Ο Μπλέ Κομήτης είναι το ελληνικό περιοδικό για κόμικ που χρειαζόμασταν να προσγειωθεί

Mιλήσαμε με το Γιώργο Γούση και το Δημοσθένη Παπαμάρκο για το νέο ελληνικό περιοδικό comics

Κώστας Αρβανίτης

19 Σεπτεμβρίου 2017

Επιμέλεια: Κώστας Αρβανίτης, Σπύρος Μαυρογιάννης

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που κυκλοφορούσαν η «Βαβέλ» και το «Παραπέντε», ενώ το κενό στα ελληνικά περιοδικά κόμικς είναι μεγαλύτερο από ποτέ από το 2010 που έκλεισε το «9» της Ελευθεροτυπίας. Αυτό το κενό διεκδικεί να καλύψει το νέο περιοδικό με τίτλο «Μπλε Κομήτης», το οποίο από τις 22 του μήνα θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία και τα περίπτερα από τις εκδόσεις Πολάρις.

Bρεθήκαμε λοιπόν με το σκιτσογράφο Γιώργο Γούση και το συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο, οι οποίοι συνεργάστηκαν μεταξύ τους στο βραβευμένο graphic novel «Ερωτόκριτος». Ο Γιώργος Γούσης θα έχει την επιμέλεια του νέου περιοδικού ενώ ο Δημοσθένης Παπαμάρκος δε θα έχει μεν θεσμικό ρόλο, αλλά έχει ένα βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή διηγημάτων «Γκιακ» και θα συμβάλλει στο πρώτο τεύχος με δύο ιστορίες του. Με τους δύο δημιουργούς όπως αναμενόταν είχαμε μια εκτενή συζήτηση για το νέο περιοδικό, το σύμπαν και τα πάντα:

Πως σας ήρθε η ιδέα για έντυπο;

Γιώργος Γούσης: Στον εκδοτικό οίκο όπου βγάλαμε τον Ερωτόκριτο άρεσε πολύ η φάση και άρεσε και σε εμάς. Υπήρχαν όμως πολλές δουλειές μικρού και μεσαίου μεγέθους που δε μπορούσαμε να εντάξουμε κάπου στο πρόγραμμα ενός εκδοτικού οίκου. Οπότε ή θα βγάζαμε graphic novel ή δε θα βγάζαμε τίποτα. Ο εκδότης επέμενε όμως ότι ήθελε να βρούμε ένα τρόπο να δημοσιεύουμε μικρότερες ιστορίες ή να κάνουμε μικρές εκδόσεις για να κυκλοφορούν στα περίπτερα, πχ 16 σελίδων, περιοδικάκια, διάφορα τέτοια.

Γιώργος Γούσης

Δημοσθένης Παπαμάρκος: Άρχισε μια κουβέντα με τους εκδότες στα πλαίσια που λέει ο Γιώργος: θέλουνε με τον Ερωτόκριτο να είναι η αρχή μιας καινούριας φάσης με περισσότερα κόμικ, να υπάρξει κάτι σαν ομάδα που να συνεργάζεται με τον εκδοτικό με mix ‘n’ match συγγραφέων και σεναριογράφων με σχεδιαστές. Πάνω στην κουβέντα για το πως μπορεί να γίνει όλο αυτό, είπα ότι το μόνο που σκέφτομαι είναι ένα περιοδικό, δηλαδή ένας φυσικός χώρος.

“Ή κάνεις ένα περιοδικό που τα χωράει όλα ή δεν κάνεις τίποτε”

Γ.Γ.: Toυς άρεσε, έβαλαν κάτω τα οικονομικά και μας ρώτησαν αν είναι εφικτό και αν υπάρχει κόσμος να το κάνει και το βάλαμε μπρος. Υπάρχουν επίσης σχεδιαστές και δημιουργοί κόμικ που δε μπορείς να τους βρεις σε μικρή φόρμα ή άμεσα κάπου. Πρέπει να τους βρεις στο Comicdom που θα έχουν βγάλει ένα fanzine, μια εικονογράφηση από εδώ ή κάτι που έχουν βγάλει στο ίντερνετ. Ή κάνεις ένα περιοδικό που τα χωράει όλα ή δεν κάνεις τίποτε.

Δ.Π.: Το πρόβλημα είναι πως πολλούς από αυτούς δεν είναι εύκολο να τους δεσμεύσεις για κάτι μεγάλο. Έχουν δουλειές, λείπουν εξωτερικό ή μπορούν μόνο κάτι μικρό. Οπότε το βλέπουμε με τα μάτια μας ότι υπάρχει δυνατότητα, απλά δεν είχε βγει ποτέ σε ένα ευρύ κοινό, το οποίο δε θα είναι μόνο όσοι αγοράζουν κόμιξ. Τη Βαβέλ και το 9 τα διαβάζανε κι αυτοί που δεν είναι άνθρωποι του κομιξάδικου.

Ποιος είναι αυτός ο κόσμος εκεί έξω που μπορεί να αγκαλιάσει τον Μπλε Κομήτη και σε ποιες γενιές ανήκει;

Γ.Γ.: Eίναι τρεις γενιές. Είναι οι παλιοί που βγήκαν από αυτά τα περιοδικά, είμαστε εμείς που είμαστε τριαντάρηδες και τα προλάβαμε στη δύση τους και είναι και οι τρίτοι που δεν έχουν δει ποτέ περιοδικό. Μπορεί να διαβάζουνε manga ή comics στο ίντερνετ. Μπορεί να έρθουν στο περιοδικό σαν αναγνώστες αλλά και σαν δημιουργοί.

Δ.Π.: Δεν έχω εικόνα για αυτόν τον κόσμο.

Γ.Γ.: Πρακτικά ούτε εγώ έχω εικόνα, μόνο ενδείξεις όπως το Comicdom που πλημμυρίζει. Μπορεί να μην αγοράσουνε αλλά θα βολτάρουν, θα τσεκάρουν τα καινούρια fanzine, δεν πάνε μόνο για το cosplay. Για μένα για να τους πιάσεις είναι θέμα ποιότητας: θα το δουν αν έχει καλές δουλειές, ίσως δεν ξέρουν ότι υπάρχουν τέτοιοι σχεδιαστές στην Ελλάδα. Θα τριφτούν σιγά σιγά, δεν περιμένουμε να γίνει από το πρώτο τεύχος. Νομίζω πως το webcomic και αυτά που διαβάζουμε στο ίντερνετ είναι κάτι άλλο, πιο γρήγορο. Στο περιοδικό μπορεί να έχουμε 16 και 20 σελίδες ιστορία, αυτό που λέμε μεσαίου μήκους. Εγώ αυτή τη διαβάζω στο web.

 

Παναγιώτης Μητσομπόνος

Δ.Π.: Είμαστε και η γενιά με τα πιο παραδοσιακά γούστα. Έχει τύχει να διαβάσω σε τάμπλετ κάτι που δε βρίσκω, αν και δεν το προτιμώ. Μπορείς να σταθείς σε ένα καρέ, να το παρατηρήσεις, το zoom in-zoom out διασπά την εμπειρία. Αν θες να κρατήσεις τον κόσμο το έντυπο προσφέρεται: ο αναγνώστης θα δει το χρώμα, τη λεπτομέρεια κτλ. Στον υπολογιστή χάνεις αυτό το πράγμα.

Γ.Γ.: Αν το περιοδικό πάει καλά, μπορείς να κάνεις και μόνο web. Είναι όμως άλλο μέσο, δεν μπορώ να τα συγκρίνω. Επίσης, αυτό το περιοδικό έχει ρεκόρ σε ελληνική παραγωγή σελίδων κόμικ. Από τις 64 σελίδες του πρώτου, μπορεί περισσότερες από 50 να είναι ελληνικά κόμικ φτιαγμένα για το περιοδικό, ούτε ξαναβαλμένα ούτε μεταφράσεις.

Δ.Π.: Και οι υπόλοιπες δεν είναι κόμικ.

Γ.Γ.: Ναι έχει ένα διήγημα και μια συνέντευξη.

Πως θα μπλεχτούν μεταξύ τους όλοι αυτοί οι δημιουργοί στο νέο περιοδικό;

Δ.Π.: Το όλο εγχείρημα έγινε ακριβώς γι’αυτή τη διαπλοκή. Με κάποιους θέλαμε από καιρό αλλά αν δεν κάποιος να σε πιέζει είναι δύσκολο. Από την πλευρά μου ο Ζερβός έκανε την Παραλογή από το Γκιακ, εγώ δούλεψα με το Μιχάλη Διαλυνά σε πρωτότυπο σενάριο δικό μου και σκίτσο του Μιχάλη. Αυτό είναι γάμος του περιοδικού.

Γ.Γ.: Σαν μια συνάντηση.

Δ.Π.: Είναι αυτό που εγώ θα’θελα να κάνει αυτό το περιοδικό. Εγώ ήξερα τη δουλειά του Διαλυνά, μιλήσαμε σε μια συνάντηση του περιοδικού και τα συμφωνήσαμε.

“Στο 9 δεν ξέραμε τι είναι η δουλειά, δεν δεχόμασταν να μας κάνουν κριτική. Tώρα καταλαβαίνεις ότι αυτός προσπαθεί να σε βοηθήσει, δεν κάνει το δικό του”

Γ.Γ.: Εκτός ότι θα είναι μια προς τα έξω φωνή για τα κόμικ, θα μαζέψει και την κοινότητα των δημιουργών για να γίνονται συνδέσεις. Αυτό είναι και ο στόχος μας: να μην τσακώνονται, να ενώνεις κι όχι να χωρίζεις. Μετά έχει πολλή δουλειά στην επιμέλεια. Για το πρώτο πήγα σε ανθρώπους που εμπιστευόμουν για να πιάσουμε το επίπεδο που θέλαμε και πάνω. Εκεί τεσταρίστηκε η συνεργασία, να ακούσουν τις απόψεις μας, να κάνουν διορθώσεις. Και με το Δημοσθένη και το Μιχάλη επενέβην σαν αρχισυντάκτης και ήταν πολύ δημιουργική διαδικασία.

Μιχάλης Διαλυνάς – Δημοσθένης Παπαμάρκος

Δ.Π.: Εγώ δεν έχω κάποιο ρόλο, αλλά με βοηθάει να ξέρω πως υπάρχει επιμελητής. Γενικά είναι πολύ σημαντικό για την ενότητα και την ποιότητα της ύλης. Μέχρι στιγμής δεν υπήρξε θέμα.

Γ.Γ.: Παλιά υπήρχαν αντιδράσεις. Στο 9 δεν ξέραμε τι είναι η δουλειά, δεν δεχόμασταν να μας κάνουν κριτική. Tώρα καταλαβαίνεις ότι αυτός προσπαθεί να σε βοηθήσει, δεν κάνει το δικό του. Oι σημερινοί δημιουργοί είναι πιο εκπαιδευμένοι από όσο ήμασταν εμείς. Τους οδηγούμε κι εμείς προς τα εκεί: Ένας καλός σχεδιαστής που πάσχει το σενάριο θα ταιριάξει με κάποιον άλλο, ή το ανάποδο. Ή μπορεί να προτείνω σε κάποιον να διασκευάσει κάτι έτοιμο.

Θα είναι δηλαδή κάτι σαν ακαδημία;

Γ. Θέλουμε το περιβάλλον να θυμίζει περιβάλλον δουλειάς, όπως συμβαίνει σε οποιονδήποτε εκδοτικό οίκο στην Ελλάδα ή στην Αμερική. Προτείνεις κάτι και σου λένε αν τους κάνεις ή όχι.

“Δεν είναι ακριβώς μαθητεία, είναι κάτι ζωντανό”

Δ.Π.: Είναι σα να βρίσκεσαι σε μια παρέα που κάνει παρόμοια πράγματα και μιλάς με ευθύτητα. Είναι εκπαιδευτική εμπειρία. Έχω μάθει να δουλεύω με το Γιώργο, αλλά μαθαίνω τώρα πως να δουλέψω με κάποιον άλλο. Εκεί προσαρμόζεις τα εκφραστικά σου μέσα, αυτό που κάνει για έναν δεν κάνει για κάποιον άλλο. Δεν είναι ακριβώς μαθητεία, είναι κάτι ζωντανό.

Γ.Γ.: Έχουμε τώρα δύο τεύχη, εκτός από το πρώτο είναι έτοιμο και το επόμενο τεύχος. Οι εκδόσεις είναι Πολάρις. Θα προσπαθούμε να έχουμε πάντα μια μεγάλη ιστορία, στο πρώτο τεύχος είναι από τον Πέτρο Ζερβό στο κομμάτι του Δημοσθένη από το Γκιακ και μετά θα είναι ένα οκτασέλιδο sci-fi/post apocalyptic σε σενάριο Δημοσθένη πάλι μαζί με το Διαλυνά. Μετά θα έχει τετρασέλιδες και πεντασέλιδες, ο Παναγιώτης Μητσομπόνος έχει κάνει μια τετρασέλιδη, ο Γιώργος ο Φαραζής και η Γλυκερία η Πατραμάνη έχουν κάνει μια ιστορία με ένα δήμιο στο Ναύπλιο στα 1800s. Είναι επίσης η Στέλλα η Στεργίου που έχει κάνει το Μικρό Πρίγκηπα, μια νέα σχεδιάστρια η Aniro έχει κάνει ένα δισέλιδο και ο Πάνος ο Γερακάκης άλλο ένα. Και ένα δισέλιδο ερωτικό πορνό από τον Ευάγγελο Ανδρουτσόπουλο, θα έχουμε πάντα ένα.

Στέλλα Στεργίου

Δ.Π.: Από λογοτεχνία θα υπάρχει ένα διήγημα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Για μένα που με ενδιαφέρει αυτό, χαίρομαι πολύ που από το πρώτο τεύχος έχουμε ένα διήγημα από μια σπουδαία πεζογράφο.

Γ.Γ.: Είναι θέμα αυτό. Στο 9 ήταν λίγο παραλογοτεχνία τα διηγήματα και θέλαμε να το αποφύγουμε. Εντάξει τα περιοδικά κόμιξ έχουν πιο πολλή σχέση με την φαντασία και άλλα σχετικά, προσαρμόζονται σε αυτό, δεν είναι Προυστ.

Δ. Θα ήθελες; Θα ήταν χίλιες σελίδες το τεύχος…

Πιστεύετε ότι μαζί με τα ελληνικό comic αποκτά ζωή και μια καινούρια πιο graphic λογοτεχνία του sci-fi και του φανταστικού;

Δ.Π.: Δε χρειάζεται να μπούμε σε λογική ειδών. Ο Philip Dick είναι καλός συγγραφέας ή καλός scifi συγγραφέας; Εγώ λέω το πρώτο. Όπως σπουδαίος ήταν και ο Lovecraft, τον οποίο εκτίμησε πολύ και ο Borges. Οπότε καταλήξαμε ότι και στο περιοδικό δε χρειάζεται ταμπέλα, όλα μπαίνουν, αρκεί να είναι καλά. Αφού μπορούμε να διαβάσουμε από Ντοστογιέφσκι μέχρι Ποπάι, δεν έχουμε και τα στεγανά των παλιότερων, ότι comics = μέχρι 18 χρονών. Ή ότι οι ταινίες δράσεις είναι μόνο ποπ κορν.

Πέτρος Ζερβός

Γ.Γ.: Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μίξη όλων αυτών. Και πιο νεανικά και πιο λογοτεχνικά και πιο ενήλικά. Πρέπει να είναι για όλους, αρκεί να είναι καλή ποιότητα, την οποία κρίνουμε εμείς. Στα strip είναι ο Αντώνης ο Βαβαγιάννης και ο Τάσος ο Ζαφειριάδης, ενώ το εξώφυλλο θα κάνει ο Παναγιώτης ο Πανταζής, βασισμένος στο Φιλ Ποτ. Ο Δημήτρης ο Καμμένος επίσης, ο οποίος θα είναι στο επόμενο. Στο τέλος θα έχει και ένα preview με τους επόμενους, και μια τετρασέλιδη συνέντευξη, η οποία θα είναι με το Γιάννη τον Οικονομίδη. Έχω μεγάλη αγωνία να δω πως θα πάει εμπορικά το πρώτο τεύχος, πως θα το δει το κοινό.

Eίναι τα comics ακόμη nerd κουλτούρα; Θα τα παρασύρει κι αυτά το φαινόμενο nostalgia;

Δ.Π.: Για μένα το ζήτημα nerd δε λέει κάτι, καθώς κάνω ακόμη nerdy πράγματα, έπαιζα DnD, μινιατούρες, war games κλπ.

Γ.Γ.: Ο πατέρας μου επίσης που μαζεύει μινιατούρες, είναι nerd;

Δ.Π.: Είναι και λίγο θέμα γενιάς. 10 χρόνια πριν, ο Τσαπραΐλης με τις Παγανιστικές Δοξασίας δε θα έφτανε ποτέ σε εκδοτικό οίκο.

“Τώρα έχεις μια επιστροφή σε πράγματα που έχουν αποδειχθεί ότι πουλάνε. Είναι πολύ γοητευτικό το πακέτο, αλλά λείπει το γιατί”

Γ.Γ.: Οτιδήποτε φτιάχνεται μόνο για να το πουλήσεις και δεν υπάρχει κάποια σκέψη πίσω από αυτό., είναι κακό. Το Stranger Things πχ γιατί χρησιμοποιεί τα 80s; Υπάρχει κάποιος λόγος ή απλά επειδή είναι αναγνωρίσιμα;

Δ.Π.: To κακό για μένα είναι όταν αυτό το πράγμα αισθητικοποιείται και μένει μόνο εκεί. H ποπ κουλτούρα σε διάφορες δεκαετίες ήταν μια κουλτούρα η οποία πήγαζε από την εποχή, ήταν σε ένα διάλογο με την κοινωνία και τέλος πάντων εξέφραζε μια τάση, δεν έχει σημασία αν μας άρεσε. Τώρα έχεις μια επιστροφή σε πράγματα που έχουν αποδειχθεί ότι πουλάνε. Είναι πολύ γοητευτικό το πακέτο, αλλά λείπει το γιατί.

Ευαγγελος Ανδρουτσόπουλος

Γ.Γ.: Η αφήγηση, η ιστορία.

Δ.Π.: Όχι η ιστορία. Τι κινητοποιεί ένα δημιουργό το 2017 να κάνει μια ιστορία στο σινεμά ή αλλού στο έδαφος της δεκαετίας του ’80; Aν θέλει να χρησιμοποιήσει το ιστορικό πλαίσιο για να βγει κάτι για το σήμερα, οκ. Αν είναι απλά για να γίνει ωραίο το πακέτο, τότε δυστυχώς είναι μόνο για το περιτύλιγμα. Όπως πήγα ας πούμε στην έκθεση GR80s και όλο ήταν εν κενώ. Δεν έμπαινες ποτέ στην εποχή. Το αντιμετώπιζες σαν…

Γ.Γ.: Ένα λούνα παρκ. Η αίθουσα με τα 80s. Δεν υπάρχει μια συζήτηση για τους ανθρώπους. Πως ήταν οι λούμπεν στα 80s; Οι αγρότες; Οι πλούσιοι; Αυτά δεν υπάρχουν. Πως ήταν τα καφενεία; Πως ντύνονταν οι οικοδόμοι;

Δ.Π.: Εμένα με νοιάζει η απονοηματοδότηση αυτού του πράγματος και η αισθητικοποίηση του με τη λογική των προϊόντων. Δεν είναι πολιτικό ζήτημα, αλλά είναι κι αυτό μια μορφή θέσης. Γενικά όταν μιλάμε για την εποχή μας που όλα είναι κοντά στο σημείο βρασμού ή το έχουν ξεπεράσει, το να μην εκφράζεται η εποχή στη δικιά μας ποπ κουλτούρα, δε θα περιγράψω τι νιώθουμε, αλλά να πας να καθησυχάσεις και να παρηγορήσεις την αγωνία σου γυρνώντας στο παιδικό σου δωμάτιο, όπου η μάνα σου σου έφερνε το γάλα, είναι οριακά πνευματική καταστολή.

Γ.Γ.: Ας πούμε το Stranger Things δεν έχει κανένα λόγο να βρίσκεται στα 80s, εκτός από να είναι μια μαχαιριά νοσταλγίας. Η ιστορία θα μπορούσε να διαδραματίζεται στο τώρα. Ενώ το να πας να μιλήσεις για τα 80s ή για τα 70s, χούντα, εξορίες, όπου δε μπορεί να λειτουργήσει αλλιώς γιατί χρειάζεσαι μια τέτοια κατάσταση, το καταλαβαίνω.

Κάντε μας ένα γενναίο name-dropping από σειρές, games και ταινίες που παρακολουθείτε τελευταία

Γ.Γ.: Ένα ωραίο horror ψάχνουμε να βρούμε.

Δ.Π.: Εγώ λογοτεχνία λιγότερο τώρα διαβάζω ιστορία, δοκίμια και τέτοια. Από κόμιξ ξαναπιάνω το Hellboy, το καλοκαίρι διάβασα το Deathnote, το πρώτο μου manga. Δεν το τέλειωσα, πήγα απευθείας στο τέλος. Βλέπω επίσης Rick & Morty και μου έχουν πει για το Expanse.

“Ας πούμε το Stranger Things δεν έχει κανένα λόγο να βρίσκεται στα 80s, εκτός από να είναι μια μαχαιριά νοσταλγίας. Η ιστορία θα μπορούσε να διαδραματίζεται στο τώρα”

Γ.Γ.: Μου έκανε εντύπωση ένα graphic novel, το This One Summer από δυο γιαπωνέζες. Διάβασα επίσης το Moonshine των Αzzarrelo και Risso που είχαν κάνει το 100 Bullets. Τώρα κάνανε καινούρια σειρά με ποτοαπαγόρευση και λυκανθρώπους. Moυ άρεσε το The Night Of.

Δ.Π.: Εγώ είμαι παλιόRPGας και δυσκολεύομαι γιατί δεν επενδύουν πλέον στην ιστορία. Witcher βαρέθηκα, Dragon Age βαρέθηκα, είμαι της σχολής Baldur’s Gate.

Mια ευχή για το τέλος;

Δ.Π.: Nα βρισκόμαστε να κάνουμε πράγματα. Το σημαντικό για μένα είναι η απόλαυση.

Γ.Γ.: Αν δεν υπάρχει απόλαυση δεν είναι καλό το αποτέλεσμα. Επίσης, χωρίς να το απολαμβάνεις εσύ, ό,τι και να κάνεις, δε θα υπάρξει κανένας που να ενδιαφέρεται γι’ αυτό…

Ο Μπλέ Κομήτης κυκλοφορεί σε περίπτερα και βιβλιοπωλεία στις 22 Σεπτέμβρη.

 

 

Best of internet