Το έχουμε ξαναπεί αρκετές φορές με αφορμή αυτήν την ετήσια λίστα ανασκόπησης με τις “φόλες” της χρονιάς, και είναι η αναπόφευκτη αφετηρία μας σχετικά με το τι συνιστά η ίδια η έννοια “φόλα”: Aν κάτι δεν το έχεις αγαπήσει, τότε είναι αδύνατον να σε πονέσει. Παρότι μπορούμε γενικά να μιλήσουμε για κάποια πιο αντικειμενικά αισθητικά κριτήρια, η φόλα είναι εκ των πραγμάτων μια σχετική κι υποκειμενική έννοια, κι αυτό γιατί πάντα η απογοήτευση έρχεται συναρτήσει των προσδοκιών. Αν δεν έχεις επενδύσει τίποτα σε κάτι, τότε δεν έχει την δυνατότητα να σε πληγώσει. Αν όμως περίμενες πράγματα από αυτό, αν είχες προβάλει πάνω του προσδοκίες, αν του είχες επιτρέψει να σου δώσει υποσχέσεις, τότε θα πληγωθείς. Και φυσικά δεν φταίει κανένας άλλος γι’ αυτό, παρά μόνο εσύ. Επομένως, κάθε φορά που χαρακτηρίζουμε μια ταινία ως απογοήτευση, αυτό αποκαλύπτει περισσότερα πράγματα για εμάς και την σχέση μας με το σινεμά, παρά για την ίδια την ταινία και την ποιότητά της με την στενή έννοια. Άρα, για να το συνοψίσουμε, η ιδιότητα της φόλας έγκειται στην μεγαλύτερη δυνατή απόκλιση ανάμεσα στις προσδοκίες και το αποτέλεσμα. Μ’ αυτήν την έννοια, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ποιες ταινίες μένουν έξω από αυτήν την λίστα και γιατί. Ας πούμε, μία ταινία που ναι μεν δε μας άρεσε, αλλά δεν είχαμε να περιμένουμε και τίποτα από αυτήν, δεν έχει θέση εδώ. Μιλάω πχ για ταινίες σαν το Tron: Ares, ή το F1, ή το Nuremberg. Επίσης, αυτό που δεν μετράει για φόλες είναι ταινίες που αναγνωρίζω ως κατασκευαστικά ικανοποιητικές, και σίγουρα θα πρότεινα σε κάποιον να τις δει, αλλά εγώ προσωπικά περίμενα κάτι περισσότερο (όπως το The Brutalist ή το The Smashing Machine). Παρομοίως, δεν θα έβαζα ταινίες ναι μεν δε μου άρεσαν αλλά προέρχονται από σκηνοθέτες που θεωρώ (πλέον) αδιάφορους ή overrated, όπως πχ ο Jim Jarmusch στο Father Mother Sister Brother και ο Guillermo del Toro στο Frankenstein. Επίσης δεν βάζω μέσα και ταινίες από σκηνοθέτες που δεν έχω πλέον καμία προσδοκία, οπότε δεν με εκπλήσει καθόλου αν δεν μου άρεσει το έργο του, όπως συνέβη με το Caught Stealing του Darren Aronofsky και το Honey Don’t του Ethan Coen. Για να μην τα πολυλογώ, ελπίζω να κατέστη σαφές πως οι παρακάτω ταινίες *δεν* είναι επουδενί οι κατά τη γνώμη μου χειρότερες ταινίες του 2025, αλλά αυτές που με πίκραναν περισσότερο γιατί περίμενα κάτι περισσότερο ή κάτι διαφορετικό. Προχωράμε, λοιπόν, στη λίστα με τις 10 μεγαλύτερες κινηματογραφικές φόλες της χρονιάς. Απολαύστε υπεύθυνα και, κυρίως, ψύχραιμα. 10. The Running Man (Edgar Wright) Οκ, επισήμως σταματάω να περιμένω πράγματα από τον Edgar Wright. Μας έδωσε πολλά με το Spaced και το Cornetto Trilogy, του δώσαμε κι εμείς αρκετή εμπιστοσύνη και υπομονή όταν δεν ήταν στον καλύτερο εαυτό του με το Baby Driver ή το Last Night in Soho. Το The Running Man όμως ξεπερνάει κάποια όρια: δείχνει έναν σκηνοθέτη που έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια να κάνει κάτι πρωτότυπο ή αξιόλογο, καταλήγοντας σε κάτι πλαστικό και ανέπνευστο. 9. Him (Justin Tipping) Πέρασαν σχεδόν 10 χρόνια απ’ όταν ο Justin Tipping γύρισε το τιμιότατο δρομίσιο coming-of-age Kicks, και στα χαρτιά το Him μοιάζει μια φιλόδοξη αλλά εφικτή κίνηση: ένα υπερφυσικό και φιλοσοφικό κλασικό αμερικάνικο sports movie που εξελίσσεται σε ταινία τρόμου. Δυστυχώς, καταλήγει παρωδιακό χωρίς να το καταλαβαίνει, με την σοβαροφάνειά του να εναλλάσσεται με στιγμές άστοχης σάτιρας. 8. A Big Bold Beautiful Journey (Kogonada) Αδυνατώ να καταλάβω τι πίστευε ότι θα πετύχει εδώ ο Kogonada, ένας O.G. των youtube-ικών video essays που μεταπήδησε πετυχημένα στην σκηνοθεσία με το Columbus και το After Young. Λογικά ήθελε να φτιάξει ένα παλιακό romantic screwball comedy fantasy σαν της χολιγουντιανής golden era α λα I Married a Witch, αλλά το αποτέλεσμα είναι εγκληματικά γλυκανάλατο – και αποτελειώνεται από τοποθέτηση Burger King α λα Σμαραγδής. 7. Hurry Up Tomorrow (Trey Edward Shults) Ως γνωστόν, μερικές φορές στην τέχνη είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν άνθρωποι που λένε ΟΧΙ. Εδώ ας πούμε ο The Weeknd χρειαζόταν ακριβώς αυτό: έναν άνθρωπο να του πει ΟΧΙ, μπας και σωθεί αυτή η ταινία του κατά τ’ άλλα ικανότατου Trey Edward Shults του It Comes at Night και του Waves. Αλλά όχι, η ναρκισιστική εγωπάθεια του σεναριογράφου/πρωταγωνιστή σπαταλάει όλο το potential και διαλύει κάθε πιθανότητα. 6. Nosferatu (Robert Eggers) Κακή ταινία; Όχι. Απογοητευτική ταινία; Ναι. Γιατί έχει την υπογραφή ενός Robert Eggers, άρα δημιουργεί και τις προσδοκίες ενός The Witch ή ενός The Lighthouse. Είμαι από τους fans του Count Orlok σε αυτήν την ταινία, αλλά συνολικά η μεταφορά του Eggers είναι άνευρη, διεκπεραιωτική και δεν κομίζει τίποτα καινούριο στον βαμπιρικό μύθο της μεγάλης οθόνης. Δεν θα μπορούσα να είμαι λιγότερο hyped για το επερχόμενο Werwulf, αλλά ίδωμεν. 5. Die My Love (Lynne Ramsay) Οκτώ χρόνια περιμέναμε να δούμε νέα ταινία της Lynne Ramsay, μετά το φανταστικό You Were Never Really Here. Και μέσα σε αυτά τα 8 χρόνια άλλαξε περίπου 14 πρότζεκτ που ναυάγησαν, σημάδι που ποτέ δεν προμηνύει θετικές εξελίξεις. Δυστυχώς το Die My Love μου φάνηκε αλλοπρόσαλλο, υπερβολικό, τραβηγμένο από τα μαλλιά και επιτηδευμένα “προκλητικό”, δηλαδή ακριβώς ό,τι δεν θα περίμενες από μια σκηνοθέτρια γαλουχημένη στον βρετανικό ρεαλισμό και την λιτή σκληρότητα. 4. Mickey 17 (Bong Joon-ho) Αν εδώ βρισκόταν η υπογραφή οποιουδήποτε άλλου σκηνοθέτη, θα λέγαμε ότι έχουμε να κάνουμε απλώς με ένα τίμιο quirky sci-fi πολλαπλών ταυτοτήτων. Με την υπογραφή Bong Joon Ho όμως, και με το χάηπ του Parasite από πίσω, περίμενες κάτι περισσότερο. Για να είμαι ειλικρινής, θεωρώ ότι ο Bong είναι πιο άνισος απ’ ό,τι παραδεχόμαστε συνήθως, αλλά και πάλι θεωρώ ότι εδώ (πιθανώς με ευθύνη του στούντιο, όπως ακούγεται) σπαταλήθηκε το potential ενός δυνητικά συναρπαστικού concept. 3. Eddington (Ari Aster) Θα είμαι ειλικρινής. Πιστεύω ότι ο Ari Aster συνεχίζει να έχει σπουδαίες ταινίες μέσα του. Γιατί μπορεί το Beau is Afraid και το Eddington να μη μου άρεσαν καθόλου, ενώ Hereditary και Midsommar τα λάτρεψα, αλλά θεωρώ ότι είναι σκηνοθέτης με δυνατότητες μεγαλείου και ακόμα δεν έχει δώσει τον καλύτερο δυνατό εαυτό του. Αλλά αυτό στα μάτια μου δεν ήταν σίγουρα το Eddington, μια ταινία πολύ πιο μπερδεμένη και λιγότερο έξυπνη απ’ ό,τι προσποιούταν για τον εαυτό της, προσπαθώντας να επιλύσει αυτήν την αντίφαση μέσα από ρηχή σάτιρα και (ομολογουμένως εντυπωσιακό) αποπροσανατολιστικό υπερθέαμα. 2. Mountainhead (Jesse Armstrong) Είσαι ο Jesse Armstrong. Έχεις θητεύσει στην σπουδαία βρετανική τηλεόραση με το Peep Show και το Thick of It. Έπειτα ζωγραφίζεις σεναριακά με το In the Loop και το Four Lions. Και τελικά βρίσκεις την παγκόσμια δόξα με το Succession στην αμερικάνικη ποπ κουλτούρα. Και μετά τι κάνεις; Το γυρνάς στην φτηνή και εύκολη σάτιρα tech-bro εκατομμυριούχων που καταλήγει να είναι πιο ρηχή και από τα υποκείμενα που σατιρίζει. Σόρι, το να σατιρίσεις αποτελεσματικά το νέο πνεύμα του καπιταλισμού είναι σοβαρή υπόθεση και απαιτεί σοβαρότερη προσπάθεια – πόσο μάλλον από έναν από τους καλύτερους εκεί έξω. 1. Jay Kelly (Noah Baumbach) Το χειρότερο είδος φόλας, αν με ρωτάτε. Κι αυτό γιατί είναι μια φόλα που σε αναγκάζει να ξανασκεφτείς αν πρέπει να απομυθοποιήσεις εντελώς έναν δημιουργό που παραδοσιακά αγαπούσες. Έτσι νιώθω εγώ τώρα με τον Noah Baumbach. Μεγάλωσα λατρεύοντας ταινίες του σαν το The Squid and the Whale και το Frances Ha για την ειλικρινή και τρυφερή ματιά τους στην αμερικάνικη μεσαία τάξη, και έπειτα ενθουσιάστηκα με το Marriage Story χαιρετίζοντάς το ως θρίαμβο. Έπειτα, στραβοπάτημα με το White Noise, ασχολίαστο το σενάριο του Barbie, αλλά τίποτα δεν με προετοίμαζε για το Oscar-baiting out-of-touch cringe-fest κρίσης μέσης ηλικίας του Jay Kelly. Μήπως κάτι έπρεπε να με έχει προετοιμάσει τελικά; Να, αυτό σκέφτομαι τώρα.