Πέντε γεμάτες μέρες στο κινηματογραφικό φεστιβάλ Κύματα της Κεφαλονιάς, το 5ο κατά σειρά που πραγματοποιείται από το 2022 κι έπειτα στο νησί (για την ακρίβεια στον Θαλασσόμυλο λίγο έξω από το Αργοστόλι), ήταν παραπάνω αρκετές για να καταλάβει κανείς πως πρόκειται για μια διοργάνωση που έχει ξεκάθαρη συναίσθηση της καλλιτεχνικής ταυτότητας, του τοπικού χαρακτήρα και της πολιτισμικής της λειτουργίας. Ας ξεκινήσουμε από την προβολή της Σπασμένης Φλέβας του Γιάννη Οικονομίδη, η οποία σχεδόν αυτόματα και αυτονόητα έγινε νοητό κέντρο του φεστιβάλ. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι, μετά από την χειμερινή πορεία στις αίθουσες κατά την οποία έκοψε πάνω από 150.000 εισιτήρια, η ταινία περνάει μια καλοκαιρινή β’ διανομή που την ριζώνει περισσότερο στην συλλογική κοινωνική εμπειρία: προβολές και συζητήσεις σε κινηματογραφικές λέσχες, βιβλιοπωλεία, και επαρχιακά καλοκαιρινά φεστιβάλ – δείχνοντας την αντοχή της σαν κάτι περισσότερο από εμπορική επιτυχία, δηλαδή ως ένα λαϊκό πολιτισμικό φαινόμενο. Θα σταθώ λίγο παραπάνω στο “επαρχιακό κινηματογραφικό φεστιβάλ“, αφού τέτοιο είναι και τα Κύματα στην Κεφαλονιά. Έτυχε να είναι το δεύτερο παραπλήσιο φεστιβάλ που επισκέπτομαι φέτος, και παρατήρησα κάποια πράγματα σε αυτό το φεστιβαλικό μοντέλο που το καθιστούν στα μάτια μου “επαρχιακό” με μια θετική, ουσιαστική και κινηματογραφικά χρήσιμη έννοια. Είναι γνωστό ότι η πολιτισμική υπερ-συγκέντρωση της Αθήνας, σε συνδυασμό με την χρόνια υποβάθμιση του πολιτισμού ως κοινωνικό/δημόσιο αγαθό που χρήζει σταθερής προστασίας και ενίσχυσης, και βεβαίως τις συνέπειες της χρόνιας οικονομικής κρίσης και της στροφής προς την εξατομικευμένη/ιδιωτικοποιημένη ψυχαγωγία των πλατφορμών, έχουν αποκόψει ένα σημαντικό μέρος της περιφέρειας από την κινηματογραφική συλλογική ζωή. Τα σινεμά που έχουν απομείνει στις επαρχιακές πόλεις είναι ελάχιστα, και όσα λειτουργούν κατά κανόνα προσφέρουν μια περιορισμένη επιλογή ταινιών που περιστέλλεται στην εντελώς mainstream κινηματογραφική επικαιρότητα. Φωτεινή εξαίρεση αποτελούν οι (λιγότερες πια δυστυχώς) κινηματογραφικές λέσχες που συγκροτούν μια “από-τα-κάτω” κινηματογραφική δημόσια σφαίρα, ενώ τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια άνθιση των επαρχιακών κινηματογραφικών φεστιβάλ που στήνονται με κρατική ή/και ιδιωτική χρηματοδότηση. Αυτό που μου προκαλεί θετική εντύπωση, εν προκειμένω στα Κύματα, είναι το γεγονός ότι πρόκειται για ένα φεστιβάλ προσαρμοσμένο στα καλώς εννοούμενα “επαρχιακά” μέτρα μιας μικρής πόλης με μεγάλη καλοκαιρινή κίνηση σαν το Αργοστόλι, δηλαδή που δίνει την αίσθηση του χειροποίητου και του μερακλίδικα επαγγελματικού, που σέβεται την μικρή του κλίμακα και δίνει έμφαση στην προσωπική εργασία, επιμέλεια και φροντίδα. Το τονίζω αυτό, γιατί θα μπορούσε κάλλιστα, φερ’ ειπείν, να πακεταριζόταν σαν προκάτ προϊόν για τουριστική κατανάλωση (μιας και ο βιομηχανοποιημένος τουρισμός κάθε άλλο παρά λείπει από την Κεφαλονιά), ή σαν χιπ “ιβεντάκι” για προσωμοίωση αθηναϊκής πολιτισμικής κατανάλωσης που μεταφέρει (και περιφέρει) εκτάκτως την υπερ-κινητική αίσθηση της πόλης στα νησιά για το καλοκαίρι. Επιστρέφοντας στην προβολή της Σπασμένης Φλέβας, το πιο ενδιαφέρον ήταν η συζήτηση μετά με το κοινό. Έχω βρεθεί σε κάμποσες τέτοιες συζητήσεις για την ταινία, και πλέον έχουν εξελιχθεί σε μια αυτοτελή πολιτισμική εμπειρία. Ο λόγος είναι ότι, προφανώς, η ταινία του Οικονομίδη έχει βρει τρόπο να μιλήσει στο ευρύ κοινό με τρόπο που δυσκολεύονται να καταφέρουν οι ελληνικές ταινίες που διεκδικούν ένα καλλιτεχνικό βάθος, μια εγκυρότητα και μια ποιότητα που ξεφεύγει από το αγοραία mainstream πλαίσιο της ποπ κουλτούρας. Υπήρξαν κι άλλες αφορμές που έχουμε μιλήσει για τη Σπασμένη Φλέβα σαν ένα παράδειγμα του Καλού Mainstream που λείπει από το ελληνικό σινεμά και την πολιτισμική εμπειρία ευρύτερα. Τέτοιες συζητήσεις μετά από προβολές δείχνουν την αγωνία του κόσμου να βρει μια κοινή γλώσσα για να μιλήσει πάνω σε αυτήν την κοινωνική και πολιτισμική εμπειρία, έστω και με το “μακρύ του και το κοντό του”. Είναι κάτι που έχει τις σοβαρές και τις καλτ στιγμές του μαζί, αλλά δεν πρέπει να υποτιμηθεί καθόλου σαν πολιτισμική διεργασία, για έναν βασικό λόγο: Φτιάχνει μια λαϊκή πολιτισμική δημόσια σφαίρα, γύρω από μια ταινία που έχει καταφέρει να ξεκλειδώσει ένα νήμα συλλογικού αναστοχασμού πάνω στην σύγχρονη ελληνική κοινωνική εμπειρία. Ε, αυτό είναι σημαντικό, και μερικές φορές χάνεται στην εμπορική κίνηση ή το φεστιβαλικό γκλάμουρ του αστικού κέντρου, ενώ ένα επαρχιακό φεστιβάλ -ειδικά αν δομικά δεν είναι καθόλου σοβαροφανές- ενδέχεται να του δίνει πιο οργανικά και άκοπα τον χώρο που χρειάζεται. Αν πετύχετε λοιπόν προβολή της Σπασμένης Φλέβας με συζήτηση μετά, πάτε ακόμα κι αν την έχετε ξαναδεί, έστω και μόνο για την κουβέντα. Ένα δεύτερο στιγμιότυπο που κρατάω από το φεστιβάλ ήταν η προβολή του φετινού Νόβακ του Χάρη Λαγκούση, το οποίο δεν είχα καταφέρει να δω μέχρι στιγμής. Η ταινία έκανε ελληνική πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πέρσι (δεν την πρόλαβα), ενώ μέσα στον φετινό Ιούνιο έκανε ένα πολύ σύντομο πέρασμα από κάποιες αίθουσες σε περιορισμένη διανομή (πάλι δεν πρόλαβα). Είχα στο νου μου να την αναζητήσω από προτροπές φίλων και γνωστών, οι οποίες συνέκλιναν στο ότι πρόκειται για μια ταινία ξεχωριστή και ιδιόμορφη, που διαφέρει πολύ από τον κανόνα της εγχώριας φεστιβαλικής/arthouse κινηματογραφικής παραγωγής. Ένα sci-fi δράμα για έναν “τρελό επιστήμονα” από την πρώην Γιουγκοσλαβία που λατρεύεται ως σωτήρας από ένα καλλιτεχνικό-επιστημονικό κοινόβιο στην Αθήνα είναι σαν τη μύγα μες στο γάλα, δεν είναι; Τελικά είδα το Νόβακ αυτές τις μέρες στα Κύματα και επιβεβαιώνω ότι, πράγματι, δεν βλέπουμε συχνά τέτοιες ταινίες στην Ελλάδα. Όχι μόνο γιατί είναι εντελώς πρωτότυπο, θεματικά φιλόδοξο και παίζει διαρκώς με το σινεμά είδους, κάτι που τείνουν να αποφεύγουν οι εγχώριοι σκηνοθέτες. Ούτε μόνο γιατί είναι σπάνιο να βλέπουμε ιδιαίτερους και ξεχωριστούς ηθοποιούς σαν τον ήρωα Zlatko Buric (τον Milo της Pusher τριλογίας του Nicolas Winding Refn για τους λάτρεις της high καλτίλας, αλλά και Ρώσο ολιγάρχη στο Triangle of Sadness του Ruben Ostlund) σε ελληνικές ταινίες. Υπήρξε παρών στο φεστιβάλ παρεμπιπτόντως, και γλυκύτατος όσο και ουσιαστικός κατά τη διάρκεια της συζήτησης με το κοινό. Είναι κυρίως, κατά τη γνώμη μου, ότι πολύ δύσκολα θα συναντήσουμε στο ελληνικό σινεμά έναν χαρακτήρα σαν τον Δρ. Νόβακ, κάτι σαν σύγχρονο Βίλχελμ Ράιχ με λίγο από Νικολά Τέσλα και ανατρεπτική ημι-παρανοϊκή ψέκα α λα Bugonia. Είναι κάτι έξω από τα συνηθισμένα, όχι απλώς σαν καλλιτεχνική επιλογή, αλλά ακόμα και σαν ψυχολογικό-ανθρωπολογικό πρότυπο για δημιουργία ενός πρωταγωνιστικού χαρακτήρα – ενώ δεν θα ‘πρεπε. Συχνά το ελληνικό σινεμά εγκλωβίζεται σε υπερβολικά γνώριμα και χιλιοπαιγμένα χαρακτηρολογικά μοτίβα (με *πολλή* οικογενειακή δυσλειτουργία και μπόλικα εθνικά συμπλέγματα και ταλαιπωρημένη αρρενωπότητα), χωρίς έτσι να εξερευνάται το πλήθος των σεναριακών δυνατοτήτων που ανοίγονται – τουλάχιστον στα χαρτιά. Τίποτα το ανθρώπινο δεν θα έπρεπε να είναι ξένο για το κινηματογραφικό βλέμμα και την κινηματογραφική γραφή. Η ταινία βέβαια έχει τις αδυναμίες και τις δυσκολίες της (για κάποιους θα είναι απρόσιτη υφολογικά ή θα κομπιάσει σε ρυθμό, σε άλλους θα κλωτσήσει η αγγλική γλώσσα από Έλληνες ηθοποιούς), αλλά της αξίζει οπωσδήποτε να συναντηθεί με περισσότερα μάτια, και μακάρι το φθινόπωρο να μπει σε ένα νέο κύκλο ειδικών προβολών που θα της επιτρέψουν να πλαισιωθεί όπως της ταιριάζει και να αναγνωριστεί μέσα στην ιδιαιτερότητά της. Φεύγοντας από το φεστιβάλ, η τελευταία ταινία που είδα ήταν οι Απέναντι του Γιώργου Πανουσόπουλου. Είχα χρόνια να το δω. Το θυμόμουν βεβαίως σαν μια από τις πιο κουλ και στυλάτες ταινίες του ελληνικού σινεμά, με μια ισόποσα μυθοποιητική και ρεαλιστική ματιά στην νεανική (υπο)κουλτούρα των 80s, αλλά ομολογώ πως αυτήν την φορά με άγγιξε περισσότερο η ματιά στην απομόνωση και την αλλοτρίωση των χαρακτήρων – και ειδικά η σταδιακή έκπτωση του καταπληκτικού Άρη Ρέτσου από το νυχτερινό μποέμικο κούλνες στην ψυχοσεξουαλική απόγνωση. Η ταινία προβλήθηκε στα πλαίσια του 80s αφιερώματος του φεστιβάλ, μαζί με άλλες ταινίες της δεκαετίας όπως η Φανέλα με το 9 του Παντελή Βούλγαρη, ο Δράκουλας των Εξαρχείων του Νίκου Ζερβού, η Φωτογραφία του Νίκου Παπατάκη και η Ρεβάνς του Νίκου Βεργίτση, οι οποίες συνοδεύονταν κι από μία αρχειακή έκθεση για την πολιτική και πολιτιστική ζωή της Ελλάδας της δεκαετίας του ’80. Όπως συνέβη και σε άλλες χώρες που γνώρισαν ριζοσπαστικά/ανανεωτικά κινηματογραφικά κινήματα στα 60s/70s, η ακόλουθη δεκαετία του ’80 εμφανίζεται κάπως παραγνωρισμένη, παραγκωνισμένη ή υποτιμημένη. Οι δημιουργοί των νέων ρευμάτων του αμέσως προηγούμενου διαστήματος, που στην Ελλάδα κωδικοποιήθηκε ως ΝΕΚ (νέος ελληνικός κινηματογράφος), βρέθηκαν στα 80s μπροστά σε μια νέα ιστορική κατάσταση: Αφανισμός του παλιού εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου, ύφεση του ριζοσπαστισμού της προηγούμενης δεκαετίας, υποχώρηση του ανανεωτικού πνεύματος των νέων δημιουργών, ενσωμάτωση από την επίσημη κουλτούρα του πασοκικού κράτους, άνοδος της παραγωγής της βιντεοκασέτας και γέννηση του “ελληνικού τρας”. Με άλλα λόγια, οι ιδιαίτερες πολιτισμικές συνθήκες της Μεταπολίτευσης που έδωσαν ώθηση στην προηγούμενη δεκαετία, άρχισαν από τις αρχές των 80s και μετά να δίνουν την θέση τους στη νέα εποχή του εκμοντερνισμένου ελληνικού καπιταλισμού της μαζικής κατανάλωσης και κουλτούρας. Έτσι, τα ελληνικά κινηματογραφικά 80s αναδεικνύονται σε μια αντιφατική και ενδιαφέρουσα δεκαετία: μεταβατική περίοδος για τους σκηνοθέτες του ΝΕΚ, αλλά και πεδίο πειραματισμού για τους νέους δημιουργούς που αναζητούν μια νέα ελληνική κινηματογραφική αισθητική. Κι αν οι δεύτεροι στράφηκαν με φρέσκα μάτια στη νεανική κουλτούρα πόλης των αθηναϊκών 80s (βλ. Απέναντι και Ρεβάνς που αναφέρθηκαν πριν), οι πρώτοι από την άλλη παρέδωσαν ταινίες συχνά παραγνωρισμένες σε σύγκριση με τα πρωτύτερα έργα τους. Τέλος πάντων, εν είδει επιλόγου, κι έτσι επειδή το αφιέρωμα μου άνοιξε την όρεξη, έφτιαξα μια προσωπική λίστα με τις 10 αγαπημένες μου ταινίες των ελληνικών 80s, μαζί με ένα μικρό σχόλιο για καθεμιά. 10. Τα Παιδιά του Κρόνου (Γιώργος Κόρρας, 1985) Ο καλύτερος επίλογος-αποχαιρετισμός στην δεκαετία του ’70, της γενιά της και τις ανατρεπτικές της δυνατότητες, μέσα από ένα υπαρξιστικό δράμα μερικών χαμένων παιδιών (που είχαν μεγαλώσει πια) το ’80. 9. Μετέωρο και Σκιά (Τάκης Σπετσιώτης, 1985) Τα ελληνικά 80s βλέπουν το ελληνικό queer σινεμά να ενηλικιώνεται (και να βγαίνει από τη ντουλάπα). Η ταινία του Σπετσιώτη για τον γκέι κομμουνιστή ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη ξεχωρίζει για την ιστορικο-πολική ματιά της. 8. Τηλεκανίβαλοι (Νίκος Ζερβός, 1986) Το νέο ελλληνικό “τρας” των 80s ως ανατρεπτική τέχνη και υποκουλτούρα με την ριζοσπαστική έννοια, και μια πληθωρική σάτιρα του νέου μιντιακού τοπίου πριν καλά καλά αυτό εδραιωθεί. 7. Τόπος (Αντουανέττα Αγγελίδη, 1985) Η αισθητική ολοκλήρωση των μοντερνιστικών πειραματισμών του ελληνικού σινεμά της προηγούμενης δεκαετίας, από την πιο ευρηματικά avant-garde εκπρόσωπό του. 6. Ρεμπέτικο (Κώστας Φέρρης, 1983) Ο Θίασος των 80s σα να λέμε, προσαρμοσμένος στις συνθήκες της δεκαετίας, δηλαδή μια μεγάλη αφήγηση για την ελληνική ιστορία, ερχόμενη όμως αυτή την φορά από μια “ελάσσονα” και περιθωριοποιημένη αφετηρία. Επίσης μια σημαντική στιγμή στην επανανακάλυψη και νομιμοποίηση του ρεμπέτικου τραγουδιού, αλλά και ένα δείγμα του πώς θα μπορούσε να μοιάζει η παράδοση του καλού ελληνικού mainstream σινεμά. 5. Η Φωτογραφία (Νίκος Παπατάκης, 1986) Είναι πολύ χαρμόσυνο γεγονός το ότι έχει επανεκτιμηθεί τόσο έντονα τα τελευταία χρόνια η Φωτογραφία, αλλά και ο Παπατάκης γενικότερα, ειδικά από νεαρότερο σινεφιλικό κοινό που βρίσκει σε αυτόν έναν απίθανο στυλίστα με μεγάλο διανοητικό βάθος. 4. Ένας Ερωδιός για τη Γερμανία (Σταύρος Τορνές, 1987) Προσωπική μου αδυναμία και διαρκής μεγάλη συγκίνηση. Μια λοξή συνάντηση ανάμεσα σε Σταύρο Τορνέ και Σταύρο Τσιώλη, με τον πρώτο να φτιάχνει στο κύκνειο άσμα του μια απροσδόκητα “προσιτή” αλλά και εντελώς προσωπική ταινία, και τον δεύτερο να πρωταγωνιστεί υποδυόμενος μια φανταστική εκδοχή του πρώτου από μια εναλλακτική ιστορική τροχιά. 3. Η Τιμή της Αγάπης (Τώνια Μαρκετάκη, 1983) Από τις πιο underrated ταινίες του ελληνικού σινεμά κατ’ εμέ, και μια ταινία που πρέπει να ξανα-ιδωθεί για να εκτιμηθεί η ματιά της για τη λειτουργία του σινεμά ως κοινωνική κριτική (συγκεκριμένα εδώ μαρξιστική και φεμινιστική). Αξίζει να διαβαστεί και το βιβλίο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη στο οποίο βασίζεται η ταινία. 2. Μεγαλέξαντρος (Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1980) Η πιο υποτιμημένη (και πιο χιουμοριστική!) ταινία του Αγγελόπουλου, αν με ρωτάτε. Σίγουρα τρομάζει η 4ωρη διάρκεια, αλλά βρίσκω πως είναι η κατεξοχήν ταινία-σημείο καμπής για τον σκηνοθέτη, και ένα πολυεπίπεδο ξεκαθάρισμα λογαριασμών εκ μέρους του με τον ελληνικό 19ο και 20ό αιώνα, και ειδικότερα τις επαναστατικές τους παραδόσεις, με όλα τους τα ιστορικά τραύματα. 1. Πρωινή Περίπολος (Νίκος Νικολαΐδης, 1987) Δεν υπήρξε καμία ταινία σαν αυτή στο ελληνικό σινεμά, ούτε πριν ούτε μετά. Ήταν αδύνατον να έχει συλληφθεί από άλλον, και ήταν αδύνατον να επαναληφθεί από άλλον. Ο Νικολαΐδης έφτιαξε το μοναδικό δυστοπικό sci-fi αριστούργημα του ελληνικού σινεμά, και έχουμε να καμαρώνουμε ότι βρίσκεται ανάμεσα στις παγκόσμιες κορυφές του είδους.