Ο θάνατος του Tim Curry έχει ομολογουμένως μεγάλο συμβολικό βάρος. Όχι γιατί ήταν απαραίτητα ένας τόσο σπουδαίος ηθοποιός που άφησε βαθύ, διαρκές και ανεξίτηλο στίγμα στην υποκριτική τέχνη του κινηματογράφου. Ξεκίνησε και διέπρεψε άλλωστε σαν θεατρικός ηθοποιός, ενώ για το μεγαλύτερο μέρος της ύστερης καριέρας του έβγαζε το ψωμί του ως voice actor για κινούμενα σχέδια. Υπάρχει όμως εδώ ένας τεράστιος αστερίσκος, ένας ρόλος τόσο πληθωρικός και εμβληματικός που του εγγυήθηκε ένα λατρευτικό στάτους το οποίο λίγοι έχουν απολαύσει στην ιστορία του σινεμά. Έπαιξε τον Dr. Frank N. Furter στο The Rocky Horror Picture Show του Jim Sharman το 1975, έχοντας ήδη υποδυθεί τον ρόλο τα προηγούμενα δύο χρόνια στο σανίδι. Έτσι, ο Tim Curry έγινε σύμβολο, πιο συγκεκριμένα σύμβολο μιας άγριας και παιχνιδιάρικης ελευθερίας, ενός ανατρεπτικού πνεύματος που δοξολογούσε έμπρακτα -μέσα από την ίδια του την παρουσία και όχι σαν μακρινό εξωτερικό αντικείμενο- το παράταιρο, το περιθωριακό, το παρεκκλίνον, το παραβατικό. Καθόλου τυχαία, με την υπερβολική camp αισθητική του (τόσο κιτς όσο και πρωτο-punk) και την underground παρα-κινηματογραφική αύρα του (ο φόρος τιμής στα sci-fi/horror b-movies είναι πανταχού παρών), το Rocky Horror Picture Show αγκαλιάστηκε σαν ξέσπασμα ενός ρεύματος πολιτικο-σεξουαλικής αμφισβήτησης, μιας επανάστασης της επιθυμίας στον απόηχο του παγκόσμιου ’68. Ο Tim Curry, ως εξωγήινος τρανς τρελός επιστήμονας (ένα over-the-top άβαταρ μάλλον του ίδιου του τρανς συγγραφέα του μιούζικαλ, Richard O’Brien), έγινε προφανώς queer icon, ενώ η κυκλοφορία της ταινίας στο κύκλωμα των midnight ταινιών που άνθιζε στα αμερικάνικα 70s δημιούργησε μια παράδοση προβολών που έφτιαξε μια παράλληλη κινηματογραφική δημόσια σφαίρα, με ένα πλήρως αποχαλινωμένο (αλλά και πιστό στο τελετουργικό ως συλλογική εμπειρία ανατρεπτικής ελευθερίας που υπακούει σε κανόνες της κοινότητάς) κοινό που συμμετείχε ενεργητικά αντί να είναι παθητικός θεατής. Πρόκειται για ένα συλλογικό πνεύμα τελείως αντίθετο με την μεσοαστικού τύπου ευλάβεια που έγινε συνώνυμη με την καθώς πρέπει κινηματογραφική συμπεριφορά, φέρνοντας έτσι την κινηματογραφική εμπειρία πιο κοντά στις ρίζες της ως πληβειακό-λαϊκό θέαμα στις αρχές του 20ού αιώνα. Με άλλα λόγια, η ταινία, και ειδικότερα ο Tim Curry, έγιναν ένα καλτ φαινόμενο με τα όλα τους – με την “καλτ” ιδιότητα να έχει όντως λατρευτική-τελετουργική σημασία και να μην περιορίζεται σε μια τυπική-εμπορική ταμπέλα, όπως έχει καταλήξει μέσα από την βιομηχανοποίησή της στα πλαίσια της ποπ κουλτούρας. Όποιοι έχουν πάει σε προβολές της ταινίας από το αγαπητό Midnight Express τα προηγούμενα χρόνια ξέρουν για τι πράγμα μιλάμε – κι η λογική λέει ότι δεν θα αργήσουν οι έμπρακτοι φόροι τιμής λόγω του θανάτου του Curry, οπότε έχετε το νού σας για επόμενες προβολές. Για τα μικρότερα παιδιά, εμάς του ’80 και του ’90, ο Curry υποδύθηκε έναν άλλο ρόλο με μεγάλο συμβολικό βάρος – εκείνον του Pennywise στην τηλεοπτική μεταφορά/μίνι-σειρά του It του Stephen King το 1990 (που το γνωρίσαμε σαν “ταινία” βέβαια νοικιάζοντάς το σε βιντεοκασέτα από το βίντεο κλαμπ). Εκεί, παίζοντας το “Αυτό“, έναν από τους πιο αξιομνημόνευτα τρομακτικούς κακούς των Gen-X και millennial παιδικών χρόνων, ο Curry άγγιξε με διαφορετικό τρόπο το ασυνείδητο μιας επόμενης γενιάς: όχι πια ανατρεπτικά όπως με τον Dr. Frank N. Furter των 70s, αφού η εποχή του εδραιωμένου νεοφιλελεύθερου θεάματος δεν σήκωνε πια τέτοια πράγματα στη μαζική-λαϊκή κουλτούρα, αλλά ως “ταρακούνημα” της παιδικής φαντασίας μέσα από την ενστάλλαξη ενός τρόμου άγνωστου μέχρι τότε. Μια διαφορετική υφή του “απαγορευμένου”, αν θέλετε, που σε ευαίσθητη ηλικία μας έφερε σε επαφή με την αλλόκοτη υφή της υπερβολικά οικείας πραγματικότητας μέσα από την εισαγωγή μιας “ανασφάλειας” σε ό,τι θεωρούταν ασφαλές, όπως ενσαρκώνεται στην απλοϊκά αλλά αποτελεσματικά αντιφατική εικόνα ενός δολοφονικού κλόουν. Από χτες που μαθεύτηκε ο θάνατος του, κοιτάω την φιλμογραφία του Tim Curry και εντυπωσιάζομαι από το ότι δεν έπαιξε περισσότερους κινηματογραφικούς ρόλους κατά την καλλιτεχνική ακμή του στα 70s και τα 80s. Είναι σαν η παρουσία του να άρχισε να σβήνεται από το σινεμά με όρους πρωταγωνιστικής δυναμικής, σχεδόν όπως κατά ειρωνικό τρόπο στο meta χολιγουντιανό The Player του Robert Altman, ανάμεσα στα πολλά διάσημα cameos, το δικό του κατέληξε διαγραμμένο από το τελικό cut. Αμέσως μετά το Rocky Horror Picture Show, όμως, ο Curry έπαιξε έναν ακόμα ρόλο, όχι τόσο “ηχηρό”, αλλά ο οποίος χαράχτηκε στην δική μου κινηματογραφική φαντασία με τρόπο πλέον ενήλικο και όχι παιδικό ή εφηβικό. Το 1978, ο Curry εμφανίζεται στο The Shout, το horror αριστούργημα ενός βετεράνου Πολωνού σκηνοθέτη (και σεναριογράφου των Andrzej Wajda και Roman Polanski στα early 60s), του Jerzy Skolimowski. Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του σημαντικού ποιητή και συγγραφέα ιστορικής-μυθολογικής μυθοπλασίας Robert Graves, και διηγείται την εισβολή ενός μυστηριώδη άνδρα, ο οποίος υποστηρίζει πως διαθέτει μια υπερφυσική κραυγή ικανή να σκοτώσει, στην ζωή ενός συνθέτη και της συζύγου του. Όλως τυχαίως, βρίσκομαι αυτές τις μέρες στα “Κύματα“, το φεστιβάλ κινηματογράφου της Κεφαλλονιάς που φιλοξενεί ένα αφιέρωμα στον Skolimowski, παρουσία μάλιστα του ίδιου του σκηνοθέτη. Δυστυχώς το The Shout δεν βρίσκεται στο πρόγραμμα, αλλά ίσως δεν είναι πολύ αργά να μπει, τιμής ένεκεν. Στην ταινία λοιπόν ο Tim Curry παίζει έναν σχετικά μικρό αλλά σημαντικό και έντονα φορτισμένο συμβολικά ρόλο. Βρίσκεται ως επισκέπτης στην αυλή ενός ψυχιατρικού ασύλου και κρατάει το σκορ σε έναν αγώνα κρίκετ μεταξύ των τροφίμων. Ένας από αυτούς, ο φανταστικός Alan Bates, αρχίζει να του διηγείται μια ιστορία, την ιστορία της κραυγής. Ο χαρακτήρας του Curry ονομάζεται Robert Graves, ακριβώς όπως και ο συγγραφέας του διηγήματος. Σ’ εκείνο, ο ίδιος χαρακτήρας, ανώνυμος, λειτουργεί ως αφηγητής της ιστορίας που άκουσε στο ψυχιατρείο. Στην ταινία, ο Skolimowski του δίνει το όνομα του συγγραφέα, και γίνεται εκείνος πλέον όχι ο αφηγητής αλλά ο ακροατής της ιστορίας, ακούγοντας τον ήρωα να την διηγείται. Έτσι, ο Tim Curry του The Shout κατοικεί έναν αμφίσημο χώρο: παίρνοντας το όνομα του συγγραφέα, την ίδια στιγμή καταλαμβάνει τη θέση του κοινού, του θεατή. Το ίδιο το πρόσωπο του, με το σαρδόνιο χαμόγελο και τα εκφραστικά μάτια και (κυρίως) φρύδια, είναι άλλωστε ένας κατεξοχήν χώρος υπόνοιας, αμφισημίας και ανατρεπτικότητας. Έτσι θα τον θυμόμαστε εμείς, έτσι θα τον θυμάται και η ιστορία του κινηματογράφου. RIP.