ναι. Αλλά θα μου άρεσε να συζητήσω και με κάποιον που θα μου πει τι δεν του άρεσε. 

ΓΓ: Νομίζω είναι τόσο συναισθηματική και ανθρώπινη η ιστορία που κανείς δεν κάθεται να αναλύσει τεχνικές κλπ. Σου λένε ότι συγκινήθηκαν, ότι γέλασαν. 

Πάντως, ως εξωτερικός προς τη δημιουργία κόμιξ αλλά έχοντας μια επαφή με το πώς είναι να δουλεύεις γύρω από την τέχνη στην Ελλάδα, έχω να πω ότι το Φεστιβάλ είναι μια μεγάλη δουλειά, φουλ επαγγελματική, για έναν μεγάλο θεσμό πολιτισμού κλπ. Ήσασταν λοιπόν εσείς οι τρεις αυτοί που το κάνανε – και μπράβο σας. Πώς το διαχειρίζεστε αυτό;

ΠΠ: Πρώτα απ’ όλα, είναι ένας από τους λόγους που είμαστε περήφανοι. 

ΓΓ: Απ’ την αρχή μια αγωνία μου ήταν να μην πει κανείς ότι το αποτέλεσμα δεν είναι αντάξιο του μεγέθους της δουλειάς, γιατί τα δεδομένα ήταν γνωστά από την αρχή, πριν βγει το αποτέλεσμα. Ξέραμε ότι είναι μεγάλη δουλειά, μεγάλος θεσμός, ότι θα έχει όλα τα μάτια πάνω του. Πιστεύαμε όμως ότι θα είναι αντάξιο, κι ελπίζουμε να είναι κιόλας. Η ιδέα ήταν αυτή: όσο επαγγελματικές ήταν οι συνθήκες, άλλο τόσο επαγγελματικό να ήταν και το αποτέλεσμα.

Το βρίσκω σημαντικό αυτό, γιατί εν γένει ο κόσμος είναι κάπως συνηθισμένος στο να αποδεικνύονται αρπαχτές τέτοια πράγματα. Ξέρεις, κάτι επετειακό, αφιερωματικό…

ΓΓ: Ήταν στο χέρι μας να δώσουμε κάτι πρόχειρα φτιαγμένο, αλλά δεν το κάναμε. Είναι στάση ζωής το να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό σε όλα όσα κάνεις, είτε είναι μόνο για σένα είτε είναι για ένα μεγάλο έργο όπως εδώ.

ΠΠ: Ήταν σημαντικό για μας ότι, μετά από τόσα χρόνια στον χώρο των κόμιξ με πολλές δυσκολίες, μπορούμε να πούμε ότι επιτέλους η αμοιβή έφτασε να ταιριάζει σε αυτό που κάνουμε.

Μετά όμως δεν πικραίνεσαι λίγο παραπάνω που η κανονικότητα της δουλειάς στην τέχνη είναι γενικά τόσα λέβελ πιο κάτω σε δυνατότητες δίκαιης αμοιβής και αναγνώρισης;

ΠΠ: Εγώ σκέφτομαι πώς θα ξαναγίνει να κάνω κι άλλη τέτοια δουλειά, που να ταιριάζει ο κόπος μου με την αμοιβή μου. 

ΓΓ: Απογοήτευση δεν είναι, γιατί είναι μια πραγματικότητα γνωστή. Απογοητεύεσαι όταν πετάς στα σύννεφα και ξαφνικά κάτι σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Να δούμε πώς θα πάει πάντως, μερικές φορές όταν γίνεται ένα βήμα αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι θετικό και για την γενικότερη σκηνή και το γενικότερο καλό. Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν βγήκε το Logicomix, όταν βγήκε ο Ερωτόκριτος κλπ. 

To γεγονός ότι όλο αυτό ήταν μια τόσο ικανοποιητική εμπειρία σε τόσα πολλά επίπεδα εξισορρόπησε κάπως για εσάς το κλείσιμο του Μπλε Κομήτη;

ΠΠ: Για όλους μας υπήρχε προσωπική εμπλοκή, οπότε μας επηρέασε.

ΓΓ: Για μένα ήταν μια τρελά κωλόφαρδη συνθήκη, γιατί υποψιαζόμουν πως το περιοδικό μπορεί να μην έχει και πολύ μέλλον – όχι γιατί δεν πήγαινε καλά αλλά γιατί είχε φτάσει σε ένα επίπεδο που ήξερες ότι δεν θα καλυτερεύσει πια. Οπότε πλέον σπαταλούσαμε ενέργεια και χρήματα σε ένα πράγμα που εμείς θεωρούσαμε ότι είναι καλό αλλά έχει κι ένα ταβάνι. Αυτό το ταβάνι ήταν κάτι που είχε αρχίσει να με κουράζει. Έτσι, με το που έκλεισε το ένα πράγμα, ξεκίνησε ένα άλλο στο οποίο μπήκα κατευθείαν, έδωσα όλη μου την ενέργεια και το αποτέλεσμα μας χαροποίησε. Ήταν τυχερό για μένα το γεγονός ότι το ένα ήρθε και καπάκωσε το άλλο. 

Είναι σα να ερωτεύεσαι κατευθείαν αφού χωρίσεις, πράγμα σπάνιο γενικά. Κάτι ακόμα θέλω να σας ρωτήσω. Το κόμικ έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο που νομίζω λείπει από το σύγχρονο ελληνικό σινεμά σε σημαντικό βαθμό. Αποπνέει μια αυθεντική φυσικότητα στο γράψιμο των χαρακτήρων και των διαλόγων, μοιάζουν τέλος πάντων αληθινοί άνθρωποι. Έχετε σκεφτεί ότι υπάρχει κάτι στην προσέγγισή σας που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στους Έλληνες σκηνοθέτες ή σεναριογράφους;

ΠΠ: Εγώ χαίρομαι που το λες αυτό γιατί γενικότερα είναι από τις βασικές μου αγωνίες απ’ όταν πρωτοάρχισα να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες. Στην αρχή δούλευα πάνω στα σενάρια άλλων και μετά άρχισα να φτιάχνω τα δικά μου. Συνειδητοποίησα τελικά ότι αυτό μου αρέσει περισσότερο για διάφορους λόγους. Αλλά είναι μια πολύ βασική αγωνία για μένα αν οι άνθρωποι που γράφω μιλάνε σαν κανονικοί άνθρωποι ή αν μιλάνε σαν άνθρωποι-που-είδαμε-κάπου-αλλού-να-το-κάνουν. Αυτό είναι tricky φυσικά αν θα το καταφέρεις, αλλά το πώς κάποιοι δεν το καταφέρνουν καθόλου με εκπλήσσει μερικές φορές. Ίσως το κλειδί είναι να τσεκάρεις συνέχεια τον εαυτό σου και να μην νιώθεις ποτέ υπερβολικά σίγουρος γι’ αυτό που έκανες. 

ΓΓ: Το να φτιάχνεις ταινίες είναι μια διαδικασία-κυκεώνας με μίτινγκς πάνω σε μίτινγκς συνεχώς, και χάνεται εύκολα η μπάλα ακόμα κι αν έχεις μια καλή ιδέα στο μυαλό σου. Ακόμα στα κόμιξ υπάρχει μια μεγάλη ελευθερία. Έχεις μια ωραία ιδέα, την ζωγραφίζεις, βγαίνει. Έχει ακόμα αυτή την γοητεία του πράγματος που λέει ότι εφόσον μπορείς να το ονειρευτείς τότε μπορείς και να το κάνεις. 

ΓΖ: Ναι, εντάξει, αλλά μόνο αν ξέρεις να γράφεις κιόλας. 

ΓΓ: ΟΚ, ο άλλος μπορεί να μην το έχει κιόλας, ναι. Πολλές φορές ο άλλος θέλει απλά να κάνει μια ταινία, και για την κάνει μπορεί και να πουλήσει την ψυχή του στον διάολο. Για μένα δεν ξεκινάει απ’ το ότι απλά θέλω να κάνω ένα κόμικ. Ξεκινάει απ’ το ότι θες να πεις αυτήν την γαμημένη ιστορία. Έχεις ανάγκη να την πεις, και θα βρεις έναν τρόπο. 

Πιστεύετε ότι την συγκεκριμένη ιστορία θα την είχατε πει με κάποιον άλλον τρόπο αν δεν είχε κάτσει αυτό το κόμικ;

ΓΖ: Κάποιες πλευρές της σίγουρα. Αλλά αν το είχε κάνει ο καθένας μόνος του τότε θα είχε βγει κάτι πολύ διαφορετικό. Ήμασταν 3 άνθρωποι που βάλαμε φουλ τις εμπειρίες μας μέσα σε αυτό. Έχει ένα εύρος εμπειριών και συναισθημάτων που δεν θα το είχε αν το έκανε ο καθένας μόνος του. Δεν θα ήταν το ίδιο. 

ΓΓ: Εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να κάνω ένα love story, κάτι που θα βγει κατευθείαν από το συναίσθημα. Κι αυτή εδώ ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να το κάνω. 

Θέλω να μάθω δύο τελευταία πράγματα. Πρώτον, ποιος είπε την λέξη ερωτιδέας ώστε να την βάλετε μέσα;

ΓΓ: Εγώ το σκέφτηκα.

Δεύτερον, ποιος σκέφτηκε το λογοπαίγνιο Προοικονομίδης;

ΓΓ: Πάλι εγώ.

Μάλιστα.

O Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Από το 2006 έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Το 2012 κυκλοφόρησε την συλλογή σύντομων ιστοριών «Αθώες Εποχές» (εκδόσεις ΚΨΜ), ενώ το 2016  συνεργάστηκε με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο για την διασκευή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris). Aπό το 2017 έως και το 2019 ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό με κόμικ «Μπλε Κομήτης».

Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει. Σταθερός συνεργάτης του περιοδικού «9» τα τελευταία 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς το 2007 (Common Comics #1, Giganto). Ακολουθούν 15 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση ή σε αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει κυκλοφορήσει πάνω απο 400 online comic strips σε σειρές στο  socomic.gr (Kλειδωμένος Ρυθμός, Mαρμελάδα Κεράσι, King Panda Forever κα). Είναι συνεργάτης του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (Polaris) από το πρώτο τεύχος. Πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, το «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σενάριο Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris (Mάρτιος 2018).

Η Γεωργία Ζάχαρη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Δραστηριοποιείται στον χώρο των κόμικς από το 2017. Έχει δείξει δουλειά της σε πέντε αυτοεκδόσεις, ενώ έχει συνεργαστεί σε δύο ιστορίες με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Το 2018 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς.

Best of internet