Ήταν Τετάρτη απόγευμα στην Αθήνα. Στο Σύνταγμα γινόταν μία συγκέντρωση για το Σχέδιο “Αθηνά”, τη ριζοσπαστική κίνηση της κυβέρνησης που – αν περάσει – θα καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια στην ολοκληρωτική καταστροφή της εγχώριας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η συγκέντρωση απαρτιζόταν από περίπου 500 φοιτητές τους οποίους οι αστυνομικές δυνάμεις είχαν κυριολεκτικά περιφράξει, κάνοντας τα πανό να μαζευτούν, τα συνθήματα να είναι σιωπηλά και τα παιδιά να έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με την πιθανότητα να ζήσουν για μία εισέτι φορά τη φίνα λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας. Μία τέτοια εικόνα το 2013 είναι δίσημα μελαγχολική. Απ’ τη μία δεν μπορεί παρά να ανακαλέσει τις μνήμες των μαζικών φοιτητικών κινητοποιήσεων του 2006 που αποτέλεσαν σημείο καμπής για τις σύγχρονες δημοκρατικές εκφράσεις, αλλά και την τελευταία ζωντανή στιγμή της ελληνικής πρωτεύουσας. Αφ’ ετέρου δηλώνει πλέον ευθαρσώς τη θυσία της φοιτητικής τάξης στον βωμό του ελλειματικού οικογενειακού προϋπολογισμού. Όλο και λιγότεροι μπορούν να χρηματοδοτήσουν σπουδές πλέον, καθώς το εισόδημα των γονέων είναι ανεπαρκές και η δυνατότητα για νεανική εργασία ανύπαρκτη. Ποιός να βγει να διαδηλώσει για το σχέδιο Αθηνά αν δεν έχει καν τη δυνατότητα να είναι φοιτητής; Χίλιες λέξεις που όλοι ξέρουμε για μια εικόνα που λίγοι είδαν, θα μπορούσε να πει κανείς. Και θα έχει δίκιο, αλλά η συγκέντρωση ήταν απλά μία τυχαία συνάντηση. Προορισμός ήταν το γκρίζο, ασφυκτικό και άχαρο κτίριο της ΕΣΗΕΑ, όπου λάμβανε χώρα η ημερίδα με τίτλο “τα ΜΜΕ και το φαινόμενο του νεοναζισμού”. Στους ομιλητές ήταν ο Τάσος Τέλογλου, η Λιάνα Κανέλλη, ο Στέλιος Κούλογλου, ο Τάσος Κωστόπουλος, ο Παύλος Τσίμας, η Φανή Πετραλιά και άλλοι. Η νεοναζιστική έξαρση είναι ένας μύθος. Όχι με την έννοια του ψευδούς γεγονότος, αλλά με αυτή της κατασκευασμένης αφήγησης. Η ΧΑ έχτισε τον – όπως αποδείχθηκε εύθραυστο – μύθο μίας υποτιθέμενης αντισυστημικότητας, την ισχνή χαρακτηροδομή του απολυμαντή της “βρώμικης” ελληνικής πραγματικότητας (της οποίας αποδείχθηκαν οργανικά στοιχεία), την αλληγορία της έκφρασης μιας υποτιθέμενα ευρείας αγανάκτησης – ενώ στην ουσία απλά μαζέψαν ένα μέρος της κοινωνικής κάστας των έκπτωτων μικροαστών που ούτως ή άλλως πάντα συνηγορούσε στην ακροδεξιά. Ωστόσο, παρά την άκρως επιτυχημένη σχολή του γκεμπελικού μάρκετινγκ και την ευγενική συνδρομή του κομιστή Θέμου Αναστασιάδη, η ΧΑ δεν θα ήταν ικανή να πλάσει έναν τέτοιον μύθο μόνη της. Ο μύθος πλάθεται δια του αποκλεισμού των καθαρών εξηγήσεων και η ευθύνη βαραίνει τους φρουρούς της πληροφορίας, δηλαδή τον μηχανισμό των ΜΜΕ. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, πίσω απ’ την πλατφόρμα για την αυτοκριτική των μέσων, βρίσκουμε το πιό φωτεινό παράδειγμα υγιούς δημοσιογραφίας στην Ελλάδα: την ομάδα του Ιού, τους οποίους επ’ ουδενί δεν θα μπορούσε κανείς να κατηγορήσει για συνεργία στην ακμή του εγχώριου νεοναζισμού. Ο Δημήτρης Τρίμης είναι πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, ο Τάσος Κωστόπουλος ήταν βασικός ομιλητής και η ημερίδα βασίστηκε σε μία ιδέα του Δημήτρη Ψαρρά. Η ποικιλομορφία του πάνελ φαίνεται να στόχευε στην αποτύπωση του μωσαϊκού της μιντιακής πραγματικότητας, χάνοντας ωστόσο το γεγονός ότι ο δημοσιογραφικός λόγος δεν είναι ισομερώς μοιρασμένος και ο Τάσος Κωστόπουλος και ο Στρατής Μπουρνάζος είναι μειοψηφικές φωνές, ενώ τα μίντια κυριαρχούνται απ’ τους Τσίμες και τους Τέλογλου αυτού του κόσμου. Η Λιάνα Κανέλλη, πρώτη ομιλήτρια λίγο μετά την έξω-απ’-τα-δόντια εισήγηση του Δημήτρη Τρίμη, υπήρξε μία απογοήτευση. Φαντάζει εκπληκτικό το γεγονός ότι – ακόμα και με το παρελθόν της ως διευθύντρια του ακραία εθνικιστικού περιοδικού NEMECIC και τηλεοπτική κήρυκας μίας ιδιάζουσας αριστερής εκδοχής του εθνικισμού – θα επέμενε στο να αγνοεί τα δομικά στοιχεία διαπλοκής ναζιστικού μύθου και δημόσιου λόγου. Η πρότερη (και ιστορικά ορθή) θέση του Δημήτρη Τρίμη ότι το ατόπημα της Βαϊμάρης που συνηγόρησε όσο λίγοι παράγοντες στην άνοδο του ναζιστικού καθεστώτος ήταν η ρητορεία των δύο άκρων, από το ένα αυτί της μπήκε και απ’ το άλλο της βγήκε. Η Λιάνα Κανέλλη, αφού για πολλή ώρα σκιαγράφησε ανώδυνα και με σχετική εγωπάθεια τα νοσηρά στοιχεία της εγχώριας δημοσιογραφίας, επέλεξε τελικά να δώσει έμφαση στην εξίσωση αυτών που επενέβησαν χωρίς την άσκηση βίας στην ομιλία του πολυαγαπημένου μας δημάρχου Καμίνη στο LSE με τη δράση των χρυσαυγιτών, αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά ότι τη χειρότερη εποχή για οικιακή οικονομία, επιμένει να απευθύνεται σε νοικοκυριά που δεν υπάρχουν. Και αν η αριστερόφρων Λιάνα, έχοντας ζήσει και από πρώτο χέρι την έλλειψη ορίων στο κυνήγι εντυπώσεων της χα, θέλει να θολώνει τις διακριτικές γραμμές, μπορούμε μόνο να τρομάξουμε με το πώς θα τις αντιμετωπίζει η εγκάθετη δημοσιογραφία. Ο Τάσος Κωστόπουλος και ο Στρατής Μπουρνάζος, όπως είπα ήδη, αποτελούν τις μειοψηφικές φωνές. Η αναδρομή που έκαναν, ο πρώτος στη γενική διάρθρωση του ναζιστικού φαινομένου στον σύγχρονο ελλαδικό χώρο, ο δεύτερος στους παράλληλους βίους ναζισμού και μιντιακού λόγου, παρ’ ότι ορθότατες, άφησαν κάποιες σημαντικές πτυχές απ’ έξω. Ωστόσο, αποτελούσαν πλήρη εικόνα αυτών των πτυχών, εν αντιθέσει με την ανάλυση του Τάσου Τέλογλου που κατέβηκε με διαστημόπλοιο απ’ τον πλανήτη ΔΝΤ, λίγο έξω από το Άλφα του ΕΚΤαύρου. Σύμφωνα με τον Τέλογλου, το πρόβλημα της ανόδου της χρυσής αυγής σχετίζεται με τη σύνδεσή της με τα σώματα ασφαλείας (καλά ως εδώ, ας πούμε ότι ισχύει κι αυτό), που είναι υπάλληλοι ενός διογκωμένου δημοσίου τομέα και άρα το πρόβλημά μας ανάγεται πάλι στην κοινή συνισταμένη του ότι έχουμε “πολύ σοσιαλισμό” όπως έλεγε και η Θάτσερ για τον δημόσιο τομέα της Αγγλίας όσο αυτός υπήρχε. Το γεγονός ότι το εγχώριο κύμα ιδιωτικοποίησεων συνοδεύεται από τη διόγκωση των θέσεων εργασίας σε σώματα ασφαλείας (πράγμα που τονίζει για άλλη μία φορά την ιδιαιτερότητα των αστυνομικών σε σχέση με τα υπόλοιπα επαγγέλματα του δημοσίου τομέα), φαίνεται φυσικά να διέφυγε της προσοχής του κ. Τέλογλου. Η παραπάνω τετράδα ήταν αυτή που έκλεισε το πρώτο πάνελ. Στη συνέχεια της κουβέντας, θα συντόνιζε η Φανή Πετραλιά με νέους ομιλητές. Ποιούς όμως; Τον Γιάννη Τριάντη που στα τελευταία της Ελευθεροτυπίας αποδείχθηκε ένθερμος υποστηρικτής της Μάνιας Τεγοπούλου. Τον Στέλιο Κούλογλου που πούλησε το προφίλ του κυνηγημένου δημοσιογράφου μέχρι το σημείο που ακόμα κι αυτό δεν μπορούσε να κρύψει τον λόγο που είχε πέριξ των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων. Τον Παύλο Τσίμα που τόσα χρόνια υπαγορεύει ιδεολογία με αθώο προφίλ. Έχει φύγει πια η όρεξη για κριτική σ’ αυτά που επαναλαμβάνονται σαν μανιέρες, στον λόγο όσων έχουν καταστεί απόλυτα προβλέψιμοι και φθίνουν μαζί με την ελάχιστη εξουσία που είχαν. Μ’ αυτό το σκεπτικό, η σχέση μου με την εκδήλωση της ΕΣΗΕΑ έληξε με το πέρας του πρώτου κύκλου. Και τι αποκομίζει κανείς από μία τέτοια κουβέντα; Κεκλεισμένων των θυρών μίας αίθουσας ενός διακοσμητικού σωματείου, υγιή και ανθυγιεινά στοιχεία της παλαιάς τάξης της δημοσιογραφίας συζητούν για τη στρατηγική του κλάδου τους, εμμένοντας σε μία αντίληψη της έντυπης και τηλεοπτικής πληροφόρησης, μέσα που έχουν χάσει εν πολλοίς τη δύναμή τους. Φάνηκε ότι κανείς δεν είχε πρόθεση να παραδεχθεί ότι το ίντερνετ, η απεδαφικοποιημένη πατρίδα του κιτρινισμού, έχει πλέον ξεπεράσει το προσωποκεντρικό μοντέλο της παλαιάς δημοσιογραφίας. Η πληροφορία έμεινε γυμνή από όνομα, όχι όμως κι από σχέδιο. Είναι οφθαλμοφανές, σε όσους δεν εθελοτυφλούν φυσικά, ότι το μεγαλύτερο μέρος της ακροδεξιάς προπαγανδιστικής ατζέντας προωθείται μέσα από την ταχύρρυθμη ειδησεογραφία των ακμάζοντων σάιτ, χωρίς να σχολιάσουμε τις τραγικές αυθαιρεσίες που λαμβάνουν χώρα στο εργασιακό κομμάτι. Αυτό στο οποίο έχουν μετατραπεί οι διαμεσολαβητές της τέταρτης εξουσίας δεν φτάνει πια για να πατήσει στην πραγματικότητα και όπως αποδεικνύεται – από αυτά που άκουσα, αλλά και απ’ αυτά που διάβασα εκ των υστέρων για το υπόλοιπο της ημερίδας – έχουν πολύ έδαφος να καλύψουν μέχρι να μπορέσουν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στην επικοινωνιακή επέκταση του ναζιστικού παροξυσμού. Αξίζει βέβαια να αναφερθεί ο ηλικιωμένος κύριος δίπλα μου που μονολογούσε συνεχώς ότι “έφεραν όλους τους κομμουνιστάς “, ενώ δεν άντεξε και αποχώρησε επαναλαμβάνοντας για μία εισέτι φορά την κατηγορία του, τη στιγμή που μιλούσε ο γνωστός κομμουνιστής… Τάσος Τέλογλου. Φωτογραφίες: Κατερίνα Τριχιά