Έχετε κι εσείς την αίσθηση πως τα τελευταία αρκετά χρόνια λείπουν από το σινεμά οι *λετζίτ* καλές κωμωδίες; Δηλαδή οι κωμωδίες που, οκ, προφανώς σε κάνουν να γελάς – μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό, είναι το αλάνθαστο κριτήριο της αυθόρμητης αντίδρασης που επιβεβαιώνει τον κανόνα πως, όπως και να το κάνουμε, η κωμωδία πρέπει να είναι αστεία. Κι εκτός αυτού όμως, μιλάμε για κωμωδίες οι οποίες ταυτόχρονα ικανοποιούν και πιο “κινηματογραφικά” κριτήρια, δηλαδή να είναι καλογραμμένες, καλοπαιγμένες και καλογυρισμένες. Και, ακόμα περισσότερο, να τοποθετούνται έξυπνα και με ενδιαφέροντα τρόπο στην ίδια την ιστορία της κωμωδίας, να επικοινωνούν δημιουργικά με ρεύματα και σχολές του παρελθόντος, και να προτείνουν έναν συνεκτικό δρόμο για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει η κωμωδία που συνοψίζει την εποχή μας και ταιριάζει στο παρόν μας – τόσο ως προς τα θέματά της και τα “αντικείμενα” του χιούμορ της, αλλά και ως προς την κινηματογραφική της ματιά και την αισθητική της πρόταση. Το χιούμορ άλλωστε είναι πάντα στενά δεμένο με την εποχή του, και τις τελευταίες δεκαετίες η πιο σύγχρονη και πρωτοπόρα κωμική δημιουργία μοιάζει να διοχετεύεται λιγότερο στη μεγάλη οθόνη, όπως συνέβαινε πχ στην εποχή του Mel Brooks, του Woody Allen και των Monty Python, και περισσότερο να διαχέεται σε διάφορα κανάλια του μιντιακού οικοσυστήματος του 21ου αιώνα: από τα τηλεοπτικά sitcoms και τα stand-up specials μέχρι τα σκετσάκια στα social media και το shitposting σε meme σελίδες. Εκτός αυτού, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε την άνοδο ενός κυνικού ειρωνικού πνεύματος στην ποπ κουλτούρα που διαπερνάει όλο και περισσότερα πολιτισμικά προϊόντα, δίνοντάς τους μια κωμική/σατιρική υφή ακόμα κι αν δεν μιλάμε για καθαρόαιμες κωμωδίες πια. Με την meta ειρωνεία να κερδίζει έδαφος, η κωμωδία ως ύφος εισχωρεί υβριδικά όλο και περισσότερο σε άλλα genres. Ας πούμε, οι ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου όπως το The Favourite, το Poor Things και εσχάτως το Bugonia έχουν ένα βαθιά κωμικό/σατιρικό DNA. Θα τις ονομάζαμε όμως ποτέ *κλασικές* κωμωδίες; Ερώτημα. Τέτοιες σκέψεις μου ήρθαν στο μυαλό αναμένοντας την πρεμιέρα του Good Fortune (Τύχη Βουνό ελληνιστί) που κυκλοφορεί αύριο στα σινεμά, και το οποίο αφηγείται την ιστορία ενός αγγέλου από τον Παράδεισο (του Γαβριήλ, για την ακρίβεια), ο οποίος βλέποντας τον φτωχό Aρτζ να παλεύει να τα βγάλει πέρα με λογαριασμούς που τρέχουν και όνειρα που ματαιώνονται, αλλά και το αφεντικό του Αρτζ, τον tech bro ξαπιταλιστή Τζεφ, να κάνει την φασάρα του με πισίνες και αμαξάρες, αποφασίζει να τους αλλάξει ζωές για να τους δείξει πως τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία και τα λοιπά και τα λοιπά. Κι ενώ τα πράγματα ξεκινάνε σαν ένα σύγχρονο remake του κλασικού It’s A Wonderful Life με αισιοδοξία για την ζωή και την ανθρωπότητα, ο άγγελος της ταινίας προφανώς τα κάνει σκατά και η κατάσταση μπουρδουκλώνεται σε ένα υπερφυσικό ταξικό τουρλουμπούκι στο σύγχρονο Λος Άντζελες του Silicon Valley, του gig economy και του καπιταλισμού των πλατφορμών. Υποσχόμενο premise σίγουρα, αλλά αυτό που μας κίνησε άμεσα το ενδιαφέρον (και επιτάσσει επίσκεψη στο σινεμά για να κρίνουμε ιδίοις όμμασι), είναι τα ονόματα των βασικών δημιουργών και πρωταγωνιστών. Στον ρόλο του αγγέλου βρίσκουμε τον Keanu Reeves, στον ρόλο του καλοήθους Elon Musk είναι ο Seth Rogen, ενώ ο φτωχός της ιστορίας μας είναι ο Aziz Ansari, ο οποίος υπογράφει επίσης το σενάριο, την σκηνοθεσία και την παραγωγή της ταινίας. Αυτή η συνάντηση δεν μας δείχνει μόνο τρία ονόματα (και τρεις φάτσες) που εν γένει χαιρόμαστε να βλέπουμε στην οθόνη. Μας αποκαλύπτει επίσης την διασταύρωση ανάμεσα σε τρεις φιγούρες που με τον τρόπο τους συμπυκνώνουν τις διαφορετικές φάσεις και τάσεις της αμερικάνικης κωμωδίας τις τελευταίες δεκαετίες, συνοψίζοντας τι έχουμε δει μέχρι τώρα στην κωμωδία του 21ου αιώνα και τι θα μπορούσαμε ίσως να δούμε στο μέλλον. Πιο συγκεκριμένα, o Rogen υπήρξε σύμβολο της νέας ανδρικής καφροκωμωδίας των 00s, ο Ansari αναδείχθηκε μέσα από το sitcom και το stand-up comedy ως ένα γουντιαλενικός δημιουργός, και ο Keanu Reeves… είναι ο Keanu Reeves: δηλαδή ένας ιδιαίτερος ηθοποιός που εκπροσωπεί μια αναβίωση του παλιού χολιγουντιανού stardom ως αλλόκοτη meta κωμωδία. Στα μέσα των 00s, ο Rogen υπήρξε στο επίκεντρο του τελευταίου ρεύματος που ανανέωσε την αμερικάνικη κινηματογραφική κωμωδία. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό το ρεύμα “νέα ανδρική κωμωδία” και είχε ως βασικούς συντελεστές τον Rogen ως σεναριογράφο και πρωταγωνιστή, τον Evan Goldberg ως συν-σεναριογράφο του τις περισσότερες φορές, τον Judd Apatow ως παραγωγό και ιθύνοντα νου πίσω από τις περισσότερες ταινίες, κι ένα σύνολο ιδιαίτερων και ταλαντούχων φίλων/ηθοποιών γύρω τους όπως ο James Franco, o Jonah Hill και ο Michael Cera. Ταινίες σαν το The 40-Year-Old Virgin, το Knocked Up, το Superbad, το Funny People και το Pineapple Express δημιούργησαν ένα νέο είδος καφροκωμωδίας με έναν ευαίσθητο συναισθηματικό πυρήνα γύρω από loser ήρωες και beta αρρενωπότητες, καλώντας έτσι σε ταύτιση τις μάζες των nerd/geek πιτσιρικάδων που μεγάλωσαν με τηλεόραση και video games την δεκαετία του ’90 και του 2000. Την ίδια περίπου περίοδο, ο συνομίληκος του Rogen Aziz Ansari, και με τον οποίο συνυπήρξε στο cast του Funny People, ξεκινούσε τα πρώτα του βήματα προς την διασημότητα ως Tom Haverford στο Parks and Recreation, ένα από τα επιδραστικότερα αμερικάνικα sitcoms των 10s που συνδύαζε την meta ειρωνεία με την συναισθηματική ειλικρίνεια. Την ίδια περίοδο ο Ansari έδειχνε ότι έχει ένα μεγαλύτερο “όραμα” για την κωμωδία του, τόσο μέσα από τις stand-up παραστάσεις του όσο και, κυρίως, μέσα από την προσωπική του τηλεοπτική σειρά, το Master of None, μια υβριδική τραγικωμωδία με αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά που μας έδειξε έναν Ansari με φιλοδοξίες να ενώσει την “χαμηλή” και την “υψηλή” κουλτούρα, συνδυάζοντας το χιούμορ της αμερικάνικης τηλεόρασης με ευρωπαϊκές κινηματογραφικές αναφορές. Ο Ansari εκπροσώπησε έτσι μια άλλη πτυχή της “loser” αρρενωπότητα σε σχέση με την καλοήθη καφρίλα του Rogen, πιο διανοούμενη, πιο αναστοχαστική και πιο αυτοαναφορική. Με άλλα λόγια, πιο γουντιαλενική – τον οποίο Woody Allen, κατά μία ιστορική ειρωνεία, ακολούθησε μέχρι και στο “cancel” (από το οποίο “επέστρεψε” με έναν καλλιτεχνικά δημιουργικό τρόπο στην δεύτερη σεζόν του Master of None). Έκτοτε, περιμέναμε με μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Ansari, αφού ούτως ή άλλως είχε εξελιχθεί σε έναν εντελώς “κινηματογραφικό” auteur της μικρής οθόνης καθώς έγραφε, έπαιζε και σκηνοθετούσε με μια φιλοδοξία καθαρά σινεματική. Αυτό το ντεμπούτο αναμενόταν με το Being Mortal το 2022, αλλά τελικά η παραγωγή του ναυάγησε, και έτσι ο Ansari μετακινήθηκε προς το Good Fortune, το οποίο έπειτα από μεγάλες καθυστερήσεις λόγω της απεργίας των σεναριογράφων το 2023, ολοκληρώθηκε τελικά φέτος και έκανε την πρεμιέρα του στο φεστιβάλ του Τορόντο τον Σεπτέμβριο, ενώ αυτήν την βδομάδα κυκλοφορεί στις κινηματογραφικές αίθουσες. Καθόλου τυχαία, στην ταινία ο Seth Rogen και ο Aziz Ansari, και όσα κουβαλάνε συμβολικά μαζί τους, διασταυρώνονται με τον Keanu Reeves, μια εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση ηθοποιού που έχει διαγράψει έναν μοναδικό δρόμο στην κινηματογραφική κωμωδία του Hollywood – ειδικά σε εκείνες τις περιπτώσεις που όχι μόνο οι ταινίες του δεν θεωρούνται τυπικά κωμωδίες, αλλά κι οι ερμηνείες του ακόμα δεν λογίζονται παραδοσιακά ως “κωμικές”. Πράγματι, ο Reeves, μια γενιά πίσω από τους Rogen-Ansari (και ένας από τους action stars με τους οποίους μεγάλωσαν αμφότεροι), αναδείκνυε το ιδιαίτερο κωμικό του ταλέντο σε κατεξοχήν μη-κωμικούς ρόλους, δίνοντας μια λεπτή ειρωνική/σατιρική νότα ακόμα και σε πράγματα που δεν είχαν (ή δεν σκόπευαν να έχουν) κανένα κωμικό στοιχείο. Ας σκεφτούμε πχ τις ερμηνείες του στο Point Break ή το Speed, και έπειτα στο The Devil’s Advocate και βεβαίως στην τριλογία του Matrix: αυτό που εν μέρει έμοιαζε ως “ψυχρές” και “νεκρές” ερμηνείες δεν ήταν απαραίτητα σημάδι ενός “κακού” ηθοποιού (όπως συχνά κατηγορήθηκε ο Reeves) αλλά σημάδι ενός κωμικού ταλέντου που δεν αξιοποιούταν ως τέτοιο και απλά τρύπωνε ακόμα και εκεί όπου δεν ήταν η θέση του. Ξέραμε άλλωστε πως ο Reeves ήταν εξαιρετικός στην deadpan κωμωδία του νεκρού βλέμματος από τις ταινίες Bill & Ted στην αρχή της καριέρας του, και αυτό του ταλέντο επανεκτιμήθηκε και επανανακαλύφθηκε μαζικά μέσα από το franchise του John Wick από το 2014 κι έπειτα – όπου η κωμωδία δεν αποτελεί comic relief από την δράση, αλλά είναι ενσωματωμένη μέσα σε όλη την δράση και όλη την κατασκευή της ταινίας ως υπόγειο, ειρωνικό, σατιρικό DNA – ένα DNA που εν πολλοίς οφείλεται στην φιγούρα του Keanu Reeves και το αυτοαναφορικό παιχνίδι με το παρελθόν του ως “σοβαρός” action star. Επομένως, αν σε μια τριάδα τύπου Καλός-Κακός-Άσχημος ο Rogen ήταν ο Κάφρος και o Ansari ήταν ο Νευρωσικός, τότε ο Reeves υπήρξε ο Αλλόκοτος, ένας κωμικός ηθοποιός σε μη-κωμικούς ρόλους που η ιστορική πορεία του αμερικάνικου σινεμά έφερε στην επιφάνεια την κωμική αξία του (σε βαθμό που πλέον έχει μετατραπεί σε meme, δηλαδή σε στοιχείο της σύγχρονης λαϊκής κουλτούρας και του ανώνυμου συλλογικού χιούμορ). Τέτοιες συναντήσεις ανοίγουν δημιουργικές δυνατότητες που είναι απολύτως απαραίτητες για την αμερικάνικη κωμωδία. Παρότι η γλώσσα και το ύφος της έχουν διεθνοποιηθεί από την δεκαετία του ’90 κι έπειτα, σε βαθμό που να έχουν γίνει παγκόσμια ποπ κουλτούρα για όλον τον πλανήτη, υπάρχει μια έλλειψη στην παραγωγή *λετζίτ* καλών χολιγουντιανών κωμωδιών. Κι αν υπάρχει ένας δημιουργός που μεταξύ άλλων εμπιστευόμαστε να βοηθήσει σε αυτήν την κατεύθυνση, αυτός είναι ο Aziz Ansari.