Γενικά, έχω μια αμφίθυμη σχέση με το σινεμά του Paolo Sorrentino. Δεν είναι απλά ότι κάποιες φορές μου αρέσει και άλλες όχι, κάτι που είναι αρκετά συνηθισμένο άλλωστε, αλλά ότι όταν μου αρέσει μου αρέσει *πολύ* κι όταν δε μου αρέσει δε μου αρέσει *καθόλου*. Αυτό συμβαίνει φαντάζομαι όταν ένας σκηνοθέτης κάνει έντονο, παθιασμένο, προσωπικό σινεμά – και γι’ αυτό τον σέβομαι απεριόριστα ακόμα κι όταν δε μου αρέσει κάποια ταινία του, όπως η προηγούμενή του, Parthenope, που βρήκε να συνοψίζει τα χειρότερα στοιχεία του Sorrentino: ακατάσχετη φλυαρία, ανεπεξέργαστη νοσταλγία, στερεοτυπική arthouse αντικειμενοποίηση της γυναικείας μορφής και ουσίας, και παλαιωμένες αριστοκρατικές αντιλήψεις για την έμπνευση της τέχνης και την τέχνη της ζωής. Φέτος λοιπόν η νέα του ταινία, το La Grazia (Η Χάρη ελληνιστί), ήταν η πρώτη που είδαμε στην Βενετία καθώς αποτελεί την ταινία έναρξης του φεστιβάλ. Θα πω ότι μου άρεσε, παρότι από τις πιο χλιαρές του σκηνοθετικά, κυρίως γιατί έδειξε μια συναισθηματική ωριμότητα στην ανάπτυξη του θέματος και την κατασκευή των χαρακτήρων, με έναν εξαιρετικό Toni Servillo κλασικά να πρωταγωνιστεί ως συντηρητικός πρόεδρος της ιταλικής δημοκρατίας που ετοιμάζεται να αποσυρθεί καθώς έρχεται αντιμέτωπος με πολιτικές προκλήσεις και οικογενειακά μυστικά. Σημειωτέον πως αρχικά ήμουν λίγο καχύποπτος, καθώς η προβληματική του μεσήλικα-προς-γηραιού ισχυρού άνδρα που κοιτάει προς τα πίσω (προς την δική του νεότητα και τη νεότητα των άλλων) έχει αποτελέσει για τον Sorrentino το έδαφος να ξεδιπλώσει τους πανηγυρικούς της παλιμπαιδιστικής μπον βιβέρ ανωριμότητας (ναι, εσάς κοιτάω The Great Beauty και Youth). Το La Grazia όμως, παρά την ηπιότητά που είναι αλλόκοτη για μια σορεντινική ταινία, αποδεικνύεται η πιο ευαίσθητη ταινία του σκηνοθέτη, πράγμα σαφώς παραπάνω από ευπροσδεκτο. Δε μου άρεσε όσο οι δουλειές του Sorrentino που θεωρώ από πολύ καλές μέχρι φανταστικές (όπως το The Consequences of Love, το Il Divo, το The Hand of God και κυρίως το τηλεοπτικό The Young Pope), αλλά ήταν ικανοποιητική με το παραπάνω, οπότε συνιστώ να την βάλετε στην λίστα σας. Αυτό που με ώθησε να γράψω το εν λόγω κείμενο βέβαια είναι κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση κατά την διάρκεια της προβολής. Αφορά μια απρόσμενη και ιδιαίτερη συνάντηση που με εξέπληξε όσο έβλεπα το La Grazia, και πρόκειται για την έντονη και διαρκή παρουσία του ράπερ Gue στην ταινία, κυρίως μέσα από τα κομμάτια του με τα οποία αποκτά εμμονή ο καθολικός χριστιανοδημοκράτης πρόεδρος, αλλά και με μια μικρή παρουσία του ίδιου στο καστ. Ας σημειώσουμε εδώ παρενθετικά πως Μιλανέζος Gue είναι ένας σημαντικός ράπερ για το ιταλικό χιπ-χοπ, και συγκεκριμένα ένας εκ των θεμελιωτών (τόσο με το γκρουπ του Club Dogo όσο και με την σόλο καριέρα του) του ιταλικού gangsta ραπ, με κλασική για το είδος τραχιά θεματολογία που έδειχνε όμως και μια λαϊκή ευφυϊα, ενδεικτική μιας ουσιαστικής γνώσης των σκληρότερων πλευρών της ιταλικής κοινωνίας. Αν σας λέει κάτι αμυδρά το όνομα, ίσως είναι επειδή ήταν η μόνη συμμετοχή άλλου ράπερ στον τελευταίο δίσκο του ΛΕΞ (ήταν ο μαν που ράπαρε στα ιταλικά, προφανώς). Μετά την προβολή λοιπόν άρχισα να ψάχνω τι σχέση μπορεί να έχουν ο Sorrentino με τον Gue, και βρήκα το εξής πολύ ενδιαφέρον backstory για αυτό το απρόσμενο bromance. Τον περασμένο Ιούνιο, ο Sorrentino, έχοντας πορωθεί με το νέο δίσκο του Gue (με τίτλο Tropico del Capricorno) στον οποίο τον μύησε η γυναίκα του (apparently μεγάλη φαν Gue, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη), ζήτησε να του πάρει μια συνέντευξη για την ιταλική εφημερίδα La Repubblica. Σημειωτέον πως η La Repubblica είναι μια μεγάλη κεντρο-αριστερή εφημερίδα της Ιταλίας (σκεφτείτε κάτι σαν την Ελευθεροτυπία του παρελθόντος) που αποτέλεσε τις προηγούμενες δεκαετίες ένα μιντιακό σύμβολο του αντιμπερλουσκονισμού στην Ιταλία. Το υπογραμμίζω αυτό γιατί ο Μπερλουσκόνι και η κουλτούρα του ηδονιστικού συντηρητισμού που εδραίωσε στην ιταλική δημόσια σφαίρα έπαιξε σημαντικό ρόλο στο σινεμά του Sorrentino, καθώς διατηρεί σταθερά μια αμφίθυμη love/hate σχέση με αυτήν την κουλτούρα και την φιγούρα του Μπερλουσκόνι βεβαίως. Πριν από αυτό, ο σκηνοθέτης και ο ράπερ όμως είχαν συναντηθεί κατά το φεστιβαλικό τουρ της περσινής ταινίας του σκηνοθέτη, καθώς στην προβολή του Parthenope στο Μιλάνο ο Sorrentino είχε μαζί του τον Gue για να προλογίσουν από κοινού την ταινία. Αν ομιλείτε την ιταλική, μπορείτε να παρακολουθήσετε το βίντεο εδώ: Δυστυχώς η συνέντευξη που έκαναν μαζί δεν υπάρχει διαθέσιμη στα αγγλικά, αλλά όσο διάβασα με την βοήθεια της αυτόματης μετάφρασης φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα. Αν θέλετε να τσεκάρετε μια σύνοψη, μπορείτε να δείτε αυτό εδώ το άρθρο του ιταλικού Rolling Stone. Αυτό που φαίνεται έστω και δευτερογενώς μέσα από την επαφή τους είναι πως πρόκειται για μια καλλιτεχνική επικοινωνία μεταξύ φαινομενικά παντελώς διαφορετικών κόσμων που ξεπερνάει το hype ή το stunt, καθώς μοιάζουν να έχουν βαθιά γνώση ο ένας για το έργο του άλλου, και μέσα από την συζήτηση να ξεκλειδώνουν γέφυρες διαλόγου μεταξύ “υψηλής” και “χαμηλής” κουλτούρας, μεταξύ κινηματογράφου και άλλων μορφών έκφρασης που οικειοποιούνται την λογική της κινηματογραφικής εικόνας, μεταξύ εκδοχών αναπαράστασης της ιταλικής πραγματικότητας που αλληλοσυμπληρώνονται με απρόσμενους τρόπους. Κάτι τέτοιο μου φέρνει στο μυαλό και πάλι τον ΛΕΞ, όχι μόνο λόγω της συμμετοχής του Gue στον δίσκο του, αλλά και λόγω της επαφής του με τον Γιάννη Οικονομίδη – ένας διάλογος που ξεκίνησε μέσα από στιχουργικές αναφορές και έφτασε μέχρι την συνεργασία τους για την επερχόμενη Σπασμένη Φλέβα που θα κάνει πρεμιέρα τον Νοέμβριο. Παρότι πολύ διαφορετικός ράπερ και σκηνοθέτης από τον Gue και τον Sorrentino αντίστοιχα, η συνάντηση ΛΕΞ-Οικονομίδη δείχνει μια καλλιτεχνική συγγένεια, μια κοινή γενεαλογία και μια κοινή ματιά (μια κοινή λογική της εικόνας και της ανάλυσής της θα λέγαμε), κάτι που φάνηκε και στον πραγματικό διάλογο που είχαν μεταξύ τους το 2020: