Από κάποιες πλευρές, ο Timothée Chalamet μου θυμίζει έντονα τον Leonardo DiCaprio. Αν θυμάστε, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο DiCaprio έκανε το ντεμπούτο του μέσα από ταινίες κάπως “ανεξάρτητης” υφής, σαν το What’s Eating Gilbert Grape και το The Basketball Diaries, πριν κάνει τον τεράστιο πάταγο αρχικά με το Romeo + Juliet και έπειτα, προφανώς, με το Titanic μέσα στην διετία 1996-1997. Η άνοδος του DiCaprio στο στερέωμα της pop κουλτούρας είχε κάτι το κοσμογονικό: ήταν ο τέλειος νεαρός χολιγουντιανός σταρ που μπορούσε να ενσαρκώσει το ιδεώδες του σύγχρονου celebrity που συνεπαίρνει ολοκληρωτικά τις καρδιές του κοινού. Και ειδικά του νεαρού γυναικείου κοινού, προφανώς, καθώς η αγορά των νεαρών κοριτσιών γινόταν όλο και πιο δυναμική και κρίσιμη για την πολιτιστική βιομηχανία. Ο DiCaprio ήταν η αφίσα που ήθελαν όλα τα κορίτσια στο δωμάτιό τους, και ήταν το αγόρι που, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ζήλευαν όλα τα άλλα αγόρια. Τηρουμένων των αναλογιών, η άνοδος του Chalamet ως χολιγουντιανού αστέρα και sex symbol απηχεί κάτι από την λεπτεπίλεπτα boyish φυσιογνωμία του DiCaprio, συνοδευόμενη από ένα σπουδαίο υποκριτικό ταλέντο, το οποίο ενίοτε επισκιάζεται από μια καψυποχία εκ μέρους τμήματος του κοινού ακριβώς λόγω της τεράστιας celebrity δύναμης του ηθοποιού. Για τον Chalamet, ο δικός του Τιτανικός ήταν το Call Me By Your Name: μία ταινία πολύ διαφορετική σε κλίμακα και φυσιογνωμία προφανώς, αλλά παρομοίως σε μεγάλο βαθμό στημένη πάνω στην εικόνα και την ομορφιά του νεαρού πρωταγωνιστή της, λες και η βασική της επιδίωξη ήταν πρώτα και κύρια να τον καταστήσει επιθυμητό, να τον εδραιώσει ως νέο Κανόνα για το τι είναι το Ωραίο στο σινεμά. Έπειτα, τόσο οι δεύτεροι ρόλοι του (πχ Lady Bird και Little Women) όσο και οι πρωταγωνιστικοί (το The King, το Wonka, και πάνω απ’ όλα το Dune) κεφαλαιοποιούσαν όλο και περισσότερο την δύναμη της εικόνας του Chalamet. Πλέον, όπως και με τον DiCaprio από τον Τιτανικό κι έπειτα, είναι αδύνατο για έναν σκηνοθέτη να χρησιμοποιήσει τον Chalamet χωρίς να αναμετρηθεί με το ερώτημα πώς να μεταχειριστεί την εικόνα του. Υπάρχει όμως και μία ακόμα ομοιότητα με τον DiCaprio, κι αυτή αφορά το γεγονός ότι, όπως τότε έτσι και τώρα, υπάρχει ένα είδος “σινεφιλικής άμυνας” απέναντι στον Chalamet. Κι όταν λέμε “σινεφιλική άμυνα”, εννοούμε την προαναφερθείσα καχυποψία που υποννοεί ότι ο ηθοποιός δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα όμορφο και επιθυμητό πρόσωπο, μια ρηχή και επιφανειακή κατασκευή του θεάματος, χωρίς καλλιτεχνικό βάθος και κινηματογραφική ποιότητα. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι αυτή η κριτική είναι εν πολλοίς συμπλεγματική και προερχόμενη από τον (πάντα εξαιρετικά ευάλωτο) ανδρικό ανταγωνισμό, αλλά είναι ένα φαινόμενο πραγματικό που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει και ο DiCaprio. Σταδιακά, και ειδικά μέσα από τις συνεργασίες του με τον Martin Scorsese στα 00s (ειδικότερα το The Aviator και το The Departed), ο DiCaprio “έπεισε” ότι αξίζει τα παράσημά του. Αντιστοίχως, ο Chalamet βρήκε το δικό του “πρεστίζ” ως leading man στο The French Dispatch, στο Bones and All και στο A Complete Unknown, συνεργαζόμενος με μεγάλους δημιουργούς και κερδίζοντας την θέση του στα κινηματογραφικά φεστιβάλ πέρα από την celebrity κουλτούρα. Κάτι έλειπε όμως για να καμφθεί εντελώς αυτή η άμυνα. Έλειπε η αντίστοιχη επιλογή με αυτήν που έκανε ο Leonardo DiCaprio εμπιστευόμενος τον Martin Scorsese στο The Wolf of Wall Street. Δηλαδή μια ταινία και μια ερμηνεία larger-than-life, η οποία δεν θα είναι κολακευτική και στα μέτρα του νεαρού ζεν πρεμιέ, αλλά θα τον “ασχημαίνει” και θα τον “τσαλακώνει”, ώστε να εξυπηρετήσει έναν μεγαλύτερο σκοπό. Ο σκοπός αυτός είναι να γίνει κινηματογραφικό σύμβολο, ένας Μεγάλος Αμερικάνικος Ήρωας, που μέσα στην άνοδο και την πτώση του η μάζα θα βρει μια σύνδεση μυθική και υπερβατική. Για τον Chalamet, αυτή η επιλογή ήταν να εμπιστευθεί τον Josh Safdie στο Marty Supreme, το οποίο κυκλοφορεί αυτήν την βδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες έχοντας πίσω του ένα γιγάντιο marketing hype, ένα πάρα πολύ καλό word of mouth, και σταδιακά και τα πρώτα μεγάλα βραβεία ερμηνείας στην καριέρα του Chalamet, όπως αυτά στα Critics’ Choice Awards και ακόμα πιο πρόσφατα στις Χρυσές Σφαίρες όπου έφυγε με το βραβείο καλύτερου ηθοποιού σε μιούζικαλ ή κωμωδία (ας μην ανοίξουμε εδώ το θέμα των κατηγοριών στις Χρυσές Σφαίρες). Υπάρχουν πολλά, πάρα πολλά να πούμε για το Marty Supreme, και θα τα πούμε εν καιρώ και με άλλες αφορμές, αλλά για αρχή ας εστιάσουμε πως η συνάντηση του Chalamet με τον Safdie ήρθε ακριβώς την κατάλληλη στιγμή που περιμέναμε το επόμενο βήμα του ηθοποιού και το επόμενο βήμα του σκηνοθέτη. Ο Chalamet προέρχεται από τον Bob Dylan του A Complete Unknown, σε μια αρκετά Oscar-baiting πλην φουλ αξιόλογη ερμηνεία, και σύντομα ετοιμάζεται για την επόμενη blockbuster εμφάνισή του στο τρίτο Dune. Από την άλλη, ο Josh Safdie προέρχεται από τον κινηματογραφικό “χωρισμό” του από τον αδερφό του Benny Safdie, με τον οποίο συνυπέγραψε το Good Time και το Uncut Gems μεταξύ άλλων, τα οποία του καταξίωσαν ως δύο από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου ανήσυχου (υπερβολικά ανήσυχου θα λέγαμε) αμερικάνικου κινηματογράφου. Κι ενώ ο Benny έκανε το σόλο ντεμπούτο του με το The Smashing Machine, κάπως υποτονικό για τα δεδομένα του ντουέτου, το Marty Supreme υποσχόταν μια πιο αυθεντική Safdie εμπειρία: δηλαδή τσιτωμένη, νεοϋρκέζικη, αντι-ηρωική και πλήρως αγχωτική. Η ιστορία του παίκτη πινγκ πονγκ Marty Mauser από την δεκαετία του ’50, πολύ πιο συναρπαστική στην οθόνη απ’ ό,τι ακούγεται στο χαρτί, δίνει στον Chalamet ακριβώς την πλατφόρμα που χρειαζόταν για να λάμψη μέσα από την βρωμιά του. Γιατί ο Marty είναι βεβαίως ένας καθαρά σαφντικός χαρακτήρας, δηλαδή βγαλμένος από τη μεγάλη σχολή βρώμικων και ηθικά γκρίζων αντι-ηρώων της δεκαετίας του ’70, και πράγματι θα βρει κανείς εύκολα το αποτύπωμα του Martin Scorsese και των δικών του αντι-ηρώων, ειδικά εκείνων που έπλασε πάνω στα σενάρια του Paul Schrader όπως στο Taxi Driver και το Raging Bull. Το σινεμά είχε ανάγκη να δει όντως “τσαλακωμένο” τον Chalamet, σε έναν ρόλο αδίστακτου παλιανθρώπου, που η φιλοδοξία του θα παραμερίσει σχεδόν κάθε ηθική αρχή, και θα μας κάνει να δούμε την σαγήνη του (που δεν χάνει ούτε δευτερόλεπτο) να εξυπηρετεί σκοτεινούς σκοπούς. Ο κινηματογράφος άλλωστε είναι η τέχνη της εξαπάτησης, έτσι δεν είναι; Για να είμαι ειλικρινής, παρότι το Marty Supreme ήταν για μένα μία από τις πιο πολυαναμενόμενες ταινίες των τελευταίων χρόνων, είχα και μια ανησυχία που εν πολλοίς σχετιζόταν με τον ίδιο τον Chalamet. Εδώ και λίγους μήνες, μετά την πρεμιέρα της ταινίας στο φεστιβάλ της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο, η A24 έχει κάνει ένα άνευ προηγουμένου marketing campaign για την ταινία δεδομένου του μεγέθους της παραγωγής της και του στούντιο γενικότερα. Σίγουρα θα έχετε δει μέχρι τώρα σε Instagram ή TikTok το ειρωνικό Zoom call του Chalamet με την ομάδα μάρκετινγκ της A24 για το πρόμο της ταινίας, το γιγάντιο ζέπελιν, το αντιανεμικό Marty Supreme που έγινε ανάρπαστο, την συμμετοχή των celebrities και κυρίως της Kylie Jenner προφανώς, τα Google easter eggs, το ρεμίξ με τον Βρετανό τράπερ EsDeeKid κλπ. Με βάση τα διαφημιστικά και εμπορευματικά κριτήρια, έχουμε ένα αντικειμενικά έξυπνο και αποτελεσματικό marketing campaign. Αξιοποίησε στο έπακρον την γλώσσα και την δυναμική των σύγχρονων social media, την σύγχρονη celebrity κουλτούρα και την επιθυμία του κοινού να γίνει “μέρος του αστείου”. Είναι ένα μοντέλο μάρκετινγκ που το είδαμε με την Barbie το 2023, το οποίο προσπάθησε να πιάσει το virality και την σύγχρονη online κουλτούρα με τρόπο άνευ προηγουμένου, βάζοντας τον θεατή ενεργητικά στο διαφημιστικό/εμπορευματικό παιχνίδι (ακόμα και χωρίς να το καταλαβαίνει) και μετατρέποντας την ταινία περισσότερο σε ένα υπο-προϊόν της ίδιας της διαφήμισης και του εμπορεύματος, παρά το αντίθετο. Εκεί βέβαια η Barbie ήταν ήδη ένα προϊόν, όχι μια καλλιτεχνική ιδέα. Δηλαδή ανήκε ήδη στον κόσμο του εμπορεύματος και όχι της τέχνης, παρότι στην καπιταλιστική πολιτιστική βιομηχανία κάθε έργο τέχνης είναι αναγκαστικά και εμπόρευμα. Το Marty Supreme είναι όμως διαφορετική περίπτωση. Είναι μια πιο “καλλιτεχνική” ταινία, φτιαγμένη από έναν εδραιωμένο αλλά και πολλά υποσχόμενο δημιουργό, με πρωτότυπο σενάριο, προερχόμενη από ένα “indie” στούντιο (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό πια). Έτσι, καταλήξαμε να δούμε μια άνευ προηγουμένου εμπορευματοποίηση μιας προωθητικής καμπάνιας για μια ταινία που θεωρητικά ούτε προέρχεται ούτε στοχεύει στο απολύτως mainstream κινηματογραφικό κοινό. Η ανησυχία μου λοιπόν ήταν ότι πιθανόν να είχαμε μια περίπτωση όπου το πρόμο θα είχε τον πρώτο ρόλο και η ταινία τον δεύτερο – πέραν του ότι δηλαδή δεν είναι καθόλου απίθανο το μέσο πιτσιρίκι στις ΗΠΑ να περιμένει να δει ένα ακόμα Dune με τέτοια προώθηση, και πιθανώς να απογοητευτεί άμα αντί γι’ αυτό πάρει μια κινηματογραφική κρίση πανικού για έναν παίκτη πινγκ πονγκ του 1950. Ευτυχώς, όμως, η ταινία υπερτερεί. Και, κυρίως, υπερτερεί η ερμηνεία του Chalamet. Το αποτέλεσμα είναι ότι, αν μη τι άλλο, ξεχνάς τον “θόρυβο” γύρω από την ταινία, και εστιάζεις στο περιεχόμενο. Η Χρυσή Σφαίρα που κέρδισε ο Chalamet είναι βέβαιο πως είναι μόνο η αρχή, και το πιθανότερο είναι πως στις 16 Μαρτίου θα φύγει και με το αντίστοιχο Όσκαρ στα χέρια του. Με ή χωρίς αυτό, όμως, η ερμηνεία του στο Marty Supreme παραμένει ένας κινηματογραφικός θρίαμβος. Και αυτό καθιστά το επόμενο βήμα του ακόμα πιο συναρπαστικό και ενδιαφέρον, γιατί το μέλλον του ανήκει.