Robert Redford, ο τελευταίος των μεγάλων παλαιών του Hollywood

Robert Redford, ο τελευταίος των μεγάλων παλαιών του Hollywood

Αποχαιρετισμός στον σπουδαίο ηθοποιό, σκηνοθέτη, παραγωγό και ιδρυτή φεστιβάλ που έφυγε αφήνοντας πίσω του μια τεράστια κινηματογραφική κληρονομιά

Το εντυπωσιακό και μοναδικό στην περίπτωση του Robert Redford που έφυγε χτες από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών δεν ήταν μόνο η εμβληματική μορφή του, μια φιγούρα που συνδέθηκε όσο λίγες από την εποχή της κι έπειτα με την αίγλη του αμερικάνικου κινηματογράφου ως θέατρο των ονείρων και την ποιότητα των χολιγουντιανών σταρ ως ταυτόχρονα ως μυθικών προσώπων. Και τονίζω το από την εποχή της κι έπειτα, γιατί στα 60s και τα 70s που ανέδειξαν τον Robert Redford ως απόλυτο leading man του Hollywood η οθόνη είχε ήδη αρχίσει να “μικραίνει” και ο κινηματογράφος είχε αρχίσει να μετακινείται σταδιακά από το κέντρο της πολιτιστικής ζωής και της κουλτούρας των εικόνων καθώς η τηλεόραση και η διαφήμιση έφερναν το “θέατρο των ονείρων” στην κοινοτοπία του σαλονιού και της καθημερινής ζωής.

Ούτε ήταν μόνο το γεγονός ότι η ομορφιά και η ευγένεια της μορφής του (μάλλον οι δύο ομορφότεροι της γενιάς τους μαζί με τον Paul Newman, και είναι μεγάλη ευλογία για τα μάτια μας ότι πρωταγωνίστησαν 2 φορές μαζί σε Butch Cassidy and the Sundance Kid και The Sting) συνδυαζόταν με μια ευγένεια πνεύματος που συνόδευε την δημόσια παρουσία του. Ο Redford υπήρξε σύμβολο αυτό που θα λέγαμε “προοδευτική ηθική του χολιγουντιανού σταρ”, με την δύναμη και τα όρια που έχει αυτό στα πλαίσια της πολιτιστικής βιομηχανίας. Ήταν ένας λίμπεραλ σελέμπριτι σε μια εποχή που αυτό ακουγόταν σαφώς λιγότερο κούφιο απ’ ό,τι σήμερα, υποστηρίζοντας με την δημόσια φωνή του τα δικαιώματα των μειονοτήτων, των ομοφυλόφιλων, των αυτοχθόνων, ενώ αναδείκνυε συχνά περιβαλλοντικές/οικολογικές ανησυχίες κόντρα στα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και υπήρξε ενεργός στα κλαδικά/συνδικαλιστικά όργανα των ηθοποιών και των σκηνοθετών. Σίγουρα αυτού του είδους ο σελέμπριτι ακτιβισμός των χολιγουντιανών αστέρων έκανε δικαίως ανέκαθεν φρύδια να σηκώνονται λόγω του συχνά επιδεικτικού/αυτάρεσκου χαρακτήρα του και της χτυπητής αντίθεσης με την συγκέντρωση πλούτου (οικονομικού και συμβολικού) στα χέρια των ίδιων σταρς, αλλά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο Redford ανήκε σαφώς στην πιο “καλοήθη” και ειλικρινή/συμπαθή πλευρά αυτού του φάσματος.

Ούτε και ήταν επίσης μόνο το γεγονός ότι ο Redford υπήρξε ένα από τα εμβληματικά πρόσωπα του 60s/70s Hollywood (όπως ο Warren Beaty και ο Clint Eastwood) που συνδύασαν μια υποκριτική καριέρα με βάθος και ποικιλία με μια στροφή στην σκηνοθεσία που προδίδει ωριμότητα και σιγουριά. Ας θυμηθούμε ότι ο Redford έπαιξε σε κλασικά γούεστερν της εποχής του σαν το Butch Cassidy and the Sundance Kid και το Jeremiah Johnson, έπαιξε το romantic lead σε ταινίες σαν το Out of Africa και το The Way We Were, ενώ υπήρξε και κατεξοχήν πρόσωπο των πολιτικών θρίλερ σαν το Three Days of the Condor και το All the President’s Men, με την περιστασιακή πολεμική (A Bridge Too Far) ή αθλητική ταινία (The Natural) στο ενδιάμεσο, σχηματίζοντας μια εξαιρετικά παραγωγική συνεργασία 7 ταινιών με τον μεγάλο Sydney Pollack και 3 συμπρωταγωνιστικούς ρόλους με την στενή φίλη του, Jane Fonda, σύμβολο του “μαχητικού Hollywood” που έμπρακτα πήγε πολύ παραπέρα από τον προαναφερθέντα liberal σελέμπριτι ακτιβισμό. Και μέσα σε όλα αυτά μόλις 1 (μία) υποψηφιότητα για Όσκαρ με το The Sting, πριν βραβευθεί τελικά με ένα τιμητικό αγαλματίδιο για την συνολική διαδρομή του το 2001.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 λοιπόν ο Redford ξεκίνησε να σκηνοθετεί, αρχής γενομένης με το εξαιρετικό Ordinary People, και συνεχίζοντας με το (δυστυχώς ξεχασμένο πια) A River Runs Through It (τον πρώτο αληθινά καλό ρόλο που ανέδειξε τον Brad Pitt) και το Quiz Show, μία από τις πιο συναρπαστικές και απολαυστικές ταινίες των χολιγουντιανών 90s. Προσωπικά εκτιμώ και τις ιστορικές/πολιτικές/στρατιωτικές ταινίες που έκανε στο τέλος της καριέρας του (Lions for Lambs/The Conspirator/The Company You Keep) κυρίως γιατί, παρότι γενικά δεν άρεσαν ιδιαίτερα στον κόσμο και την κριτική, αγαπώ αυτό το dadcore genre που εκπροσώπησε και σαν ηθοποιός αλλά και σαν σκηνοθέτης ο Redford.

Ακόμα πιο σημαντικός όμως ήταν ο ρόλος του Redford όσον αφορά την ανάδειξη των πιο ριζοσπαστικών τάσεων του αμερικάνικου σινεμά στην μετα-New Hollywood εποχή, δηλαδή στα “πέτρινα χρόνια” της απόλυτης στουντιακής/μπλοκμπαστερικής κυριαρχίας των 80s και 90s, όταν με την ίδρυση του φεστιβάλ Σάντανς (Sundance Kid ήταν αφού) δημιούργησε την πιο σημαντική πλατφόρμα για την ανάδειξη (και έπειτα την παραγωγή/διανομή) του ανεξάρτητου σινεμά στις ΗΠΑ. Εκεί ήταν που το φεστιβάλ (και το Sundance Institute από πίσω) του Redford σύστησε στον κινηματογραφικό κόσμο τον Quentin Tarantino, τον Paul Thomas Anderson, τον Steven Soderbergh και τόσους άλλους. Ο ίδιος ο Redford στήριξε επίσης με την παραγωγική υπογραφή του πανέμορφες ταινίες σαν το Slums of Beverly Hills της Tamara Jenkins και το The Motorcycle Diaries του Walter Salles, δύο ταινίες αμφότερες αντιπροσωπευτικές των προοδευτικών ανησυχιών που τον ακολουθούν από την δεκαετία του ’60.

Όλα αυτά είναι σημαντικά, προφανώς, και αρκούν όχι μόνο για να θυμόμαστε αιώνια τον Redford αλλά και για να τον καταγράψουν στην κινηματογραφική ιστορία ως κάτι παραπάνω από έναν σπουδαίο ηθοποιό: μια πολύπλευρη εμβληματική προσωπικότητα της μεγάλης οθόνης. Ξέρετε όμως τι είναι αυτό που τον κάνει τρομερά ξεχωριστό στα μάτια μου; Είναι το γεγονός ότι η πορεία της καριέρας του από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 υπήρξε μια απίστευση συμπύκνωση και σύνοψη του αμερικάνικου σινεμά της εποχής του New Hollywood, της ορμής των δυνατοτήτων του και της διάψευσης των προσδοκιών του – ως αντανάκλαση μιας ευρύτερης κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ατμόσφαιρας στις ΗΠΑ που είδε τις ελπίδες ανανέωσης και τα ριζοσπαστικά όνειρα να βυθίζονται στην απογοήτευση, την απόγνωση, την παράνοια και την απουσία προοπτικής.

Από τα μέσα προς τέλη των 60s λοιπόν, καθώς το πνεύμα της αντικουλτούρας άρχιζε να διαμορφώνει μια νέα ριζοσπαστική πολιτική/πολιτισμική τάση στην αμερικάνικη κοινωνία, οι νέοι σκηνοθέτες αρχίζουν να παίρνουν το πάνω χέρι στο χολιγουντιανό σύστημα και να απολαμβάνουν μια καλλιτεχνική ελευθερία που ήταν άγνωστη στις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες της κυριαρχίας των στούντιο και των μεγάλων παραγωγών. Οι σπουδαιότεροι σκηνοθέτες αυτής της στροφής που ονομάστηκε New Hollywood, μεγαλωμένοι μέσα στην boomer μεταπολεμική οικονομική άνθιση των ΗΠΑ αλλά και επηρεασμένοι από τον πρωτοποριακό ευρωπαϊκό κινηματογράφο της ίδιας περιόδου, άρχισαν να αναθεωρούν τις βασικές παραδοχές του χολιγουντιανού σινεμά και να ξαναγράφουν τον Κανόνα του αμερικάνικου κινηματογράφου, μετατοπίζοντας την έμφαση και το βλέμμα τους σε ιστορίες και ήρωες που είχαν αγνοηθεί, παραγκωνιστεί ή αποσιωπηθεί από το μαζικό σινεμά των προηγούμενων χρόνων. Ήταν η εποχή που στο επίκεντρο των mainstream κινηματογραφικών αφηγήσεων βρέθηκαν τα outsiders, οι losers, οι παράνομοι, οι κυνηγημένοι, οι απατεώνες, οι περιθωριακοί, οι εγκληματίες, οι φυγάδες. Όλοι όσοι εκπροσωπούσαν στην μεγάλη οθόνη μια “ελευθερία ζόρικια”, με τις λέξεις του Διονύση Σαββόπουλου από το 1971. Με μια λέξη: οι αντι-ήρωες.

Στα πρώτα χρόνια της πρωταγωνιστικής του καριέρας, ο Robert Redford βρέθηκε ακριβώς καταμεσής της αλλαγής παραδείγματος, παίζοντας μάλιστα σε μερικές από τις κατεξοχήν μεταβατικές ταινίες της στροφής προς το New Hollywood όπως το This Property Is Condemned του Sydney Pollack και το The Chase του Arthur Penn, αμφότερες το 1966. Από το δεύτερο κι έπειτα (στο οποίο παίζει έναν δραπέτη που καταδιώκεται από τον Marlon Brando), ο Redford παίζει έναν παράνομο της Άγριας Δύσης στο Butch Cassidy and the Sundance Kid, έναν ερημίτη στο Jeremiah Johnson, έναν μηχανόβιο στο Little Fauss and Big Halsy, έναν ληστή στο The Hot Rock κι έναν απατεώνα στο The Sting. Όλα αυτά από το ’69 μέχρι το ’73 ουσιαστικά, και με την ομορφιά του Redford βέβαια να θυμίζει ότι αυτή παραμένει βεβαίως μια χολιγουντιανή αναπαράσταση του αντι-ηρωισμού, όπου αυτός ο τελευταίος συνεχίζει να μοιάζει με τον larger-than-life αστέρα που βάζουν τα κορίτσια με αφίσες στο δωμάτιό τους και τα αγοράκια θα έκαναν τα πάντα για να του μοιάσουν.

Κάτι αλλάζει όμως από το 1972-1973, και το σκοτάδι του 20ού αιώνα επιστρέφει στην καρδιά της αμερικάνικης αυτοκρατορίας. Αν η σύντομη μεταπολεμική “ευδαιμονία” και έκρηξη ελπίδας των 60s φάνηκε να υπόσχεται ένα πιο φωτεινό μέλλον, η δεκαετία του ‘70 οδήγησε στην απελπισία και την απαισιοδοξία με την κορύφωση του πολέμου στο Βιετνάμ, τον φόβο του πυρηνικού ολέθρου, την εδραίωση αμερικανοκίνητων δικτατοριών ανά τον κόσμο, το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, την πετρελαϊκή κρίση, την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού και την γενικότερη αίσθηση ότι το “ευτυχισμένο μέλλον” είναι κάτι που ανήκει πια στο παρελθόν. Μέσα σ’ αυτό το κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον, το ριζοσπαστικό κύμα του New Hollywood, προϊόν της αμφισβήτησης και της αντικουλτούρας των αμερικανικών 60s, άρχισε να γίνεται όλο και πιο σκοτεινό, επιχειρώντας πλέον να συλλάβει κινηματογραφικά το αίσθημα παράνοιας και ανασφάλειας που γινόταν κυρίαρχο στην ατμόσφαιρα. Και το πρόσωπο του Robert Redford, το πιο φωτεινό των προηγούμενων χρόνων, άρχισε να γίνεται σύμβολο του τέλους της αθωότητας.

Το 1975 και το 1976 αντίστοιχα, ο Redford πρωταγωνιστεί στο Three Days of the Condor του Pollack και το All the President’s Men του Alan J. Pakula. Στο πρώτο, ο Redford παίζει έναν αναλυτή της CIA που ανακαλύπτει την βρωμιά και την δυσωδία των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, την χρονιά που κυκλοφόρησε η ταινία (και έναν χρόνο μετά από το ομώνυμο μυθιστόρημα του James Grady στο οποίο βασίστηκε), ξεκίνησε επίσημα η (τυχαία συνονόματη) Επιχείρηση Κόνδορας, μια εκστρατεία πολιτικής συμμαχίας και υποστήριξης των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής από τις ΗΠΑ, οι οποίες ήδη είχαν συμβάλει στο να εγκαθιδρυθούν χούντες τα αμέσως προηγούμενα χρόνια στην Χιλή, την Ουρουγάη και την Βολιβία. Έναν χρόνο αργότερα, το 1976, στο All the President’s Men ο Redford παίζει τον δημοσιογράφο Bob Woodward που μαζί με τον συνάδελφό του, Carl Bernstein του Dustin Hoffman, φέρνει στην επιφάνεια το σκάνδαλο Watergate, διαλύοντας το πέπλο της δημοκρατικής λειτουργίας των αμερικάνικων θεσμών. Είναι δύο ρόλοι σημαδιακοί της σκοτεινής στροφής στο φωτεινό πρόσωπο, καθώς και στις δύο περιπτώσεις ο Robert Redford ενσαρκώνει το πέρασμα από την ελπίδα και τον ιδεαλισμό στην απογοήτευση και την παράνοια. Αυτή η στροφή, ουσιαστικά, προετοίμασε σε κινηματογραφικό επίπεδο τον κόσμο όπου ζούμε έκτοτε στον δυτικό κόσμο.

Αξίζει να σημειώσουμε πως απ’ όλους τους δημιουργούς του αμερικάνικου σινεμά εκείνης της περιόδου, κανένας δεν αποτύπωσε αυτό το μεταβατικό σκοτάδι της εποχής περισσότερο από τον σεναριογράφο William Goldman, και καθόλου τυχαία ο Redford έπαιξε σε 5 ταινίες που είχαν δικό του σενάριο. Αν το Butch Cassidy and the Sundance Kid ήταν ένα ρεβιζιονιστικό γουέστερν για την γενιά των λουλουδιών, τότε στα The Stepford Wives, Marathon Man, All the President’s Men και A Bridge Too Far (όλα σενάρια του μεγάλου Goldman, 3 από αυτά με τον Redford) σηματοδοτούν το τέλος της μεταπολεμικής ευδαιμονίας και του ονείρου των 60s, αλλά και την αρχή της δυσπιστίας, της απογοήτευσης, της σύγχυσης και της παράνοιας.

Η τελευταία εικόνα που έχουμε από τον Redford ως πρωταγωνιστή είναι στο The Old Man and the Gun του David Lowery, όπου υποδύεται έναν χαρακτήρα που είναι σα να ξεκόλλησε από την γκάμα των λαμπερών αντι-ηρώων που έπαιξε ο ίδιος στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70. Είναι μια σύνοψη της πιο λαμπρής περιόδου της καριέρας του, κι ένας ευθύς φόρος τιμής σε έναν από τους τότε τελευταίους εν ζωή Μεγάλους του Hollywood. Εκ των υστέρων, με την σοφία που μας παρέχει το πέρασμα του χρόνου, ξέρουμε ότι το πιο φωτεινό πρόσωπο της δημιουργικότερης περιόδου του αμερικάνικου σινεμά έγινε επίσης ο κινηματογραφικός τόπος όπου η σκοτεινή σκιά της Ιστορίας (ξανα)πήρε το πάνω χέρι.