Αυτό είναι το καλοκαίρι του Christopher Nolan, φίλες και φίλοι. Αυτά συμβαίνουν όταν ένας από τους τελευταίους του κινηματογραφικού είδους blockbuster-auteur αναλαμβάνει να “μεταφράσει” στη μεγάλη οθόνη ένα κλασικό κείμενο που δεν αποτελεί μόνο θεμέλιο λίθο του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και έναν από τους ιδρυτικούς μύθους του ίδιου του λεγόμενου δυτικού πολιτισμού, ή ακριβέστερα της αυτοεικόνας και της πρωταρχικής μυθολογικής αφήγησης που έχει για τον εαυτό της το μεγαλύτερο μέρος του καπιταλιστικά ανεπτυγμένου κόσμου. Αυτά όμως τα είπαμε και τις προάλλες στο αναλυτικό κείμενό μας για την ταινία, οπότε ας μην επαναληφθούμε. Από τότε, στις 2μιση βδομάδες που έχουν περάσει, η ταινία του Nolan έφτασε τα 1,3 δις δολάρια στο παγκόσμιο box office. Για όποιον κρατάει σκορ, αυτό το φέρνει στη δεύτερη θέση για το 2026 μέχρι στιγμής, πίσω από το νέο Spider-Man γιατί, με το οποίο έχει over 1,5 κοινούς ηθοποιούς στο πρωταγωνιστικό καστ, για τους λάτρεις της στατιστικής. Πάντως είναι ήδη η πιο εμπορικά επιτυχημένη ταινία του σκηνοθέτη, και σύντομα θα είναι και η πιο επικερδής R-rated ταινία ever, αφού είναι θέμα χρόνου τα 1,34 δις δολάρια του Deadpool & Wolverine. Παρόμοια είναι η εικόνα και στην ελληνική αγορά προφανώς, όπου ο Όμηρος παίζει εντός έδρας (αλλά οριακά τιμωρημένος λόγω του εγκλήματος της woke-οποίησης του έπους, σύμφωνα με τον οργισμένο ελληνισμό), όπου η νολανική Οδύσσεια έχει κόψει πλέον 828.000 εισιτήρια, οδεύοντας ολοταχώς προς το πολυπόθητο (και πλέον όλο και σπανιότερο) ‘μύριο του ελληνικού box office. Έτσι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες εκλεκτών συναδέλφων του για το αντίθετο, ξεπέρασε αισίως τον Καποδίστρια και τα δικά του 800.000 και κάτι εισιτήρια, φτάνοντας έτσι στην εμπορική κορυφή του εγχώριου 2026 (εδώ δύσκολα θα εκθρονιστεί από τον Spider-Man, κάπου ώπα δηλαδή). Με άλλα λόγια, η ταινία έχει πάει τάπα, ανοίγοντας πλήθος κινηματογραφικών και παρα-κινηματογραφικών συζητήσεων στο διάβα της. Τόσων πολλών, για την ακρίβεια, που η κόντρα για την Μαύρη Ελένη μοιάζει πλέον μακρινό παρελθόν. Μία από αυτές τις συζητήσεις, λοιπόν, αφορά την εκ νέου αποτίμηση συνολικά της νολανικής φιλμογραφίας. Κι ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι μόνο ότι η παράδοση της κινηματογραφικής-μιντιακής δημόσιας σφαίρας θέλει να φτιάχνουμε λίστες με κάθε νέα κυκλοφορία σημαντικού σκηνοθέτη. Είναι επίσης ότι η Οδύσσεια αποτελεί ένα μείζον έργο μαζικο-λαϊκής τέχνης, και ως τέτοιο μας καλεί, μεταξύ άλλων, να επαναπροσεγγίσουμε, να επαναπλαισιώσουμε και να επαναξιολογήσουμε συνολικότερα την φιλμογραφία του σκηνοθέτη. Χωρίς περισσότερο πίρι-πίρι λοιπόν, προχωράμε στον λόγο για τον οποίο βρισκόμαστε εδώ: να βάλουμε όλες τις ταινίες του Christopher Nolan, από την χειρότερη στην καλύτερη, στην σωστή σειρά, ψύχραιμα και ωραία. 13. The Dark Knight Rises Κάπου εδώ είναι ίσως μια καλή στιγμή να ομολογήσω πως ποτέ δεν υπήρξα ιδιαίτερα φίλος του σινεμά που κάνει ο Nolan. Αυτό βέβαια είναι σχετικά ανεξάρτητο από την παραδοχή πως πρόκειται για έναν σημαντικό δημιουργό με έργο που αξίζει προσοχή και μελέτη, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της κινηματογραφοφιλικής μου διαδρομής ένιωθα πως οι ταινίες που κάνει δε μου ταιριάζουν, παρότι στις περισσότερες περιπτώσεις εκτιμούσα τον μπλοκμπαστερικό χαρακτήρα τους. Αυτή η σχέση έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, αλλά θα το δούμε και παρακάτω αυτό. Προς το παρόν, για την τελευταία θέση της λίστας, ας σημειώσω πως το The Dark Knight Rises συνδυάζει τα κατ’ εμέ χειρότερα στοιχεία του νολανικού ύφους και της υπερηρωικής κινηματογραφίας: από τη μία την σοβαροφάνεια και τον εφησυχασμό πως η “dark and gritty” ατμόσφαιρα ισούται αυτόματα με απόδειξη βάθους, και από την άλλη την ανοιχτή και συνειδητή επιβεβαίωση του κομφορμιστικού-συντηρητικού χαρακτήρα της superhero λαϊκής μυθολογίας. 12. Interstellar Μάλλον το μεγαλύτερο hot take της κατάστασης, αλλά σας είπα, δεν είμαι ο μεγαλύτερος νολανικός. Η γνώμη μου είναι πως αυτές οι δύο ταινίες, το The Dark Knight Rises και το Interstellar, κυκλοφορώντας back to back το 2012 και το 2014 αντίστοιχα, αποτελούν την χειρότερη κινηματογραφική περίοδο του Nolan, πλην όμως με τρόπο που παρουσιάζει ένα συμμετρικό ενδιαφέρον. Από μια πλευρά, είναι σαν το Interstellar να αποτέλεσε μια προσπάθεια υπερ-διόρθωσης των τάσεων που διογκώθηκαν με το The Dark Knight Rises. Αν εκεί είχαμε έναν βλοσυρό τεχνοκρατικό ποπ μηδενισμό, εδώ ο Nolan μοιάζει να τραβάει το σκοινί προς έναν πιο παραδοσιακά χολιγουντιανό ανθρωπισμό, εξίσου ποπ και επιφανειακό, χαρακτηριζόμενο από την αφέλεια, την μελοδραματικότητα και την αβασάνιστη εγκεφαλικότητα που μας έχουν συνηθίσει τα περισσότερα “εγκεφαλικά” blockbusters. Κρατάω μια μικρή πισινή γιατί είναι η μία από τις δύο ταινίες του Nolan που έχω δει μόνο μία φορά, αλλά ήδη αυτό μόνο του λέει κάτι, έτσι δε είναι; 11. Tenet Κι αυτή εδώ είναι η δεύτερη ταινία του που δεν έχω ξαναδεί μετά την πρώτη κυκλοφορία της. Τα είχαμε πει πολύ αναλυτικά πίσω στο 2020, κι η αρχική μου εντύπωση ήταν αρκετά αρνητική, καθώς το Tenet επίσης επένδυε φουλ σε πλευρές του νολανικού σινεμά που δε μου αρέσουν, όπως η τεχνοκρατική αντίληψη για την κινηματογραφική δομή ως παζλ. Από την άλλη, τον τελευταίο καιρό, και ειδικά μετά την Οδύσσεια, μου έχει δημιουργηθεί μια υποψία πως ενδέχεται να έχω αδικήσει ελαφρώς το Tenet. Μέχρι να το ξαναδώ και να το επανεκτιμήσω παραμένει χαμηλά στην λίστα, αλλά με μια μικρή επιφύλαξη. 10. Following Το Following έχει όλα τα στοιχεία ενός “πρώιμου φιλμ”, σε βαθμό που θα μπορούσε σχεδόν να θεωρηθεί ιδανικό αρχέτυπο των πρώτων σκηνοθετικών βημάτων ενός μετέπειτα καταξιωμένου δημιουργού. Πολύ χαμηλό μπάτζετ, πολύ εμφανείς φόροι τιμής, πολύ στοχευμένη άσκηση ύφους, πολύ αντιπροσωπευτικό του πειραματισμού με την αφηγηματική δομή που θα γινόταν σύντομα ολοκληρωμένο σήμα κατατεθέν του Nolan. Κατά κάποιους, το ενδιαφέρον του Following είναι κυρίως εγκυκλοπαιδικό, ή μάλλον προκύπτει περισσότερο αναδρομικά, ως άσκηση του θεατή που κοιτάει προς τα πίσω και εντοπίζει τα πρώιμα σημάδια ενός ύφους που έχει γίνει πλέον “κλασικό”. Δεν θα διαφωνήσω, αλλά παραμένει ένα γλυκόπιοτο και ευκολόπιοτο σφηνάκι. 9. Batman Begins Τείνουμε να το ξεχνάμε μάλλον σήμερα, μετά από τέτοιο υπερ-κορεσμό της υπερηρωικής κινηματογραφικής παραγωγής, αλλά το Batman Begins επιχείρησε κάτι καινοτόμο και, ταυτόχρονα, κάπως “αφελές”: να ενηλικιώσει τις ταινίες με υπερήρωες. Καινοτόμο μεν, γιατί πράγματι οι superhero ταινίες της late 90s-early 00s εποχής έφτιαχναν μια νέα mainstream αισθητική κοινοτοπία του ελάχιστου κοινού παρονομαστή, όχι τόσο “παιδική” όπως έκανε ο Tim Burton (προσέγγιση που περιείχε μια παιχνιδιάρικη ανατρεπτικότητα) αλλά περισσότερο κομφορμιστική (μετα-)εφηβική, από την οποία σίγουρα απομακρύνθηκε όσο γινόταν περισσότερο ο σκοτεινός νολανικός Batman. Από την άλλη, το εγχείρημα του Nolan είχε πράγματι κάτι αφελές, καθώς αυτή η ενηλικίωση είναι τρόπον τινά καταδικασμένη να παραμείνει ανολοκλήρωτη, αφού οι ίδιες οι υπερηρωικές φιγούρες είναι αδύνατον να ενηλικιωθούν (και να σκοτεινιάσουν) πραγματικά χωρίς να αμφισβητήσουν ριζικά τον superhero χαρακτήρα τους. Σε κάθε περίπτωση, πίσω στο 2005 έμοιαζε πραγματικά με δροσερό αεράκι, γιατί καμία άλλη υπερηρωική ταινία εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να πείσει ότι ήταν αληθινά “σινεμαδένια”. 8. Inception Έχω μια αρκετά αμφίσημη στάση απέναντι στο Inception. Από τη μία, το εκτιμώ (και το ευχαριστώ) για μια πραγματικά αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία, αφού υπήρξε το κατεξοχήν blockbuster της προηγούμενης δεκαετίας που ανανέωσε τρόπον τινά την “πίστη” στην αίθουσα με μαζικολαϊκούς όρους. Και με αυτό δεν αναφέρομαι τόσο στην εμπορική επιτυχία (που σίγουρα δεν ήταν μικρή), όσο στο ότι το να δεις το Inception στο σινεμά ήταν μια εμπειρία επαφής με το θάμβος και το δέος που μπορεί να αποτελέσει το δημοφιλές σινεμά ως -πρωτίστως- τεχνικό επίτεγμα μεγάλης κλίμακας. Βέβαια, νιώθω ταυτόχρονα πως είναι μια ταινία υπερτιμημένη. Αργότερα ο Nolan θα πετύχει διάνα στο να φτιάξει ένα επικό τεχνικό επίτευγμα απογυμνωμένο από τα φτιασίδια της κλασικής χολιγουντιανής αφήγησης. Στο Inception όμως είναι σαν ό,τι σου δίνει το υπερ-θέαμα να στο παίρνει πίσω η φτωχή δραματουργία, οι προκάτ χαρακτήρες και οι αμπελοφιλοσοφικές ιδέες. Κάπως έτσι καταλήγει κάπου στη μέση για μένα. 7. Insomnia Αν ρωτήσεις ανθρώπους, νολανικούς και μη, για το ποια ταινία του σκηνοθέτη θεωρούν την πιο υποτιμημένη, αρκετοί θα πουν το The Prestige. Θα πάμε σύντομα σε αυτό, αλλά νομίζω πως αν υπάρχει μια υποτιμένη ταινία στη νολανική φιλμογραφία είνα το Insomnia. Όχι γιατί απέτυχε στα ταμεία ή θάφτηκε από την κριτική, αλλά γιατί νομίζω πως είναι η μόνη του ταινία που έχει κατ’ ουσίαν “ξεχαστεί” – εξαιρώντας το Following που για πολλούς παραμένει ακόμα άγνωστο. Ουσιαστικά, η back-to-back δυάδα Insomnia-Memento δημιούργησε τους δύο Nolan: τον Nolan που φτιάχνει τεχνοκρατικά παζλ, και τον Nolan που βλέπει τον εαυτό του σαν συνεχιστή του Michael Mann, δηλαδή έναν σκηνοθέτη που αφηγείται ένδοξα ταξίδια τσακισμένων ανδρών μέσα στη μεγάλη νύχτα τους. Ένας έξτρα λόγος που προσωπικά συμπαθώ το Insomnia, πάντως, είναι το στοιχείο υπερβολής που χαρακτηρίζει τον Al Pacino και την ερμηνεία του – κάτι αντινολανικό, για κάποιους, αλλά και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πολύ συναρπαστικό κατ’ εμέ, σαν μια ιδιόμορφη παραφωνία που μετακινεί το κέντρο του έργου, κάνοντάς το λίγο πιο “κουνημένο” απ’ ό,τι επιτρέπει κατά κανόνα ένας τόσο “αυταρχικός” (με το υλικό του) σκηνοθέτης. 6. Memento Είναι δύσκολο να εξηγήσεις σε κάποιον πολύ νεότερο ή πολύ μεγαλύτερο τι συμβόλιζε το Memento για την σινεφιλία των αρχών των 00s. Μαζί με το Mulholland Drive του David Lynch και το Pi του Darren Aronofsky αποτέλεσαν μια “ιερή τριάδα” ψαγμένου-εναλλακτικού γούστου που έμαθε να απολαμβάνει την ίδια την δυσκολία κατανόησης σαν αισθητική ποιότητα. Σίγουρα επίσης φετιχοποίησε αυτήν την δυσκολία, μετατρέποντάς την συχνά σε μια βολική σινεφιλική ταυτότητα που θέλει να φαίνεται πως “παιδεύεται” εγκεφαλικά-κινηματογραφικά, χωρίς όμως να ξεφύγει πραγματικά από τα χολιγουντιανά-mainstream πλαίσια. Έτσι, το Memento υπήρξε κομβικό για την αυτοεικόνα πολλών νέων σινεφίλ της πρώιμης δεκαετίας του 2000, ανακαλύπτοντας στο Hollywood της εποχής του ένα νήμα αυθεντικής κινηματογραφίας που συνδυάζει καλλιτεχνική σφραγίδα με εμπορική ορατότητα (ας θυμηθούμε επίσης τα σύγχρονά του Fight Club, American Beauty, Magnolia, 21 Grams ή Traffic), και το οποίο θα αρχίσει να λάμπει όλο και περισσότερο δια της απουσίας του τα μετέπειτα χρόνια. Ποτέ δεν υπήρξα φανατικός του Memento προσωπικά, αλλά νιώθω ένα νοσταλγικό δέσιμο μαζί του, και επίσης -αλάνθαστο τεστ- το ξανάδα πριν λίγα χρόνια και η ζωντάνια, το νεύρο και ο ρυθμός του παραμένουν 100% στην θέση τους. 5. The Prestige Είναι δύσκολο να αντισταθείς στην γοητεία αυτής της ταινίας – και η “γοητεία” (σαν αυτή που αποπνέει ανά πάσα στιγμή το φανταστικό καστ του The Prestige) δεν είναι μια λέξη που συνδέεται συχνά με την φιλμογραφία του Nolan. Για αρχή, πώς να μην εκτιμήσεις το γεγονός πως το The Prestige αποτέλεσε ένα ομαδικό διάλειμμα των Nolan μαζί με Christian Bale και Michael Caine ανάμεσα στους δύο Batman, σαν μια μικρή τζούρα αγνής κινηματογραφικής καψούρας ανάμεσα σε δύο ταινίες-εργοστάσια. Δεν μπορώ επίσης να μην δω το The Prestige σαν την κατεξοχήν “αυτοβιογραφική” ταινία του Nolan, με την έννοια ότι εδώ για πρώτη φορά εστιάζει στους “μάγους” (σα να λέμε στους “σκηνοθέτες”) πίσω από το τρικ-παζλ, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και μια εντελώς “βρετανική” ταινία από έναν δημιουργό που εκείνη τη στιγμή είχε μπει πια σε έναν αμερικάνικο-χολιγουντιανό δρόμο χωρίς επιστροφή. Σημειωτέον πως στην υπέροχη αυτή “βρετανίλα” συντείνει και το γεγονός πως η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Christopher Priest, ενός καθ’ όλα εγγλέζου sci-fi συγγραφέα. Και τέλος, μας έδωσε τον David Bowie ως Nikola Tesla. Πώς μπορούμε καν να αρχίσουμε να του το ξεπληρώνουμε αυτό; 4. Oppenheimer Είμαι της άποψης ότι, τη στιγμή που μιλάμε, ο Nolan διανύει την πιο δημιουργική του κινηματογραφική περίοδο, την σκηνοθετική “ακμή” του, αν θέλετε. Θεωρώ ότι η κινηματογραφική του γλώσσα μπήκε σε φάση αληθινής ωριμότητας το 2017 με την Δουνκέρκη (βλ. αμέσως παρακάτω), και, προσπερνώντας την ιδιάζουσα περίπτωση του Tenet, εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στο γράψιμο και το στήσιμο ενός ολοκληρωμένου νολανικού ήρωα με το Oppenheimer. Ουσιαστικά, ο Oppenheimer ήταν ο πρωτο-Οδυσσέας του Nolan, και αποτέλεσε μια καθαρή ένδειξη του κατεξοχήν νολανικού κινηματογραφικού θέματος: την αναμέτρηση με τους μεγάλους μύθους της δυτικής νεωτερικότητας μέσα από τις ιστορίες των “σπουδαίων ανδρών” που ενσαρκώνουν την ίδια την πυρηνική αντίφαση του δυτικού-αστικού πολιτισμού, δηλαδή την ταυτόχρονη ικανότητα για την πρόοδο και την βαρβαρότητα. Ο Nolan εξερευνά αυτήν την αντίφαση κυρίαρχα μέσα από την ενοχή – όχι ως θρησκευτική φόρμουλα αλλά ως τραγική συνείδηση της θετικότητας που διαστράφηκε και της ζωής που σπαταλήθηκε, ώστε μέσα από αυτήν να προκύψει ένα νέο “ήθος” που στήνει ξανά τον δυτικό-φιλελεύθερο-ορθολογιστή ήρωα ξανά στα πόδια του. Σίγουρα ο νολανικός Oppenheimer είναι πιο πλούσιος σαν μεμονωμένος χαρακτήρας από τον νολανικό Οδυσσέα (και σ’ αυτό βοηθάει τόσο η ερμηνεία του Cillian Murphy όσο και η “προμηθεϊκή” προσέγγιση του Nolan), και σίγουρα η ταινία αποτέλεσε για μένα μια πολύ θετική έκπληξη: πήγα ελαφρώς αδιάφορα, με χαμηλές προσδοκίες, κι όμως έμεινα κολλημένος στην οθόνη επί 3 ώρες – και την πρώτη και την δεύτερη φορά. 3. Dunkirk Λοιπόν, ναι, για μένα *εδώ* ο Nolan τα κατάφερε πραγματικά. Όχι να φτιάξει μια πραγματικά καλή ή λαοφιλή ταινία – αυτό το είχε κάνει βεβαίως και πολύ νωρίτερα. Αλλά να φτιάξει μια αληθινά “νολανική” ταινία, σε όλα της. Στο Dunkirk για πρώτη φορά εφάρμοσε την τεχνοκρατική λογική του όχι σαν ένα παζλ προς επίλυση από τον θεατή (βλ. Memento) ή σαν υπόστρωμα ενός παραδοσιακά χολιγουντιανού “ανθρωπισμού” (βλ. Interstellar) αλλά σαν μια αυτάρκη κινηματογραφική κατασκευή με αισθητική και θεματική αυτοτέλεια. Το Dunkirk είναι απογυμνωμένο από ανθρωπιά, κι αυτό δεν συνιστά “ελάττωμα” του σκηνοθέτη ή “έλλειψη” της ταινίας. Αντιθέτως, αποτελεί τον πυρήνα της, την εσωτερική λογική της, την οργανωτική αρχή της. Έτσι, αποτελεί το πρώτο αληθινά συνεκτικό καλλιτεχνικό-τεχνολογικό επίτευγμα του σκηνοθετη, η καθαρότερη έκφραση του νολανικού ιδεώδους. Η Δουνκέρκη μου άρεσε ήδη πολύ όταν την πρωτοείδα, και η εκτίμησή μου γι’ αυτήν αυξάνεται με τα χρόνια. 2. The Odyssey Υπάρχει κάτι που δεν έχουμε πει για την Οδύσσεια; Νιώθω πως η φλυαρία μας έχει κάνει κακό στην υποδοχή της ταινίας, αφού φτιάχτηκε γύρω από αυτήν μια υπερ-τροφική δημόσια σφαίρα (ενισχυμένη φυσικά από την εσωτερική λογική των αλγορίθμων και της οικονομίας της προσοχής) που δεν την αφήνει να αναπνεύσει όσο θα έπρεπε, να κάνει τις διαδρομές της στην κινηματογραφική αίθουσα αλλά και στην συλλογική φαντασία. Δεν αμφιβάλλω όμως πως το πέρασμα του χρόνου, μαζί με τα αναγκαία rewatches, θα καθαρίσουν τον “θόρυβο” γύρω από την Οδύσσεια και θα αρχίσουμε να βλέπουμε πιο καθαρά το ιστορικό κινηματογραφικό της αποτύπωμα, τουλάχιστον από τη μεριά της αποτίμησής της ως σκηνοθετικό εγχείρημα. Κι αυτό είναι, κατ’ εμέ, το γεγονός ότι ο Nolan έδειξε έμπρακτα την ανάγκη για επαναφορά της μεγάλης κλίμακας στην κινηματογραφική εμπειρία, όχι μόνο ως κατασκευαστικό επίτευγμα και εμπορικό υπερθέαμα, αλλά και ως επαναπροσέγγιση της ιδέας της μεγάλης αφήγησης, της φιλοδοξίας δηλαδή για κινηματογραφική αναπαράσταση της (ιστορικής, κοινωνικής, ψυχολογικής) ολότητας. Φυσικά, κάθε τέτοια αναπαράσταση της ολότητας θα είναι αναγκαστικά ελλιπής ή τραυματισμένη, και θα είναι πολιτισμικό καθήκον του συλλογικού καλλιτέχνη και του συλλογικού θεατή να την κριτικάρουν ή/και να την ανασυγκροτήσουν. Το θέμα όμως είναι ότι, απλώς, παρότι υπάρχουν τα τεχνικά μέσα -τα εργαλεία, τα χέρια και τα δολάρια, για να το πούμε ωμά- φαίνεται να λείπει από τον μαζικό κινηματογράφο τόσο η φιλοδοξία όσο και η ικανότητα. Ο Nolan με την Οδύσσεια απέδειξε πως, αν μη τι άλλο, του περισσεύουν και τα δύο. 1. The Dark Knight Σε μια πιο ψύχραιμη κατάταξη, όπως ελαφρώς απατηλά υποσχεθήκαμε στον υπότιτλο αυτού του κειμένου, η λίστα θα έκλεινε με την Οδύσσεια. Θα υπήρχε μια δικαιοσύνη σε αυτό, όχι τόσο μια βιασύνη όσο μια αναγνώριση της στιγμής, και κυρίως της ριζοσπαστικότητάς της, όταν βλέπεις και ξέρεις ότι υπάρχει κάτι παραπάνω από την “επικαιρότητα” που καθιστά ένα έργο ιστορικής σημασίας. Υπάρχει όμως ένας αστερίσκος. Και αυτός ο αστερίσκος, για κάποιο λόγο, αποφασίζει τα βράδια να ντύνεται νυχτερίδα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι υπάρχει Hollywood πριν το The Dark Knight και Hollywood μετά το The Dark Knight. Δεν είναι μόνο η επιτυχία και η αποδοχή της ταινίας, οριακά άνευ προηγουμένου για blockbuster τέτοιου είδους, βασισμένη σε μια καμπάνια μάρκετινγκ που άλλαξε το πώς δομείται η ποπ κινηματογραφική δημόσια σφαίρα. Δεν είναι μόνο ο μύθος του “άδικου χαμού” του Heath Ledger, σημάδι μιας αυθεντικής λαϊκής συγκίνησης όσο και της βιομηχανικής παραγωγής-εμπορευματοποίησής της. Είναι πάνω απ’ όλα, για μένα, η δύναμη που περικλύει η αφοπλιστική και αποτελεσματική απλότητα της σκέψης του Christopher Nolan: πώς θα ήταν ο Batman, αν ήταν το Heat; Αυτό. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Υπάρχει ένα είδος ριζοσπαστικής απλότητας που γίνεται απόλυτα προσβάσιμη στις μάζες, την ίδια ώρα που προκαλεί τεκτονικές αλλαγές στο πεδίο της κουλτούρας. Γι’ αυτό κερδίζει το The Dark Knight. Γιατί ό,τι κι αν πούμε για τα υπόλοιπα, κι ό,τι στραβό κι αν εντοπίσουμε στο ίδιο, είναι σε τελική ανάλυση απλώς ακαταμάχητο.