Γράφει ο Λεωνίδας Βέργος Συμπληρώνεται στις 22 Σεπτεμβρίου ένας χρόνος από τον θάνατο του Φρέντρικ Τζέιμσον, μιας από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της σύγχρονης κριτικής του πολιτισμού και της λογοτεχνίας. Λίγες φωνές προσέφεραν περισσότερα από τον ίδιο στην κριτική αποτίμηση κι ερμηνεία της ποπ ή μαζικής κουλτούρας. Προκειμένου να προσεγγίσει ένα φαινόμενο που δεν είχε πάντα την ισχύ που έχει στην εποχή μας, ο Τζέιμσον αντιμετώπισε τη μαζική κουλτούρα όχι απλά ως μια έκφανση του σύγχρονου πολιτισμού, αλλά σε σχέση με τις ιστορικές συνθήκες και με άλλα φαινόμενα που κατά τη μεταπολεμική περίοδο αποκτούν πρωτοφανή σημασία σε διάφορους τομείς, όπως τα νέα Μέσα και η σχέση τους με την οικονομική σφαίρα. Δημοφιλή λογοτεχνικά είδη, ο κινηματογράφος, η «popular μουσική», ακόμη και σύγχρονα εικαστικά ρεύματα όπως η ποπ αρτ εξετάζονται ως ένα πολύπλευρο διακαλλιτεχνικό αλλά σε έναν βαθμό ενιαίο πολιτισμικό σύνολο. Εξετάζοντας τη μαζική κουλτούρα σε διαλεκτική σχέση με την ιστορική συγκυρία στην οποία αυτή εμφανίζεται, ο Τζέιμσον κάνει λόγο για ένα φαινόμενο πρωτοφανούς σημασίας στον μεταμοντερνισμό. Εφόσον όμως η μαζική κουλτούρα με τη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα (ως ένα κομμάτι του πολιτισμού μας το οποίο έχει διεισδύσει σε κάθε πτυχή του κοινωνικού βίου, από τις ασχολίες μας στον ελεύθερό μας χρόνο έως την ίδια την πολιτική) αποτελεί κάτι κατ’ ουσίαν μεταμοντέρνο, είναι αναγκαία μια αναφορά στον ορισμό που δίνει ο Τζέιμσον στην έννοια αυτή. Για τον Τζέιμσον, ο μεταμοντερνισμός δεν είναι μια ιδεολογία ή ένα σύνολο αντιλήψεων, αλλά η πολιτισμική λογική μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου- συγκεκριμένα, είναι η πολιτισμική λογική της εποχής του ύστερου καπιταλισμού. Όπως φαίνεται από την ορολογία (που δεν είναι άλλη από αυτήν που χρησιμοποιεί κι ο ίδιος ο Τζέιμσον στο έργο του), ο Τζέιμσον ως μαρξιστής θεωρεί πως μια ιστορική περίοδος καθορίζεται κατά βάση από τον τρόπο παραγωγής, δηλ. εν πολλοίς την οικονομική σφαίρα και τις σχέσεις εξουσίας σε αυτήν. Δεν είναι τυχαίο ότι στο εξεταζόμενο έργο ο μεταμοντερνισμός κατέχει τόσο κομβική σημασία: ο Τζέιμσον σε μεγάλο βαθμό δεν έκανε κάτι διαφορετικό από το να προσπαθήσει με μια μαρξιστική πυξίδα που θα προσανατολίζεται γύρω από την πολιτισμική σφαίρα να καταλάβει την ίδια του την εποχή (τα πρώτα του κείμενα δημοσιεύονται τις δεκαετίες του 1960-70, δεκαετίες αλλαγών στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που θεωρούνται ριζικές). Αυτό είναι που τον οδηγεί στην ενδελεχή κριτική-θεωρητική αποτίμηση του μεταμοντέρνου και, αναπόφευκτα, στη μελέτη του ίδιου το φαινομένου της μαζικής κουλτούρας ως ιδιαίτερα επιφανούς έκφανσης του τελευταίου. Βέβαια, ο Τζέιμσον δεν ήταν ο πρώτος ή ο μοναδικός που συσχέτισε το μεταμοντέρνο με τη μαζική κουλτούρα. Παράλληλα με αυτόν, άλλοι στοχαστές που ασχολούνταν με την κριτική του πολιτισμού και των Μέσων, όχι απαραίτητα υπό ένα μαρξιστικό πρίσμα, όπως ο W.J.T. Mitchell με το βιβλίο του Picture Theory, ασχολήθηκαν με παρόμοιες προβληματικές˙ ο τελευταίος μάλιστα ορίζει τη μετανεωτερικότητα ως εποχή της «παντοκρατορίας των εικόνων» (όπως αυτή αποτυπώνεται με τα σύγχρονα Μέσα, τη φωτογραφία, το σινεμά), με την τελευταία να παίζει τον πιο καθοριστικό ρόλο στο πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Η έννοια της εικόνας είναι κεντρική και στην αντίληψη του Τζέιμσον για τη μαζική κουλτούρα. Ταυτόχρονα, ο λόγος γύρω από την πρωτοφανή δύναμη της εικόνας στη μετανεωτερικότητα σχολιάζεται κι από στοχαστές όπως ο Ζαν Μποντριγιάρ, που στο δοκίμιο Ομοιώματα και προσομοίωση κάνει λόγο για μια «υπερπραγματικότητα» που παράγεται από τη συνεχή ροή πληροφοριών που μεταδίδουν οι πανταχού παρούσες εικόνες, βλ. μέσα από δελτία ειδήσεων ή τη διαφήμιση, και η οποία έχει τόσο κομβική παρουσία στη σύγχρονη εποχή, που μοιάζει να είναι πιο πραγματική κι από την ίδια την αντικειμενική -θα έλεγε ένας μαρξιστής- κοινωνική πραγματικότητα («μετασχηματισμός της πραγματικότητας σε εικόνες» λέει ο Τζέιμσον χαρακτηρίζοντας το φαινόμενο αυτό ως κομβικό στον μεταμοντερνισμό). Μπορεί να θεωρηθεί πως το κλειδί για την κατανόηση του φαινομένου της μαζικής κουλτούρας από τον Τζέιμσον είναι, αφενός, ο ρόλος των νέων αυτών Μέσων (ιδιαίτερα σε σχέση όχι μόνο με την τέχνη αλλά και με την κατανάλωση αγαθών κι έτσι την οικονομία) κι ό,τι αφορά τις ίδιες τις πολιτισμικές μορφές αφετέρου, με έμφαση σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «διάβρωση των ορίων μεταξύ υψηλής και χαμηλής/λαϊκής κουλτούρας». Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο μεταμοντερνισμός δεν αποτελεί μια έκφραση ενός ενιαίου ή ομοιογενούς ύφους στην τέχνη: ενώ η τέχνη της εποχής του μοντερνισμού μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε τάσεις, βλ. υψηλός μοντερνισμός, ποίηση του Τ.Σ. Έλιοτ πχ. ή κινήματα/πρωτοπορίες με χαρακτηριστική φερειπείν την υπερρεαλιστική ποίηση, το μεταμοντέρνο δεν μπορεί να «ενοποιηθεί εννοιολογικά» ως σύνολο. Πρόκειται μάλλον για ένα ευρύ φάσμα καλλιτεχνικών μορφών που αποτελούν υπέρβαση ή κι αντίδραση απέναντι σε αντίστοιχες μορφές του μοντερνισμού, όπως είναι το ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού, και χαρακτηρίζονται σε πολλές περιπτώσεις από έναν αυτοαναφορικό, μεταμυθοπλαστικό χαρακτήρα ή μια συνήθη στη μετανεωτερική εποχή αίσθηση έλλειψης νοήματος, βλ. θέατρο του παραλόγου. Στο δοκίμιό του «Μεταμοντερνισμός και καταναλωτική κοινωνία» ο Τζέιμσον παραθέτει μια σειρά έργων τέχνης ή καλλιτεχνών που με βάση τα κριτήρια αυτά μπορούν να χαρακτηριστούν μεταμοντέρνοι. Και κάπου εδώ στην επισκόπηση των αντιλήψεων του Τζέιμσον για τη μαζική κουλτούρα μπορούν να τεθούν και συγκεκριμένα παραδείγματα: ως παραδείγματα μεταμοντερνιστικών μορφών τέχνης αναφέρονται στη μουσική το πανκ, το ποστ-πανκ και το new wave (με συγκεκριμένη αναφορά σε τολμηρούς καλλιτέχνες όπως οι Talking Heads και οι Gang of Four) ή το θεωρούμενο ως νεο-ντανταϊστικό έργο του συνθέτη Τζον Κέιτζ, στο σινεμά ρεύματα με τεχνικές πρωτοτυπίες όπως το γαλλικό νέο κύμα. Πρόκειται για νέα έργα που μπορούν να χαρακτηριστούν «μαζικά» για δύο λόγους: αφενός καθώς για τον ίδιο αποτελούν «αντίδραση» στον ελιτισμό του υψηλού μοντερνισμού (χαρακτηριστικό παράδειγμα η αναφερθείσα ποίηση του Έλιοτ) όντας δυνάμει προσιτά όχι μόνο σε ένα σύνολο «μυημένων», αφετέρου γιατί αντικειμενικά μπορούν να φτάσουν σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα πληθυσμού μέσω των νέων Μέσων. Ακόμα και η μουσική, με το άλμπουμ ως νέο Μέσο που αλλάζει την απήχηση που μπορεί να έχει ένα μουσικό έργο, εισήχθη σε μια εποχή που αποκαλείται εποχή της «δημοφιλούς μουσικής». Ένα άλλο παράδειγμα έρχεται από τη λογοτεχνία: λογοτεχνικά κείμενα ή είδη που παραδοσιακά θεωρούνταν «εύπεπτα» κι έτσι υποτιμούνταν από την κριτική (αναφέρονται ο γοτθικός τρόμος και η επιστημονική φαντασία, μεταξύ άλλων), δεν μπορούν πλέον τόσο εύκολα να χαρακτηριστούν έτσι, τη στιγμή που δεν γράφεται πια μια άλλη λογοτεχνία, με αναφορές σε «υψηλά νοήματα» ή ιδέες, όπως ήταν η λογοτεχνία του υψηλού μοντερνισμού˙ επιπλέον, τα έργα αυτά αποκτούν νέα απήχηση κι έτσι πολιτισμική σημασία με την όλο και πιο συχνή μεταφορά τους στον κινηματογράφο (πχ. το giallo υποείδος του κινηματογραφικού τρόμου εμπνέεται ακριβώς από τα «εύπεπτα» λογοτεχνικά πεζογραφήματα του είδους). Ο Τζέιμσον κάνει λόγο για άνευ προηγουμένου διείσδυση της διαφήμισης, της τηλεόρασης και των Μέσων σε κάθε τομέα της κοινωνίας. Συσχετίζει το σημείο αυτό με τη μαζική κουλτούρα λέγοντας ότι νεότερα Μέσα όπως η τηλεόραση φέρνουν «νέες δεξιότητες ακρόασης και θέασης» σε ένα κοινό που μέχρι πρότινος δεν είχε επαφή με τέτοιες δραστηριότητες, μέσω φερειπείν του τηλεοπτικού δράματος ή ακόμη και γενικότερα με τον τρόπο που επιδρούν πάνω στην πολιτισμική ταυτότητα μιας κοινωνίας. Έτσι τα Μέσα καθιστούν «πολιτισμικά εγγράμματο» πρωτοφανή αριθμό ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτόν παύει για τον Τζέιμσον να υφίσταται ο παλαιός διαχωρισμός μεταξύ «υψηλής» και λαϊκής κουλτούρας, τη στιγμή που γίνονται ασαφή τα όρια μεταξύ των δύο αλλά κι ο τρόπος που κάτι μπορεί να θεωρηθεί «υψηλή» τέχνη. Πόσο σημαντικές είναι τηλεοπτικές σειρές, δηλαδή καλλιτεχνικές μορφές που μεταδίδονται σε πανεθνικό επίπεδο μέσω ενός νεότερου Μέσου, όπως τα Φιλαράκια ή οι Monty Python φερειπείν, σε σημείο να ταυτίζονται με μια ολόκληρη εθνική κουλτούρα; Το μοντερνιστικό λογοτεχνικό έργο του Τζέιμς Τζόις, για παράδειγμα, έχει ταυτιστεί ώς έναν βαθμό με την ιρλανδική κουλτούρα και την αποτύπωση πτυχών αυτής με αισθητικούς όρους, δεν θα μπορούσε όμως ούτε να έχει την πανεθνική απήχηση που έχει ένα έργο μέσω της τηλεόρασης, ούτε να καθορίσει τον τρόπο που ένα έθνος γίνεται αντιληπτό στον κόσμο εν πολλοίς με τον τρόπο που αυτό καθίσταται δυνατό μέσω των νέων Μέσων (ας αναλογιστούμε το λεγόμενο «βρετανικό χιούμορ» και το πώς αυτό καθορίστηκε κι έφτασε να νοείται ως τέτοιο μέσα από αγγλικές τηλεοπτικές σειρές όπως το Fawlty Towers). Βεβαίως νεότερα Μέσα όπως η φωτογραφία ή ο κινηματογράφος υπήρχαν και πριν τη λεγόμενη μετανεωτερικότητα (ήδη πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο καθοριστικός για τη σκέψη του Τζέιμσον θεωρητικός του πολιτισμού Βάλτερ Μπένγιαμιν αποτιμά κριτικά αυτά και την προσφορά τους στον πολιτισμό σε δοκίμια όπως «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του»). Την εποχή για την οποία μιλάει ο Μπένγιαμιν, χονδρικά στις αρχές του 20ού αι., με τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο τίθενται οι βάσεις για αυτό που αποκαλούμε σήμερα «μαζική κουλτούρα». Για να εδραιωθεί όμως αυτή με τον τρόπο που γνωρίζουμε, ο Τζέιμσον υποστηρίζει πως μεσολαβεί και μια άλλη εξέλιξη που σχετίζεται μάλλον με την οικονομία παρά αμιγώς με τον πολιτισμό: η έλευση του «ύστερου καπιταλισμού» ως ενός «τρίτου σταδίου» του οικονομικού αυτού συστήματος. Στον ύστερο καπιταλισμό, μέσω της σχέσης των νέων Μέσων με την κουλτούρα με τη διείσδυση της διαφήμισης σε κάθε τομέα της κοινωνίας (για παράδειγμα στην τηλεόραση) η σφαίρα της κουλτούρας, υποστηρίζει ο Τζέιμσον, για πρώτη φορά δεν αφορά μόνο έργα τέχνης ή ρεύματα/κινήματα σκέψης και ιδεών, αλλά διευρύνεται και πρακτικά «καταναλώνεται» στην καθημερινότητα, τα ψώνια, στην κατανάλωση, δραστηριότητες που καθορίζονται από τη διαφήμιση και, σε τελική ανάλυση, από τη δύναμη της εικόνας και των νέων Μέσων. Η σε τέτοιο βαθμό διαπλοκή της κουλτούρας με την κατανάλωση παρουσιάζεται μεταπολεμικά, κατά βάση σε αυτό που κωδικοποιείται ως μετανεωτερικότητα και προσπαθεί να ερμηνεύσει ο Τζέιμσον κι έχει υλική, οικονομική και τεχνολογική βάση. Ο Τζέιμσον υποστηρίζει πως στο μεταμοντέρνο όλες οι μορφές τέχνης απορροφώνται από την εμπορική κουλτούρα, κάτι που ονομάζει «νέα μεσολάβηση» μεταξύ του οικονομικού επιπέδου και του αισθητικού. Αν θέλουμε λοιπόν να συμβουλευτούμε την κρίση του Φρέντρικ Τζέιμσον, θα πρέπει να νοήσουμε τη μαζική κουλτούρα στις διάφορες εκφάνσεις της, είτε τη μουσική που καταναλώνουμε, είτε μια σειρά που βλέπουμε σε κάποια streaming πλατφόρμα είτε μια διαφήμιση που ενσωματώνει στοιχεία αφηγηματικού λόγου, ως την ίσως πιο καθοριστική πλευρά του μεταμοντέρνου μας πολιτισμού. Με νεότερα Μέσα όπως η τηλεόραση, νέα νοηματοδότηση ήδη υπαρκτών καλλιτεχνικών μορφών όπως η λεγόμενη «παραλογοτεχνία» με τα είδη που αναφέρθηκαν παραπάνω και συνολικά τη διεύρυνση αυτού που αποκαλείται «κουλτούρα» σε νέα πεδία διαπλεκόμενα με πρωτοφανή τρόπο με την κατανάλωση κι έτσι και την οικονομία, η θεώρηση του Τζέιμσον ουσιαστικά προτείνει ότι ποτέ παλαιότερα, σε άλλες ιστορικές περιόδους, η κουλτούρα δεν ήταν στον βαθμό αυτόν πανταχού παρούσα στην καθημερινότητα και τον κοινωνικό βίο των ανθρώπων, επηρεάζοντας τάσεις της εποχής ή ακόμη και την ίδια την πολιτική. Ο Τζέιμσον άφησε μια μεγάλη κληρονομιά στον χώρο της πολιτισμικής κριτικής, αφού περισσότερο από κάθε άλλον στοχαστή μπόρεσε με τον λόγο του να προσεγγίσει την ουσία του σύγχρονου, μεταμοντέρνου πολιτισμού. Ακόμα, το έργο άλλων θεωρητικών-κριτικών του 21ου αιώνα, όπως είναι ο Μαρκ Φίσερ, αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του έργου του Τζέιμσον και παράλληλα τεκμήριο της απήχησης του τελευταίου. Το πώς τα ερωτήματα και η μέθοδος απάντησης αυτών, έτσι όπως τέθηκαν από τον Τζέιμσον, μπορούν να τεθούν εκ νέου στην εποχή των social media ως μια σύγχρονη ανάγνωση του πολιτισμού, της μαζικής κουλτούρας και των Μέσων είναι κάτι που μένει να απαντηθεί ή, ακόμη περισσότερο, είναι μια ανάγνωση της κοινωνίας και της εποχής που μένει να γραφτεί.