Nicéphore Niépce: Η Απαρχή των Πάντων (1826) Είχα γράψει τον τίτλο του άρθρου και σκεφτόμουνα μία καλή εισαγωγή. «Ζωγραφίζοντας με το φως» το ψιθύριζα συνεχώς μέχρι που συνειρμικά ήρθε στο μυαλό μου ο ήλιος. Η φωτογραφία, αυτή καθ’ αυτή ένα είδος ζωγραφικής με φως, το περιβάλλον φως πιο συγκεκριμένα, και αυτό το αποδεικνύει περίτρανα και το γεγονός ότι ο Γάλλος Nicéphore Niépce, ένας απ’ τους πρωτεργάτες της φωτογραφίας, είχε ονομάσει την τεχνική που είχε αναπτύξει «Ηλιογραφία», ήτοι γράφω (στην περίπτωση μας: ζωγραφίζω) με τον ήλιο. Κάπως έτσι καταλήξαμε στη παλιότερή (και θεωρητικά την πρώτη) φωτογραφία (ή ηλιογραφία κατά τον εφευρέτη) που τραβήχτηκε ποτέ. Καμία σχέση με ότι ξέρουμε σήμερα. Ο Γάλλος εφευρέτης με τη βοήθεια μίας camera obscura κατάφερε να αποτυπώσει το 1826 τη θέα από το παράθυρο του δωματίου του, απεικονίζοντας το τοπίο και τα κτήρια από το κτήμα του, το λεγόμενο Le Gras στο Saint Loup de Varennes. Μία χρονοβόρα διαδικασία που απαίτησε 8 ώρες (άλλο ένα κοινό με το light-painting, ο μεγάλος χρόνος έκθεσης) και μία πλάκα από κασσίτερο και μόλυβδο που πάνω της είχε μία επικάλυψη από ένα είδους φυσικής ασφάλτου, ονόματι Άσφαλτο της Ιουδαίας, που αποτελούσε και το φωτοευαίσθητο υλικό. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. William Henry Fox Talbot/ Anna Atkins (1839-1843) Αργότερα, το 1839, ήρθε ο William Henry Fox Talbot, ο εφευρέτης της τεχνικής επεξεργασίας του αρνητικού των φωτογραφιών. Στις μεγάλες καινοτομίες του συγκαταλέγεται και η ύπαρξη της “λανθάνουσας εικόνας” που έριξε κατά πολύ τους απαιτούμενους χρόνους έκθεσης. Ο Talbot, λοιπόν, άρχισε να πειραματίζεται παίρνοντας ένα φύλλο φωτοευαίσθητού χαρτιού και τοποθετούσε πάνω του κάθε λογής αντικείμενα (φωτοδιαπερατά και μη) και τα εξέθετε στον ήλιο. Αυτή η τεχνική (που αργότερα ονομάστηκε φωτόγραμμα) άφηνε ένα ξεκάθαρο περίγραμμα του αντικειμένου πάνω στο φωτοευαίσθητο υλικό (αυτοί οι πειραματισμοί του Talbot αποτέλεσαν τη βάση για πολλά καλλιτεχνικά πειράματα από πολλές εξέχουσες προσωπικότητες του Bauhaus στα 20’s, συμπεριλαμβανομένου και του Man Ray, ο οποίος χρησιμοποιούσε κρυστάλλους άλατος μεταξύ άλλων). Τα φωτογράμματα αυτά εντυπωσίασαν τόσο πολύ μία φίλη του Talbot, την Anna Atkins (η πρώτη γυναίκα φωτογράφος!), η οποία αποφάσισε να εκδόσει ένα βιβλίο με αποτυπώματα από θαλάσσια φύκη το 1843, με τίτλο British algae : Cyanotype Impressions . Τη συγκεκριμένη τεχνική, πέρα από τον Man Ray, θα την εντοπίσουμε και πολύ αργότερα το 1919 στη δουλειά του Γερμανού φωτογράφου Christian Schad, ο οποίος δημιούργησε αφηρημένα κολάζ με μοναδικό σκοπό την έκφραση της καλλιτεχνικότητας. Thomas Eakins (1884) Ο χρόνος πέρασε και φτάσαμε στο 1884, ο Αμερικάνος φωτογράφος Thomas Eakins φωτογράφισε το άλμα ενός ανθρώπου. Η φωτογραφία απεικονίζει το άλμα αυτό σε 8 φάσεις, συμπεριλαμβανόμενες όλες στη ίδια φωτογραφία ταυτόχρονα. Χρησιμοποίησε μία στροβοσκοπική λάμπα παλμών που αναβόσβηνε 8 φορές σ’ ένα σύντομο χρονικό διάστημα και απέδιδε έναν συγκεκριμένο αριθμό αλληλοεπακαλυπτόμενων εικόνων. Την ίδια τεχνική θα τη συναντήσουμε και αργότερα στον Gjon Milli κατά τις δεκαετίες του 1930 – 1940. Étienne-Jules Marey / Georges Demeny (1889) Ο Étienne-Jules Marey και ο Georges Demeny θα συναντηθούν για πρώτη φορά, όταν ο Demeny θα εγγράφει σ’ ένα μάθημα φυσιολογίας που διδάσκονταν από τον πρώτο. Σύντομα οι δυο τους έγιναν στενοί συνεργάτες. Η σύμπνοια των απόψεων τους και το κοινό τους επιστημονικό όραμα τούς οδήγησε στην ίδρυση ενός πρόγραμματος έρευνας, τον πρόδρομο του ιδρύματος «Station Physiologique», το οποίο άνοιξε το 1882 στο Bois de Boulogne. Ο Marey αποστρέφονταν την ζωοτομία καθώς πίστευε πως η χειρουργική επέμβαση συνδέεται με την απώλεια της αντικειμενικότητας και πως όταν ο επιστήμονας εισβάλει τόσο βίαια σε ένα ζώντα οργανισμό, διαταράσσει τη φυσική τάξη ή τις φυσικές λειτουργίες αυτού. Οπότε, ανέπτυξε μία εκλεκτική αναπαράσταση του ανθρώπινου σώματος. Το 1889, ο Étienne-Jules Marey τοποθέτησε λαμπτήρες πυρακτώσεως στις αρθρώσεις του βοηθού του, Georges Demeny, καθώς αυτός κινούνταν μπροστά στη κάμερα και δημιούργησε την πρώτη Light -Painting φωτογραφία (ή φυσιογραφία ελληνιστί) γνωστή ως “Pathological Walk From in Front”. Η φωτογραφία αυτή φυσικά δεν αποτελεί κάποια καλλιτεχνική απόπειρα· τουναντίον, είναι το απότοκο μίας αυστηρής επιστημονικής μελέτης πάνω στην κινησιολογία. Ωστόσο, το ντοκουμέντο αυτό αποτελεί την πρώτη συνειδητή προσπάθεια στην ανθρώπινη ιστορία να καταγραφούν τα ίχνη που αφήνει πίσω της μια κινούμενη πηγή φωτός. Anton Giulio Bragaglia (1913) Ήδη από την δημοσίευση του 1 ου Μανιφέστο του Φουτουρισμού από τον Ιταλό ποιητή Fillipo Tomasso Marinetti, ένα παιάνα στην ταχύτητα και στην τεχνολογική πρόοδο, η ανάγκη για την απεικόνιση της κίνησης συνεχώς βρίσκει όλο και περισσότερους οπαδούς. Το 2 ο Μανιφέστο γραμμένο από τον Umberto Boccioni αυτή τη φορά καλούσε τους καλλιτέχνες να αποδώσουν την κίνηση εικονοπλαστικά στα πρότυπα της χρονοφωτογραφίας του Étienne-Jules Marey. Οι οπαδοί του νατουραλισμού, βέβαια, διαφώνησαν προτιμώντας την διαύγεια των εικόνων του Muy-Bridge έναντι αυτών της κίνησης αυτών του Marey. Αλλά για εκείνους που επιζητούσαν τη συσκότιση της ακριβής φύσης των πραγμάτων, που ήθελαν να δώσουν προτεραιότητα στις πιο αφηρημένες πλευρές της πραγματικότητας, στην ίδια τη κίνηση δηλαδή και όχι στα εν κινήσει αντικείμενα, οι εικόνες του Marey συνιστούσαν μία θαυμάσια αφετήρια για τις τέχνες του 20 ου αιώνα. Αυτή η επιθυμία για την αποτύπωση των φάσεων της κίνησης ήταν το κύριο γνώρισμα του Φουτουρισμού που από το 1913 άρχισε να κερδίζει πολλούς οπαδούς στη φωτογραφία, με αξιολογότερους τον Anton Giulio και τον αδερφό του, Arturo Bragaglia. Ήδη τον ίδιο χρόνο ο Anton Giulio Bragaglia στο μανιφέστο του Fotodinamismo Futurista (Φουτουριστικός Φωτοδυναμισμός) έθετε τα θεμέλια για μία προσέγγιση στο φωτοδυναμισμό, που, ακολουθώντας το παράδειγμα του Marey, ανέλυε την κίνηση στις συστατικές της στιγμές, οι οποίες αποδίδονταν με θολωμένες μορφές. Frank Gilbreth (1914) Το αμερικάνικο ανάλογο της “επιστήμης εργασίας” του Marey ήταν οι τεχνικές “επιστημονικής διαχείρισης” του Frederick Winslow Taylor. Από το 1911, ο Frank Gilbreth, μεγάλος οπάδος του Taylor, συνεπικουρούμενος από τη σύζυγο του, Lillian Moller Gilbreth, χρησιμοποίησε τις χρονόφωτογραφικές τεχνικές του Marey για να ξεχωρίσει, να αναλύσει και να αναδιοργανώσει τις κινήσεις ενός ανθρώπου που εργάζεται. Ο απώτερος σκοπός των μελετών του Gilbreth ήταν η λεγόμενη “απλούστευση εργασίας”. Το ζεύγος Gilbreth εργαζόταν πάνω στην ανάπτυξη τρόπων και κινησιολογιών μοτίβων που θα οδηγούσαν στην αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων μέσω της διευκόλυνσή τους στο εργασιακό τους αντικείμενο. Ακριβώς μία δεκαετία μετά (1924) στη Σοβιετική Ρωσία, ο επικεφαλής του Κεντρικού Ινστιτούτου Εργασίας, Alex Gastev, διεξήγαγε και ο ίδιος μία αντίστοιχη έρευνα πάνω στη εργονομία του εγχώριου εργατικού συστήματος χρησιμοποιώντας ακριβώς τις ίδιες τεχνικές με τον Gilbreth. Laszlo Moholy-Nagy (1922-1936) Ο Ουγγρο-Εβραίος László Moholy – Nagy ήταν κατά κύριο λόγο ζωγράφος επηρεασμένος από τον εξπρεσιονισμό, ώσπου γνώρισε και τη φωτογραφία από έναν φίλο του, τον Érzsi Landau, που είχε δικό του εργαστήριο στη Βουδαπέστη. Ο Mohony – Nagy, όντας πολυτάλαντος, ασχολήθηκε με τη φωτογραφία, την τυπογραφία, τη γλυπτική, τη ζωγραφική και τον βιομηχανικό σχεδιασμό. Η φωτογραφία ήταν από τις κύριες ασχολίες του, ωστόσο, και χρησιμοποίησε τον όρο “New Vision” (Νέα Οπτική), για να περιγράψει τις απόψεις του πάνω σ’ αυτή. Σύμφωνα με αυτές, η φωτογραφία πρέπει να καταγράφει τον κόσμο με τρόπο που δεν μπορεί να το συλλάβει το ανθρώπινο μάτι. Συγκέντρωσε τις θεωρίες και τις εισηγήσεις του σε ένα βιβλίο με τίτλο “The New Vision, from Material to Architecture”. Ο γνωστός καλλιτέχνης βελτιστοποίησε την τεχνική του Talbot, το φωτόγραμμα, με τη χρήση ημιδιαπερατών υλικών που διαθλούσαν το φως και την προσθήκη πινελιών φωτός με τη βοήθεια ενός φακού στον περιβάλλοντα φυσικό φωτισμό. Επιπροσθέτως, ο Mohony – Nagy ήταν ο πρώτος που φωτογράφισε, χρησιμοποιώντας μεγάλης διάρκειας εκθέσεις, κινούμενα φωταγωγημένα μέρη διαφόρων μηχανημάτων. Η τεχνική αυτή, εν τέλει, ονομάστηκε Lumino Kinetic Art . Με ποιο γνωστή εικόνα που προέκυψε από αυτή τη τεχνική να είναι η επονομαζόμενη ‘’L ight Painting on Hinged Celluloid’’ (1936). Και πιθανότατα, είναι η πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά στον όρο “Light Painting”. Όπου στην εικόνα πράγματι βλέπουμε ένα περίπλοκο σχέδιο φωτός. Man Ray (1935) Ο πρώτος καλλιτέχνης μετά τον László Moholy – Nagy που ασχολήθηκε εκτενώς με τη φυσιογραφία και με τα σκίτσα φωτός γενικότερα ήταν ο Αμερικάνος Man Ray (ρώσικης καταγωγής, πραγματικό όνομα: Emmanuel Radnitsky). Ο Man Ray ήταν γνωστός για την avant-garde φωτογραφία του. Καταπιάστηκε βέβαια με πάρα πολλά μέσα ώστε να εκφράσει και να εξωτερικεύσει το θυμικό του (κινηματογράφος, φωτογραφία, ποίηση), αλλά θεωρούσε τον εαυτό του ζωγράφο πάνω απ’ όλα. Η πρώτη συνεισφορά του Man Ray στο light-painting ήρθε με τη σειρά εικόνων του ιδίου ονόματι “Space Writing”. Ο Man Ray πειραματιζόταν συνεχώς πάνω σε διάφορες τεχνικές και τεχνολογικές προσεγγίσεις που αφορούσαν τη ζωγραφική φωτός. Έτσι το 1935, ο Αμερικάνος καλλιτέχνης ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε μία τροποποιημένη πηγή φωτός που ονομάζεται σήμερα “light pen”, ουσιαστικά μία πένα που στην άκρη της έχει μία μικρή λάμπα. Η τεχνική αυτή λειτουργούσε ως εξής: μία κινητή πηγή φωτός (μια μικρή λάμπα με ένα ικανοποιητικού μήκους καλώδιο ή ένα μικροσκοπικό φακό) κινείται ντελικάτα από το χέρι του καλλιτέχνη στο χώρο σαν να ζωγραφίζει ο ίδιος με πραγματικό πινέλο πάνω σε καμβά. Σε χαμηλές ταχύτητες κλείστρου, η τροχιά του λαμπτήρα καταγράφεται ως ένα φωτεινό μονοπάτι αποτελούμενου από διάφορους σχηματισμούς, όπως μικρούς στρόβιλους και λαμπυρίζοντες γιρλάντες, αιωρούμενοι στο κενό. Ουσιαστικά, αυτός ήταν και ο λόγος που ο Man Ray ονόμασε το έργο του “Space Writing”, “γραφή στο κενό” δηλαδή. Ο Man Ray αναφερόμενος στο έργο του, μεταξύ άλλων λέει: «Τα αντικείμενα μου σχεδιάζονται για να διασκεδάσουν, να ενοχλήσουν, να συγχύσουν, να σπαζοκεφαλιάσουν και όχι για να προκαλέσουν θαυμασμό για την αρτιότητα της τεχνικής που συνήθως αποδίδεται ή κοστολογείται σε αντικείμενα που χαρακτηρίζονται σαν έργα τέχνης». Και θα μείνουμε στο θέμα της σπαζοκεφαλιάς. Το 2009, η διάσημος Αμερικανίδα φωτογράφος Ellen Carey, οπαδός του Man Ray, εξέταζε προσεκτικά μία από τις πολλές αυτοπροσωπογραφίες του και εντόπισε έκπληκτη μέσα στο χάος από γραμμές φωτός το αυτόγραφο του ίδιου του μεγάλου καλλιτέχνη. Η Carey έκανε μια κατοπτρική εικόνα της αυτοπροσωπογραφίας του Man Ray και έτσι μπορούσε να διακρίνει πια ξεκάθαρα τα αρχικά του, Μ και R. Με μία πιο προσεκτική ματιά, το εκ πρώτης όψεως ακανόνιστο σχήμα σταδιακά αποκάλυπτε μπροστά σου την υπογραφή του Man Ray, μια εντελώς ξεχωριστή υπογραφή, αναμφισβήτητα. Gjon Mili (1930-1940) Ο Gjon Mili γεννήθηκε to 1904 στην Αλβανία και μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1923 σε ηλικία περίπου 19 ετών για να ξεκινήσει τις σπουδές του ως ηλεκτρολόγος–μηχανικός στο ΜΙΤ. Το 1927 αποφοιτεί από το ΜΙΤ και ξεκινά να εργάζεται στον ερευνητικό τμήμα της εταιρίας Westinghouse Lamp Company μέχρι το 1937. Μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία συνεχίσε να εξασκεί το πάθος του για τη φωτογραφία ως ερασιτέχνης ταυτόχρονα με τη δουλειά του πάνω στην έρευνα· δουλειά που εγκατέλειψε όταν οι φωτογραφίες του τενίστα Bobby Rigg δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Life σημαίνοντας έτσι την αρχή της συνεργασίας του με το περιοδικό μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1984. Καταλυτικό ρόλο στην φωτογραφική εξέλιξη του Mili έπαιξε η γνωριμία του με τον Harold Eugene Edgerton, καθώς ήταν το άτομο που τον έφερε σε επαφή με το φωτογραφικό φλας και τη στροβοσκοπική λάμπα παλμών. Ο Harold Eugene Edgerton, όντας ο άνθρωπος που ανέπτυξε το φωτογραφικό φλας και διάφορες τεχνικές γύρω από αυτό, ήταν υπεύθυνος για μερικές από τις διασημότερες φωτογραφίες που έχουν ποτέ τραβηχτεί όπως η σφαίρα που διαπέρνα ένα μήλο και η σφαίρα που σκίζει ένα τραπουλόχαρτο. Ο Gjon Mili εμπνεύστηκε από τις άπειρες δυνατότητες που του παρείχαν τα φλας και τα χρησιμοποίησε για να συλλάβει και να «παγώσει» την κίνηση, με το αντικείμενο ενδιαφέροντος του να κυμαίνεται από χορευτές και μουσικούς μέχρι ζογκλέρ και πατινέρ. Πολλές από τις αξιοσημείωτες εικόνες που προέκυψαν (όπως η δική του προσέγγιση πάνω στο διάσημο πίνακα “ Nude Descending a Staircase ” του Marcel Duchamp), αποκάλυψαν την όμορφη πολυπλοκότητα και τη χαριτωμένη ροή της κίνησης. Οι εικόνες του Mili συνδυάζουν και τις δύο αρετές της εικόνας, τη θολωμένη και τη στιγμιαία. Οι φάσεις τις κίνησης διασπείρονται από ένα σταθερό σημείο, δίνοντας την εντύπωση μορφών που αναπτύσσονται στο χρόνο. Οι τεχνικές του είναι πάρα πολύ διαδομένες ακόμα και σήμερα και χρησιμοποιούνται κατά κόρον από πολλούς light-painting φωτογράφους. Ο Gjon Mili το 1940 αποφάσισε να προσαρμόσει μικρά λαμπιόνια πάνω στα παγοπέδιλα μερικών αθλητών του καλλιτεχνικού πατινάζ και στη συνέχεια άνοιξε το κλείστρο της φωτογραφικής του μηχανής και δημιούργησε μερικές από τις διασημότερες light-painting εικόνες στην ιστορία της φωτογραφίας. Το 1949, ο Gjon Mili εστάλη στη Riviera, Νότιο Γαλλία για να φωτογραφίσει τον Pablo Picasso για λογαριασμό του περιοδικό Life. Εκεί ο Mili έδειξε στον Picasso κάποιες από τις φωτογραφίες του με τους παγοδρόμους να περιστρέφονται σε φωτεινές δίνες. Ο Pablo εμπνεύστηκε ευθύς από τη δουλειά του Milli και με ένα μικρό ηλεκτρικό φως, ο διάσημος καλλιτέχνης ζωγράφισε στον αέρα κενταύρους, ανθρώπινες φιγούρες και την υπογραφή του. Τα έργα εξαφανίστηκαν αμέσως μόλις δημιουργήθηκαν, όμως μέσα από τις φωτογραφίες του Mili άντεξαν στον χρόνο. Αυτή η σύντομη συνάντηση μάς έδωσε μια σειρά από φωτογραφίες που θα γίνονταν αργότερα γνωστές ως τα «Σχέδια Φωτός» του Pablo Picasso. Από όλες αυτές η πιο γνωστή εικόνα είναι αυτή που απεικονίζει τον Picasso να ζωγραφίζει ένα Κένταυρο.