Ένα συμπέρασμα όπως “η μουσική δημοσιογραφία έχει πεθάνει ” αποτελεί πλέον κοινό τόπο για πάρα πολλούς πάλαι ποτέ αλλά και νυν μουσικόφιλους. Τα εγχώρια site και περιοδικά του αντικειμένου έχουν πάρει εδώ και πολλά χρόνια τη γρήγορη κατιούσα, συμπαρασύροντας μαζί τους και τα πρόσωπα, τις εκπομπές, τις συνήθειες, τα ήθη, τις μουσικές ταυτότητες. Ίσως βέβαια να ήταν και τα τελευταία που γκρεμίστηκαν, να μην αποτελούν παρά το τελευταίο οχυρό που αλώθηκε από την πληροφοριακή πτώση των μουσικών κοινοτήτων. Και πρόκειται για μια ήττα που ελάχιστοι της έδωσαν σημασία – και ορθώς έπραξαν. Χθες, το Disinformation κυκλοφόρησε ένα εξαιρετικό άρθρο του μουσικού Thad McKraken για τη μουσική δημοσιογραφία, το hype και τη βιομηχανία. Μεταξύ άλλων, ο McKraken υποστήριζε πως “δεν υπάρχει μουσική δημοσιογραφία”, πως όσοι ασχολούνται με το σπορ δεν είναι παρά διαφημιστές, ακόμα και στις μικρότερες περιπτώσεις Μέσων. Το τελευταίο το αποδίδει στις φιλοδοξίες των μικρών Μέσων να γίνουν κάποτε μεγάλα, πράγμα που τα εξαναγκάζει να κρατήσουν “φιλική” στάση προς τη βιομηχανία αν δεν θέλουν να ριχθούν στο πυρ το εξώτερο απ’ τη γέννησή τους. Η παραπάνω λογική αλληλουχία όμως εξαφανίζεται στο ελλαδικό παράδειγμα, που τα μικρά Μέσα το ξέρουν εξαρχής ότι δεν υπάρχει χώρος να γίνουν μεγάλα. Παρ’ όλα αυτά, η παράλληλη έκρηξη του indie και του internet στις αρχές των ’00ς, έκανε τα μουσικά πόρταλ να φυτρώνουν με τη συχνότητα του αγριόχορτου – αλλά χωρίς την αγριάδα του. Η φράση “γράφω (ή έχω) ένα μουσικό πόρταλ” έγινε απαραίτητο αξεσουάρ για να περιφέρεις τα μούτρα σου στα in στέκια της πόλης· δεύτερη σε προτεραιότητα μόνο μετά απ’ το “είμαι DJ” που τότε σήμαινε “πάω και παίζω μια στο τόσο αντιγραμμένα CD (σήμερα mp3, αν όχι σε ακραίες περιπτώσεις Youtube(!)) τσάτρα-πάτρα για ξεφτίλα (αν όχι μηδενικά) μεροκάματα, καλώ όλους μου τους φίλους, κερδίζει ο μαγαζάτορας και καταστρέφεται ο κλάδος των επαγγελματιών DJ που έχουν επενδύσει πολύ χρόνο και χρήμα στο να μπορούν να κάνουν αξιοπρεπή DJ set”. Συμμετείχα περιστασιακά και στις δύο νοοτροπίες, του γραφιά και του DJ, οπότε το παραπάνω αποτελεί σε μεγάλο βαθμό και αυτοκριτική. Το φαινόμενο δημιούργησε μία άσχημη παρακαταθήκη. Απ’ τη στιγμή που η μουσική που ακούει κάποιος είναι θεμελιώδης παράγοντας κοινωνικής υπεραξίας, δεν μπορεί να της ασκήσει κριτική. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να τη μαρκετάρει κατάλληλα, ώστε να απολαύσει τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη απ’ αυτή. Πιό μεταμοντέρνα από ποτέ, η μουσική πιά είναι πάντα ζήτημα πλαισίου, είναι περισσότερο ο λόγος περί της μουσικής, παρά κάποια αυθυπόστατη αξία της. Εδώ ας ομολογήσουμε ότι οι μουσικές ταυτότητες πάντα είχαν ένα τέτοιο στοιχείο. Οι μεταλλάδες, οι πανκς, οι ψυχεδελάδες ή αργότερα οι ρεήβερς, οι χαουζάδες και άλλοι, πάντα ορίζονταν δια των λόγων περί του τι ήταν και μέσω του αποκλεισμού των άλλων ακουσμάτων. Ωστόσο, ακόμα κι αυτό ήταν πιο υγιές, καθώς κάθε τέτοιος “ορισμός” συνιστούσε μια μεταφορά. Ήταν συνήθως μεταφορά κοινωνικών συνθηκών, αναγκών και κοινοτήτων που προϋπήρχαν αλλά επιθυμούσαν να συγκροτηθούν πιο αυστηρά απέναντι σε ό,τι τους απειλούσε. Είναι γνωστή η σχέση του πανκ με την υπερατλαντική σχέση της Θάτσερ και του Ρίγκαν, αλλά και η House, τα σημερινά “χαουζάκια”, ήταν κάποτε η ριζοσπαστική μουσική της κοινότητας των μαύρων ομοφυλόφιλων του Detroit. Σήμερα τέτοιες σχέσεις έχουν διαρραγεί και οι μουσικές ταυτότητες έχουν πολύ πιο “χαλαρή” σύνδεση με σαφείς κοινωνικές ομάδες. Αυτό δεν είναι κάποιο μοιρολόι γι’ αυτές (καθώς παρουσίαζαν συχνά παθογένειες), αποτελεί απλά μια διαπίστωση για την κατάσταση της μουσικής σήμερα. Ο λόγος αυτός περί της μουσικής στη θέση της μουσικής της ίδιας είναι σήμερα ο κανόνας. Σε blogs, portals και περιοδικά συναντάει κανείς μόνο διθυράμβους και αφορισμούς· διθύραμβο για άμεση σύνδεση με το ατομικό μας συμφέρον και αφορισμό για πλάγια σύνδεση, για την επίδειξη της ικανότητάς μας να αναγνωρίζουμε και να πετάμε τα σκουπίδια. Και ίσως με κάποιον τρόπο να μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε την τελευταία νοοτροπία εκεί που εμπλέκονται λεφτά και διασυνδέσεις. Αλλά η τρομακτική διαπίστωση αφορά τα μουσικά blogs, εκεί που το χρηματικό κίνητρο δεν εμπλέκεται καθόλου – αλλά ίσως κι αυτό τελικά να είναι υπό συζήτηση. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει και την καταγωγή των σημερινών νεόκοπων γραφιάδων στο παρελθόν της μουσικής δημοσιογραφίας, που βέβαια παραποιήθηκε βολικά. Περιοδικά όπως το Ποπ + Ροκ ή το Ήχος & Hi-Fi συχνά επέλεγαν τη λατρεία αντί της ουσιαστικής κριτικής και έχτισαν έτσι μια συγκεκριμένη φόρμα και μια ασυνείδητη παρόρμηση για τη μουσικοκριτική. Αν πάμε ακόμα πιό πίσω, το Rolling Stone ή το ΝΜΕ υπήρξαν πρωτοπόροι στο χτίσιμο μύθων γύρω από πρόσωπα που απλά σήκωσαν ένα μικρόφωνο ή ενα όργανο. Βέβαια, εκεί η μουσική βιομηχανία ήταν στα καλύτερα της έχοντας το μονοπώλιο και στη μουσική ριζοσπαστικότητα και στο μουσικό κεφάλαιο και συνεπώς ήταν στο χέρι της να αναδείξει Θεούς και αμαρτωλούς, δόγματα και αιρέσεις. Μερικές δεκαετίες μετά, η σχέση αυτή έγινε πιο διάχυτη. Η βιομηχανία πάντα αγόραζε εν τέλει το underground αλλά έπρεπε πιά να το μαρκετάρει και ως τέτοιο, πράγμα το οποίο η Sony και η ΕΜΙ από ένα σημείο και μετά ήταν δομικά ανίκανες να κάνουν – εκτός αν το ανέθεταν σε κάποιο σιωπηλό φρεσκοαγορασμένο παρακλάδι τους με συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια. Τι είναι όμως, συγκεκριμένα, αυτό που κάνουν τόσο λάθος οι μουσικογραφιάδες; Το ενδεχόμενο “να μη μιλάνε για μουσική” είναι ανέφικτο για πολλούς λόγους και λάθος για άλλους τόσους. Αποτελεί σίγουρα υπερβολή η διάσημη ρήση του Frank Zappa , “να μιλάς για μουσική είναι σαν να χορεύεις για την αρχιτεκτονική”. Ο Theodor Adorno αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος του έργου του στη μουσική, αλλά κανείς δεν τον κατηγόρησε ότι χόρευε για τα ντουβάρια κάνοντάς το. Μια ουσιαστική κριτική σε μουσικά συμβάντα μπορεί να προσθέσει μεγαλύτερη ένταση στην εμπειρία της ακρόασης, αλλά και να αναδείξει κοινωνικές, αισθητικές και ιστορικές πτυχές ενός μουσικού έργου που θάβονται στην έκσταση της αναπαραγωγής. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι για μουσική μπορούν να μιλήσουν μόνο οι μεγάλοι φιλόσοφοι. Το βάθος της κριτικής είναι πολύπλοκο ζήτημα και αφορά τόσο το θεωρητικό οπλοστάσιο κάποιου, όσο και τις προκαταλήψεις και τα ιδεολογικά φίλτρα του. Αν ο ερασιτέχνης γραφιάς υστέρει στο πρώτο, με την ίδια ευκολία ο επαγγελματίας κριτικός μπορεί να πλανηθεί απ’ το δεύτερο. Το αίτημα εδώ είναι να υπάρχει η κριτική προσέγγιση αντί της διαφήμισης, όχι να γράφονται μανιφέστα. Μια κριτική σε μια μουσική πράξη σημαίνει , σε έναν μεγάλο βαθμό, απομυστικοποίησή της. Αυτό που μας παραδίδεται ακούγοντας κάτι είναι σκέτος ήχος και σε ένα πρώτο επίπεδο, μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει τα διακριτικά χαρακτηριστικά του: μελωδίες, στίχους, ενορχηστρώσεις, δομή. Εκεί ασκεί κάποιος ένα είδος τεχνικής ανάλυσης, πηγαίνοντας μόλις ένα βήμα μετά την απλή καταγραφή ότι από κάπου ακούγεται ένας ήχος. Αυτό σημαίνει απλά ότι καταλαβαίνουμε ότι εκείνη τη στιγμή ακούμε μουσική και τίποτα άλλο. Το παραπάνω αποτελεί μία στείρα προσέγγιση που θα χρησίμευε μόνο σε τεχνικούς ήχου. Πάνω στη βάση του, ωστόσο, μπορεί κανείς να αρχίσει να εντοπίζει τις υπόλοιπες πτυχές. Ένα μουσικό έργο είναι ένα καλλιτεχνικό έργο. Αυτό σημαίνει (στον μέγιστο κοινό διαιρέτη των αισθητικών θεωριών) ότι προσλαμβάνει μια μορφή και περικλείει ένα περιεχόμενο, τουτέστιν το σύνολο της βούλησης του δημιουργού (είτε θεωρεί κανείς ότι ο δημιουργός αυτοκαθορίζεται ή όχι), της ιστορικής καταγωγής του και των σημασιών του. Άρα πάντα υπάρχει ένα “νόημα” που ακούσια ή εκούσια ο δημιουργός μεταδίδει με τη μουσική πράξη. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται σαν να αφορούν μόνο τις μεγάλες στιγμές του Μπαχ, αλλά ο “δημιουργός” εδώ μπορεί να είναι και το επιτελείο της Katy Perry, η “μουσική πράξη” ένα electro-τσιφτετέλι της σειράς και το “νόημα” να είναι απλά “μία indie μπάντα που κουρεύτηκε και αντέγραψε την άλλη indie μπάντα επειδή για τους τάδε λόγους πουλάει και η νεολαία της Αγγλίας θέλει φράγκα και φήμη επειδή οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας είναι αισχρές.” Σημαντικό φάουλ των σύγχρονων μουσικογραφιάδων είναι και οι διπολικές εκτίμησεις. Κάτι που ακούμε δεν είναι “αριστούργημα” ή “σκουπίδι” επειδή “έτσι”. Τέτοιες αποφάνσεις είναι έγκυρες μόνο στο βαθμό που αυτός που τις εκφέρει έχει επίγνωση του πλαισίου εκφοράς τους, της σχέσης τους με την ιστορία του μέσου που επιλέγουν και της δυνατότητας που θα είχε ο κριτικός να απολαύσει το μέσο εν γένει. Θα ήταν κλισέ να αφορίσουμε ένα σκυλάδικο. Δεν θα ήταν κλισέ να δούμε με ποιό τρόπο το τάδε σκυλάδικο αποτελεί επανάληψη μιας μανιέρας ή αν εμπορεύεται κάποια μουσική φόρμα που αναδεικνύει το τωρινό κλίμα της ποπ μουσικής, καθώς φτιάχτηκε για να απευθύνεται στο “ευρύ” κοινό. Πέρα από τις αισθητικές πτυχές όμως, ένα καλλιτεχνικό έργο είναι και ένα κοινωνικό συμβάν. Προκύπτει μέσα από συγκεκριμένες συνθήκες και τις αντανακλά σε έναν βαθμό. Η αποκρυπτογράφηση αυτή μπορεί να είναι πλέον πιο δύσκολη από παλιά, απ’ όταν οι μουσικές κοινότητες ήταν εδαφικοποιημένες, ήταν τοποθετημένες σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου και οι κοινωνικές ομάδες που τις στελέχωναν ήταν εμφανείς (βλ. παραπάνω για τους Άγγλους πανκς). Οι κοινότητες, στον βαθμό που εμφανίζονται ακόμα, αποτελούν παγκόσμια δίκτυα και οι λόγοι που έλκονται από το κάθε νέο μουσικό ρεύμα και αποφασίζουν να το αναπαράγουν (π.χ. η έκρηξη του Witch House) και να συσπειρωθούν γύρω του είναι συχνά υπόγειοι και η έρευνα που απαιτείται για να διαλευκανθούν αυτές οι σχέσεις είναι πιο απαιτητική. Συνοψίζοντας κανείς τα παραπάνω , ενδεχομένως να παρατηρήσει ότι με βάση αυτά, είναι πλέον εξωφρενικά δύσκολο να γίνει δισκοκριτική ή κριτική συναυλίας. Το κάθε μουσικό έργο σήμερα έχει τόσα “σημεία φυγής” που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί από μία μόνο στιγμή του. Αν μπορεί να γίνει κάποια πρόταση κλείνοντας αυτό το άρθρο , είναι να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνικοϊστορική πλευρά της μουσικής θεματογραφίας. Ακόμα και η πιό αδιάφορη περίπτωση ακούσματος, με λίγη έρευνα, θα αποκαλύψει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την καταγωγή του καλλιτέχνη, τα ερεθίσματα που αποτέλεσαν το φυτίλι της κάθε δημιουργίας. Μια τέτοια προσέγγιση θα εκκινούσε ενδιαφέρουσες συζητήσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν πιο σίγουρη βάση για τη διαμόρφωση ενός ευρύτερου μουσικού γούστου. Και δεν θα είχε τον κίνδυνο να εκπέσει ποτέ σε διαφήμιση, καθώς το πιο δύσκολο πράγμα να προμοτάρει κανείς είναι η πραγματικότητα.