Ιστορικά μιλώντας, η μεταφορά ιαπωνικών manga σε live-action ταινίες είναι μια ταλαιπωρημένη ιστορία. Παρότι αμέτρητα manga έχουν μετατραπεί σε σπουδαία τηλεοπτικά και κινηματογραφικά anime, η μετάφραση σε live-action σπανίως λειτουργεί ικανοποιητικά. Αυτό έχει δημιουργήσει μια αντίφαση: ενώ η anime παραγωγή συχνά περιλαμβάνει έργα καινοτόμα, φιλόδοξα και πειραματικά σε αφήγηση, που σπρώχνουν τα όρια του κινηματογραφικού animation, από την άλλη οι live-action ταινίες που βασίζονται σε anime κατά κανόνα αποδεικνύονται κινηματογραφικά συντηρητικές, αδιάφορες ή ανεπεξέργαστες, προσπαθώντας περισσότερο να προσομοιώσουν επιφανειακά το original ύφος σε ένα μέσο που δεν του ταιριάζει παρά να αναζητήσουν μια πρωτότυπη live-action manga αισθητική. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις σ’ αυτό, κι είναι κυρίως ταινίες που απέκτησαν δική τους καλλιτεχνική ζωή, ανεξάρτητη από το original υλικό απ’ το οποίο εμπνεύστηκαν. Ας σκεφτούμε το Lady Snowblood του Toshiya Fujita από το 1973 που έθεσε τον χρυσό pop κανόνα της live-action μετάφρασης της manga αισθητικής, ή έπειτα το Ichi the Killer και το Blade of the Immortal του Takashi Miike, όπου έχουμε έναν auteur με διακριτό ύφος-σφραγίδα που συνδιαλλέγεται “επί ίσοις όροις” με τα original manga. Προφανώς, τέτοιες μεταφορές ξεπερνάνε κατά πολύ τον πήχη τέτοιων μεταφορών γιατί η καλλιτεχνική ταυτότητα των δημιουργών έχει αυτοτέλεια και αυτάρκεια, και επομένως δεν πρόκειται απλώς για υπολογισμένες εμπορικές κινήσεις αξιοποίησης της εμπορικής δυνατότητας των manga (και ειδικότερα για το δυτικό κοινό που τείνει να τα φετιχοποιεί οριενταλιστικά). Ενίοτε μπορεί να μην θυμόμαστε καν ότι η ταινία μπορεί να προήλθε από manga, όπως πχ στην περίπτωση του Oldboy του Park Chan-wook. Σ’ αυτήν την μειοψηφική αλλά σημαντική γενεαλογία εγγράφεται το Look Back του Hirokazu Kore-eda, το οποίο έκανε πρεμιέρα τις προηγούμενες μέρες στο Φεστιβάλ Βενετίας. Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης, κάτοχος ενός Χρυσού Φοίνικα για το Shoplifters του 2018, στην δεύτερη ταινία του για το 2026 μετά το Sheep in the Box, διασκευάζει εδώ το ομώνυμο one-shot web manga του Tatsuki Fujimoto, το οποίο δύο χρόνια νωρίτερα είχε μεταφερθεί στο σινεμά με την επίσης ομώνυμη anime ταινία. Πρόκειται για την μινιμαλιστική ιστορία δύο κοριτσιών, της Fujino και της Kyomoto, οι οποίες γνωρίζονται στο δημοτικό μέσα από την κοινή τους αγάπη για τα manga, και έπειτα τις ακολουθούμε σε μια κοινή καλλιτεχνική πορεία-συνεργασία μέχρι το πανεπιστήμιο, από τη μικρή κοινότητα στη μεγάλη πόλη, καθώς εξελίσσονται σε δημιουργούς manga οι ίδιες. Αν με ρωτάτε, το Look Back ήταν μια ταινία που ήθελα οπωσδήποτε στα βραβεία της φετινής Μπιενάλε, και προσωπικά θα έδινα μάλλον το Αργυρό Λιοντάρι Σκηνοθεσίας χωρίς πολλή παραπάνω σκέψη. Ο βασικός λόγος είναι πως στο Look Back ο Kore-eda καταφέρνει κάτι αρκετά μοναδικό: να δημιουργήσει ένα ύφος τόσο γαλήνιο, γλυκό και ευγενές, που θέτει έναν νέο κανόνα για το τι σημαίνει κινηματογραφική ομορφιά. Πρόκειται για ένα “ουτοπικό” ύφος, που εξάγει μέσα από την κινηματογράφησης της καθημερινότητας, της απλότητας, της φιλίας, της συνεργασίας και της καλλιτεχνικής δημιουργίας το αισθητικό ιδεώδες μιας πληρέστερης και ομορφότερης ζωής. Για να το θέσω αλλιώς, νομίζω είναι η πρώτη φορά που βλέπω πετυχημένα σε live-action ταινία αυτό το ιδιαίτερο ύφος του Hayao Miyazaki και των ταινιών του Studio Ghibli. Δεν είναι απλό, ούτε συχνό και ούτε εύκολο να σε κάνει να νιώσεις έτσι μια ταινία, και η ματιά του Kore-eda αποδεικνύεται μοναδική και πολύτιμη, ακόμα κι αν η ταινία θεωρητικά μοιάζει “μικρή” και “χαμηλόφωνη” σε κλίμακα και φιλοδοξία. Στη Βενετία λοιπόν είχαμε την χαρά να καθίσουμε μαζί με τον σκηνοθέτη και να κάνουμε την εξής συζήτηση: Τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι κάνει την ταινία να αγγίζει συναισθηματικά τον θεατή; Δεν είναι μια εύκολη ερώτηση αυτή. Πιστεύω ότι βασικά είναι το έργο στο οποίο βασίστηκε. Το πρωτότυπο είναι πολύ ενδιαφέρον. Όταν το διάβασα, μου δημιουργήθηκαν διάφορα συναισθήματα. Τα δύο κορίτσια της ταινίας έχουν ένα όνειρο, και κάνουν ό,τι μπορούν για να το καταφέρουν μαζί. Πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ όμορφο. Είναι μια στιγμή αληθινού σεβασμού, το να κοιτάς την πλάτη τους όσο προσπαθούν να τα καταφέρουν στη ζωή. Είναι κάτι πολύτιμο αυτό, και ήθελα να το αποτυπώσω κινηματογραφικά. Όταν γυρίζαμε την ταινία, πολλές από τις σκηνές έδειχναν κατά βάση αυτό: την πλάτη του παιδιού που ζωγραφίζει. Δεν μου προκαλούσε θλίψη, αλλά μου έφερνε δάκρυα. Το ίδιο ένιωθαν και οι υπόλοιποι στο γύρισμα, ακόμα και οι φροντιστές των παιδιών. Την ίδια συγκίνηση. Πιστεύω ότι αυτό πιθανόν μεταφέρθηκε και στον θεατή. Το να δακρύζεις, αλλά όχι επειδή είσαι λυπημένος. Αυτό νιώθαμε. Αν το νιώσουν κι οι θεατές, εγώ είμαι χαρούμενος. Υπάρχει μια έντονη γλυκιά αίσθηση στην ταινία, και ενίοτε αρκετοί σκηνοθέτες χαρακτηρίζονται από μια αντίσταση σε αυτού του είδους την ομορφιά. Η λέξη “γλύκα” είναι μια δύσκολη λέξη. Δεν πιστεύω ακριβώς ότι η λέξη που περιγράφει καλύτερα την φιλία των κοριτσιών γύρω από τα manga είναι το “γλυκιά”. Πιστεύω ότι ήταν κάτι το ευγενές και αγνό. Μια αληθινή έκφραση ομορφιάς. Και μερικές αυτή η ομορφιά μπορεί να γίνει και πικρή, όπως στο τέλος της ταινίας. Αυτό πιστεύω ότι είναι το νόημα και της πρωτότυπης ιστορίας. Αυτό που με τράβηξε περισσότερο ήταν η επιθυμία των δύο κοριτσιών να γίνουν δημιουργοί manga. Κυνηγώντας αυτό το όνειρό τους, δημιουργούν μια φιλία. Για μένα αυτό δεν είναι κάτι υπερ-συναισθηματικό. Είναι κάτι που αξίζει τον σεβασμό μας. Κάτι τόσο αγνό που οφείλει να μεταδοθεί. Μέσα σ’ αυτό όμως υπάρχει και η απώλεια, και η δημιουργία μέσα από την απώλεια είναι ένα βάρος που αναγκάζεσαι να σηκώσεις. Κι η η ετοιμότητα, η αποφασιστικότητα να σηκώσεις αυτό το βάρος έχει επίσης μια ομορφιά. Πηγαίνοντας από το ένα μέσο στο άλλο, από το manga στο σινεμά, πώς προσαρμόστηκε και διαμορφώθηκε το κινηματογραφικό σου ύφος; Επηρεάστηκε από την manga ματιά; Φυσικά, όταν δουλεύω πάνω σε ένα manga το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να βυθιστώ στον κόσμο του δημιουργού ώστε να τον κατανοήσω. Και έπειτα επιστρέφω και στο δικό μου έργο μέχρι τότε. Ποτέ δεν είναι μονόδρομος. Είναι μπρος-πίσω. Περνάω από το original manga στις δικές μου ταινίες και πάλι πίσω, έτσι ώστε να το εντάξω στον δικό μου κόσμο. Για παράδειγμα, τους μονολόγους του manga τους μετέτρεψα σε διαλόγους, γιατί είναι πιο κοντά στο δικό μου ύφος. Η ταινία έχει και μια animated σκηνή. Πώς ήταν να δουλεύεις πάνω σε κάτι τέτοιο, σε αντιπαραβολή με την live-action σκηνοθεσία της ταινίας; Ήταν πολύ ωραία, ε; Ναι, πραγματικά. Συναντήθηκα με την καλλιτέχνιδα που δουλεύει σε αυτό το στυλ animation, που ονομάζεται rotoscoping, την Yoko Kuno. Γνωριστήκαμε πριν από δύο χρόνια περίπου στο φεστιβάλ της Φουκουάκα, και θυμάμαι ότι εντυπωσιάστηκα από την ομορφιά της δουλειάς της. Υπήρχε και κάτι το περίεργο στο στυλ της, που μου φάνηκε ότι θα ταιριάζει τέλεια στην σκηνη όπου η μία ηρωίδα φαντάζεται μια εναλλακτική εκδοχή του μέλλοντος. Ήταν και η κ. Kuno στο γύρισμα και μας βοήθησε πολύ στην διαδικασία, κατευθύνοντας τις κινήσεις των κοριτσιών ως βάση για το δικό της animation. Ήταν φανταστικό γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε καθόλου CGI. Και ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η μετάβαση από τους ανθρώπους στο animation και μετά πίσω στην ανθρώπινη πραγματικότητα. Όσο έβλεπα την ταινία, η λέξη που μου ερχόταν για το ύφος της ήταν “ουτοπικο”. Κάτι που δεν είναι πολύ συνηθισμένο. Και δεν εννοώ μόνο την εικαστική ματιά, την ηρεμία και τη γαλήνη, αλλά πάνω απ’ όλα την αναπαράσταση της φιλίας και της καλλιτεχνικής συνεργασίας. Η έννοια της ουτοπίας δεν είναι κάτι που μου είναι οικείο ώστε να πω αν εντοπίζεται στο έργο μου. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, ο χρόνος που αυτά τα δύο κορίτσια περνάνε μαζί δεν ξέρω αν είναι ουτοπικός αλλά είναι κάτι πραγματικά όμορφο. Κι είναι εξαιρετικά πολύτιμες οι στιγμές που είχαν την ευκαιρία να περάσουν μαζί. Είναι στιγμές όμως, γιατί ένα τέτοιο είδος φιλίας, με τόση ομορφιά, δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Κι εμείς σαν ενήλικες το γνωρίζουμε, αλλά εκείνες δεν το ξέρουν ακόμα σε εκείνη την ηλικία. Ο χρόνος που περνάνε μαζί όμως ήταν σημαντικός, γεμάτος σεβασμό, κι ήθελα κι εγώ να δείξω σεβασμό στις στιγμές τους καθώς αφηγούμουν την ιστορία. Πιστεύω σ’ αυτήν την ομορφιά της ανθρωπότητας, και στο γεγονός ότι ακόμα κι αν νομίζεις ότι έχεις χάσει κάτι, στην πραγματικότητα δεν έχει χαθεί εντελώς. Αυτό είναι η ομορφιά.