Ας μιλήσουμε για δύο εικόνες: μια ιστορική φωτογραφία και ένα κινηματογραφικό στιγμιότυπο. Εδώ λοιπόν βλέπουμε μερικούς από τους 200 αντιστασιακούς κομμουνιστές που εκτελέστηκαν από τους ναζί στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του ’44. Είναι μία από τις φωτογραφίες που έβγαλε σε προχθές δημοπρασία στο ebay ένας πωλητής από το Βέλγιο, ο οποίος αναφέρει πως προέρχονται από την ιδιωτική συλλογή ενός Γερμανού στρατιωτικού που υπηρετούσε τότε στην κατεχόμενη Ελλάδα. Από τη στιγμή της δημοσιοποίησής τους μέσα από την σελίδα Greece at WWII Archives, προφανώς, οι φωτογραφίες αυτές έχουν πυροδοτήσει ένα ντόμινο εξελίξεων σε μια σειρά από πεδία: από την mainstream ειδησεογραφία και τον σχολιασμό των χρηστών στα social media μέχρι τις ανακοινώσεις των πολιτικών κομμάτων της αριστεράς και την κινητοποίηση σχεδόν σύσσωμης της ελληνικής ιστοριογραφίας. Πρόκειται σαφέστατα για μια τρομερή σειρά οπτικών ντοκουμέντων, τα οποία βεβαίως μένει να τεκμηριωθούν και επιστημονικά ως προς την γνησιότητά τους, αν και προς το παρόν μέσα από τον πρώιμο σχολιασμό τους στα social media οι ιστορικοί που ασχολούνται με την περίοδο τείνουν προς την θέση ότι πρόκειται για αυθεντικά, ενώ έχει αρχίσει να γίνεται (ανεπίσημα) και η ταυτοποίηση κάποιων εκ των προσώπων στις φωτογραφίες. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η χειροπιαστή δουλειά τεκμηρίωσης είναι απολύτως αναγκαία και πρέπει να γίνει – πόσο μάλλον στην post-truth εποχή που η διάκριση του αληθινού από το ψεύτικο γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη, πρωτίστως στην ψηφιακή δημόσια σφαίρα που είναι ευάλωτη σε κάθε είδους παραποιήσεις και παιχνίδια εντυπωσιασμού. Μέχρι την στιγμή που δημοσιεύθηκαν οι εν λόγω φωτογραφίες, δεν υπήρχε κανενός είδους διαθέσιμο οπτικό υλικό από τους 200 της Καισαριανής που εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο. Παρόλα αυτά (ή ίσως ακριβώς λόγω αυτού), το ίδιο το γεγονός της εκτέλεσής του είχε λάβει μία εξόχως κεντρική θέση στην συλλογική πολιτική φαντασία της αριστεράς και των αγωνιζόμενων ανθρώπων μέσα από τραγούδια, σχέδια και πίνακες ζωγραφικής, γραπτές μαρτυρίες και προφορικές διηγήσεις, και βέβαια μέσα από πλήθος εκδηλώσεων αλλά και από την ίδια την μνημονική παρουσία και μνημειοποίηση του χώρου της εκτέλεσης στην Καισαριανή (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, βεβηλώθηκε χτες σύμφωνα με καταγγελία της δημοτικής αρχής). Η εικόνα, όμως, έχει μια συγκινησιακή αλλά και διανοητική δύναμη με ανεξέλεγκες συνέπειες. Και η φωτογραφία συγκεκριμένα, ως μέσο, έχει μια ιστορικότητα και μια υλικότητα που ξεπερνάει τον λόγο, προφορικό ή γραπτό. Μέχρι τώρα, η μοναδική ρεαλιστική ή αληθοφανή αναπαράσταση που είχαμε για τους 200 της Καισαριανής ήταν η κινηματογραφική αποτύπωση του συμβάντος από τον Παντελή Βούλγαρη στο Τελευταίο Σημείωμα του 2017, με πρωταγωνιστή της δραματοποιημένης εκδοχής της εκτέλεσης τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, συνδικαλιστή και στέλεχος του ΚΚΕ που εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο, και στη μνήμη του οποίου ο Δήμος Καισαριανής διοργανώνει κάθε χρόνο τους αγώνες δρόμου και μπάσκετ Σουκατζίδεια. Ας περάσουμε τώρα στο παραπάνω στιγμιότυπο. Παρόμοιο στην όψη, την υφή, την ατμόσφαιρα και το “στήσιμο” με τις φωτογραφίες στην Καισαριανή, το εν λόγω screenshot (εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας ομολογουμένως) προέρχεται από την ταινία Το Μπλόκο του Άδωνι Κύρου από το 1965. Η ταινία αφορά το Μπλόκο της Κοκκινιάς, εκεί που λίγο μετά την εκτέλεση της Καισαριανής, τον Αύγουστο του ’44, οι ναζιστικές δυνάμεις κατοχής σε συνεργασία με τους ταγματασφαλίτες εκτέλεσαν εκατοντάδες ανθρώπους από την Κοκκινιά (σημερινή Νίκαια, καθώς μετονομάστηκε επισήμως το 1940), την εργατική κομμουνιστική γειτονιά που διψούσαν να εκδικηθούν για την αγωνιστική και αντιστασιακή στάση των κατοίκων της. Το Μπλόκο, μια σπουδαία ταινία προλεταριακού ρεαλισμού από αυτές που έλειψαν τις επόμενες δεκαετίες από το ελληνικό σινεμά, ερχόταν να ακολουθήσει δύο ακόμα αντιστασιακά φιλμ που είχαν μόλις κυκλοφορήσει τότε στην Ελλάδα, μέσα στην άνθιση της πολιτικής και πολιτισμικής ζωής που συνοψίστηκε ως “Χαμένη Άνοιξη” (λίγο πριν τον βαρύ σκοτεινό χειμώνα της Χούντας), δείχνοντας πώς η μνήμη της αντίστασης διατηρούταν στην κοινωνική ζωή και τη δημόσια κουλτούρα (και) μέσα από την τέχνη του κινηματογράφου. Η πρώτη ήταν ο Ουρανός του Τάκη Κανελλόπουλου από το 1963 και η δεύτερη η Προδοσία του Κώστα Μανουσάκη από το 1964 – μία τριάδα ταινιών απολύτως απαραίτητη για όποιον θέλει να συλλάβει την πολιτική σημασία της συνάντησης του ελληνικού κινηματογράφου με την ιστορική κίνηση. Ο σκηνοθέτης του Μπλόκου, ο Άδωνις Κύρου, υπήρξε βεβαίως μια ιστορική και πολυδιάστατη προσωπικότητα για τον ελληνικό κινηματογράφο, τόσο από την θέση της δημιουργίας όσο και από την θέση της συγγραφής και της κριτικής. Όντας και ο ίδιος αντιστασιακός ως ενταγμένος στον ΕΛΑΣ, κατέφυγε τελικά στο Παρίσι όπου συνδέθηκε και συνεργάστηκε με τον κύκλο των σουρεαλιστών (οι οποίοι στην δεκαετία του ’40 ήταν με την σειρά τους προσδεδεμένοι στο κομμουνιστικό κίνημα). Εκεί γύρισε μια σειρά από ταινίες στα γαλλικά και εργάστηκε κριτικός στο αριστερό κινηματογραφικό περιοδικό Positif, ενώ με την Μεταπολίτευση δημοσιεύθηκε στα ελληνικά η κλασική του μελέτη Ο Σουρεαλισμός στον Κινηματογράφο. Εκτός του ίδιου του Κύρου, όμως, το Μπλόκο υπήρξε ένα ιστορικό σημείο συνάντησης αριστερών καλλιτεχνών της εποχής που είχαν ζήσει από πρώτο χέρι την κατοχή και την αντίσταση. Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές ήταν ο Μάνος Κατράκης και η Ζωρζ Σαρρή, μέλη του ΕΑΜ αμφότεροι, που συναντιόνταν με μια νεότερη (“μετεμφυλιακή”) γενιά ηθοποιών σαν τον Κώστα Καζάκο και τον Γιάννη Φέρτη, ενώ την μουσική υπέγραφε ο Μίκης Θεοδωράκης, ιστορικός συνδετικός κρίκος άλλωστε ανάμεσα στην γενιά της Αντίστασης και την γενιά των Λαμπράκηδων. Εκτός αυτού, στην ταινία δούλεψαν επίσης άνθρωποι που μεταπολιτευτικά θα διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στο λεγόμενο νέο ελληνικό κινηματογράφο και την ανανέωση που έφερε στη γλώσσα του μέσου, όπως οι σκηνοθέτες Γιώργος Πανουσόπουλος (διευθυντής φωτογραφίας στο Μπλόκο) και Σταύρος Τορνές (εμφανίζεται ως ηθοποιός στην ταινία). Είναι αναμφίβολα εντυπωσιακό και συγκινητικό να βλέπεις με τα μάτια σου εικόνες που είχαν επιζήσει μόνο έμμεσα στην λαϊκή μυθολογία και συλλογική φαντασία να αποκτούν τέτοια υλικότητα. Σα να ζωντανεύει το ίδιο το συμβάν και να σε ξυπνάει από κάποιον ύπνο που σε είχε παρασύρει όχι στην λήθη, αλλά σε ένα μούδιασμα. Ο κινηματογράφος, με την ικανότητά του να φέρνει στην επιφάνεια την πραγματικότητα του μη-πραγματικού, δηλαδή κάνοντας την αναπαράσταση να μοιάζει εξίσου πραγματική με την ζωή (αν όχι περισσότερο), είχε φτάσει κοντά. Τωρα έρχεται το ίδιο το Πραγματικό, η σκληρή και de facto συγκρουσιακή και εμφυλιακή πολιτική ιστορία του τόπου που τόσο προσπαθούν να την θάψουν οι δυνάμεις της ομαλότητας, να μας ταρακουνήσει βαθιά. Ο φιλόσοφος Ζακ Ντεριντά έλεγε πως ο κινηματογράφος είναι η τέχνη του να επιτρέπεις στα φαντάσματα να επιστρέψουν. Αυτές οι φωτογραφίες μας φέρνουν ακόμα πιο κοντά στην συνειδητοποίηση πως τα φαντάσματα της Ιστορίας είναι πραγματικά, μας μιλούν και μας κοιτούν, κι η ανάμνησή τους βαραίνει ακόμα -ευτυχώς- πάνω στην συνείδηση των ζωντανών.