Φινάλε χτες για το Φεστιβάλ Δράμας, μία διοργάνωση που περίμενα με μεγάλη περιέργεια φέτος. Όχι μόνο κινηματογραφικά προφανώς, κάτι που συμβαίνει έτσι κι αλλιώς κάθε χρόνο αφού το φεστιβάλ προσφέρει μια πολύτιμη ματιά στις πρωτόλειες και σπλαχνικές διεργασίες της ελληνικής κινηματογραφίας μέσα από το έργο νέων δημιουργών που φτιάχνουν τις πρώτες τους ταινίες (κάτι ποτέ εύκολο να κάνεις στην Ελλάδα). Μ’ αυτήν την έννοια, η Δράμα συνιστά αφενός μια αντανάκλαση της κατάστασης της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής (αλλά και εκπαίδευσης, κουλτούρας κλπ) στο πιο πρωταρχικό επίπεδο, αλλά και μια προεικόνιση του άμεσου μέλλοντος του ελληνικού σινεμά σε υφολογικό και θεματικό επίπεδο. Την φετινή διοργάνωση λοιπόν την περίμενα και για έναν ακόμα λόγο, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι που εργάζονται γύρω από το ελληνικό κινηματογραφικό οικοσύστημα. Ο λόγος είναι ότι είναι η πρώτη μετά τις περσινές καταγγελίες του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ, Γιάννη Σακαρίδη, για ανησυχητικές και επικίνδυνες τακτικές εκ μέρους της διοίκησης που ασκούσε πολιτικές πιέσεις με συντηρητικές, αναχρονιστικές και ομοφοβικές απόψεις, ενώ παράλληλα στην πόλη της Δράμας βρισκόταν σε εξέλιξη μια (φανερή αλλά και υπόρρητη) καμπάνια ακροδεξιάς έμπνευσης για την συκοφάντηση του φεστιβάλ και των “ηθών” που εκπροσωπεί. Εύλογα, λοιπόν, θεωρήθηκε ότι όλα αυτά δημιουργούσαν ένα κλίμα μάλλον εχθρικό προς τον χαρακτήρα του φεστιβάλ όπως είχε διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Δεν είμαστε σε θέση προφανώς να γνωρίζουμε τις εσωτερικές διεργασίες (καλλιτεχνικές και διοικητικές) του φεστιβάλ, οπότε η “απάντηση” στην περιέργειά μας περιμέναμε να δοθεί από το πρόγραμμα ταινιών και την δημόσια παρουσία του φεστιβάλ στην πόλη υπό τον νέο διευθυντή Γιώργο Αγγελόπουλο. Όσον αφορά την επιμέλεια του προγράμματος, είδαμε και φέτος πλήθος queer ταινιών στα τμήματα του φεστιβάλ, ενώ είδαμε και ένα μεγαλύτερο άνοιγμα στις ταινίες είδους (το horror, το sci-fi, το thriller, αλλά και πιο “έξαλλες” experimental ταινίες που ξεφεύγουν από τον παραδοσιακό arthouse κανόνα), κάτι που αν μη τι άλλο δείχνει μια ανοιχτή και περιπετειώδη κατεύθυνση. Ας αναφέρουμε επίσης πως στην στην τελετή έναρξης προβλήθηκε η μικρού μήκους The Flowers Stand Silently, Witnessing για την Παλαιστίνη του παλαιστινιακής καταγωγής Θοδωρή Παναγόπουλου, ενώ η παρουσία της καμπάνιας Ορατότης Μηδέν που διαμαρτύρεται για την κυβερνητική πολιτική για τον κινηματογράφο ήταν διάχυτα παρούσα στο φεστιβάλ. Αυτή η δυναμική κορυφώθηκε στην χτεσινή τελετή λήξης και απονομή βραβείων του φεστιβάλ, με τα ζητήματα της συμπερίληψης, της αλληλεγύης στην Παλαιστίνη και της κινηματογραφικής πολιτικής να βρίσκονται στο επίκεντρο με διάφορους τρόπους. Αρχικά, εκπροσωπώντας πρωτοβουλία των δημιουργών που βρίσκονται στη Δράμα, ο ηθοποιός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, αναφέρθηκε στην γενοκτονία στην Παλαιστίνη και στον ελληνικό στόλο ανθρωπιστικής βοήθειας του March to Gaza που αναχωρεί από την Σύρο, την ώρα που στην σκηνή πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση των δημιουργών με παλαιστινιακές σημαίες και σύμβολα για τα Τέμπη. Επιπλέον, πλήθος ανθρώπων που πήραν τον λόγο κατά τη διάρκεια της τελετής μίλησαν σκληρά για την κυβερνητική πολιτική για τον κινηματογράφο (και προς τον παρόντα Υφυπουργό Πολιτισμού Ιάσονα Φωτήλα), δίνοντας μια ακόμα πιο μαχητική εικόνα από την περσινή για τα ζητήματα (κλαδικά αλλά και κοινωνικά) που απασχολούν το ελληνικό σινεμά. Αν μας ρωτάτε, μια τελετή στην οποία ένας υπουργός γιουχάρεται, είναι μια καλή τελετή. Στο μέτωπο των βραβείων (τα οποία μπορείτε να δείτε αναλυτικά στην σελίδα του φεστιβάλ), μεγάλη νικήτρια αναδέιχθηκε η ταινία Noi του Νεριτάν Ζιντζιρία, παλιού γνώριμου του φεστιβάλ με έναν ακόμα Χρυσό Διόνυσο για την ταινία του Χαμομήλι το 2012, αλλά και ένα βραβείο ντοκιμαντέρ πέρσι για το (καταπληκτικό κατά τη γνώμη μου) Φῶς ἐκ Φωτός. Δύσκολα θα αρνηθεί κανείς πως και η φετινή βράβευση ήταν δίκαιη (και κάτω παραπάνω), αφού ο Ζιντζιρία έχει εδραιώσει μια κινηματογραφική ματιά βασισμένη στην υπερβατική περιέργεια για θέματα που συνήθως βρίσκονται εκτός κυρίαρχων θεματολογικών ενδιαφερόντων του ελληνικού σινεμά. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, έχουμε ένα σκληρό (και σχεδόν σιωπηλό) ορεινό λαογραφικό δράμα ενηλικίωσης, εκφράζοντας ένα είδος διαβαλκανικού νομαδικού σινεμά που χρειαζόμαστε και σήμερα όπως πάντα. Ουκ ολίγα έπειτα και τα βραβεία για το Αυτός που Κάποτε Υπήρχε του Κωστή Θεοδοσόπουλου (Σκηνοθεσία, Ανδρική Ερμηνεία, Drama Queer, Μακιγιάζ), αλλά θα πούμε περισσότερα πράγματα παρακάτω γι’ αυτήν την ταινία. Άξια επίσης η βράβευση της Φίλια Παπαγγελίδη για το Μίτση της Γεύης Δημητρακοπούλου, στην πιο πειστική ερμηνεία που είδαμε στις αρκετές ταινίες ενηλικίωσης του φεστιβάλ, αλλά και στον Γιάννη Καρπούζη για την ισόποσα ποιητική και δοκιμιακή σύνθεση του Μαγκνταλένα Χάουζεν: Παγωμένος Χρόνος. Αξίζει τέλος ένα honorable mention στο Or How to Disappear του Γιώργου Αγγελόπουλου που κέρδισε το μεγάλο βραβείο του εθνικού σπουδαστικού προγράμματος (με πτυχιακές ταινίες από σχολές κινηματογράφου), γιατί απαντάει το πιεστικό (έστω και για λίγους από εμάς ερώτημα) πώς θα έμοιαζε αν κάποιος δοκίμαζε να κάνει στην Ελλάδα ένα τρύπιο πειραματικό σινεμά που γεφυρώνει τον Harmony Korine και τ@ Jane Schoenbrun. Πριν προχωρήσουμε στις 5 ταινίες που ξεχώρισα εγώ προσωπικά στο φετινό φεστιβάλ, να επισημάνουμε ότι όλο το πρόγραμμα της Δράμας είναι διαθέσιμο στην online πλαφόρμα του φεστιβάλ μέχρι αύριο, Τρίτη, στις 11 το πρωί. Οπότε κάντε τα κουμάντα σας και δείτε σήμερα ό,τι ταινίες προλάβετε, βραβευμένες και μη. Για το δικό μου top-5, ακολουθούν παρακάτω μερικά αναλυτικά λόγια για τις ταινίες αλλά και για το ευρύτερο κλίμα του φετινού φεστιβάλ. Hopepunk (Βασιλική Λαζαρίδου) Γενικά, αυτό που θα λέγαμε “σινεμά είδους” και “σινεμά του φανταστικού” πάντα θεωρούταν ότι έχει κάτι το παρακινηματογραφικό στην Ελλάδα: είτε θεωρούταν β’ διαλογής και υποκουλτουρέ είτε απλώς αγνοούταν ή αποσιωπόταν από την επίσημη κινηματογραφική αφήγηση και σινεφιλική συνείδηση. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια ανατίμηση του σινεμά είδους και το σινεμά του φανταστικού, και ειδικά του τρόμου, καθώς έχει μετατραπεί σε περιζήτητο φεστιβαλικό προϊόν (η λεγόμενη Α24ποίηση) με αποτέλεσμα εν μέρει να υποστεί κινηματογραφικό gentrification. Έτσι βλέπουμε ταινίες που χάνουν την δυνητική μερακλίδικη υφή και την μπιμουβιά τους ώστε να χωρέσουν σε πιο “arthouse” καλούπια. Το καλό λοιπόν με το Hopepunk της Βασιλικής Λαζαρίδου, μία ταινία ζόμπι με αμάξια που μιλάνε και φασίστες ταρίφες, είναι πως πρόκειται για μια αναπολογητικά νερντουλιάρικη ταινία που αγαπάει το σινεμά είδους για αυτό που είναι, και αν αναζητά κάποια ουσία την αναζητά στις ίδιες τις ακραία απολαυστικές συμβάσεις του γιατί αντιστέκονται στην σοβαροφάνεια και το ψευδοβάθος που χαρακτήρίζει ένα μέρος αυτής της σύγχρονης αναβίωσης. Οπότε εδώ φουλ καρπεντερίλα, περασμένη μέσα από ροντριγκεζοταραντίνικο grindhouse ρυθμό και hyper-Greek camp υπερβολή α λα Επίθεση Γιγαντιαίου Μουσακά (άρα και με queer σατιρική πολιτική ματιά, πάλι καθόλου σοβαροφανή). Με κάποιους από τους παραγωγικούς περιορισμούς που έχει το fantasy/sci-fi/horror στην Ελλάδα συνήθως προφανώς (δηλαδη το πρόβλημα του πώς κανεις action παραμένει κομβικο), αλλά πολύ ενθαρρυντικό δείγμα ότι αυτό το νήμα είναι ζωντανό και αξίζει να συνεχιστεί. Μεγάλο μπόνους για μένα το πολύ καλό μουσικό theme και η δουλειά στον ήχο ευρύτερα, επιτέλους καυλιάρικες κιθάρες και τύμπανα, έχω κουραστεί με το τεμπέλικο “κούλνες” και την “αΤμΟσΦαΙρΑ” των synths που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια. Last Tropics (Θανάσης Τρουμπούκης) Μία από τις ταινίες που μ’ άρεσαν, και το περίμενα να μου αρέσει γιατί παρακολουθώ και εκτιμώ την μέχρι τώρα πορεία του σκηνοθέτη από άλλες μικρού μήκους του, είναι το Last Tropics του Θανάση Τρουμπούκη, μια ταινία για ένα απομονωμένο ψαροχώρι όπου τρεις νεαροί ψαρεύουν με ριψοκίνδυνους τρόπους εν μέσω μιας οικολογικής κρίσης που έχει μολύνει το νερό. Είναι σαφές ότι ο Τρουμπούκης έχει μια ειδική σχέση με το νερό και την κινηματογράφησή του, και από αυτήν την σχέση εξάγει έναν μικρό θησαυρό όσον αφορά την εικονοποιητική φαντασία. Φαινόταν φουλ και στο Under the Lake, την προηγούμενη μικρού μήκους του πριν 3 χρόνια, κι είναι ωραίο να βλέπεις δημιουργούς να έχουν βρει με τόση σιγουριά την ταυτότητά τους προσδένοντάς την σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη ιδέα. Κάποιος θα το έλεγε φετίχ, άλλος εμμονή, εγώ θα πω ότι προσφέρει μια διέξοδο κι ένα κανάλι στο κινηματογραφικό βλέμμα, που κατά τ’ άλλα (ειδικά στους νέους δημιουργούς αλλά όχι μόνο) μοιάζει συχνά κάπως συγκεχυμένο, μπερδεμένο, χωρίς να ξέρει πού να στραφεί και τι να αναζητήσει εκεί. O Τρουμπούκης έχει βρει το νερό και το στραγγίζει, φέρνοντας κάτι από την διαρκή large-scale υδροφιλία του James Cameron στην μικρότερη κλίμακα ελληνικού σινεμά (σκεφτείτε και τον Mark Jenkin και τις εξαιρετικές ταινίες ψαρέματός του Bait και Rose of Nevada που συζητάγαμε πρόσφατα στο Φεστιβάλ Βενετίας). Ένα άλλο σημαντικό θετικό που έχει η ταινία είναι ότι η διήγηση της ιστορίας της, παρότι συμπυκνωμένη μέσα σε πυκνά σύμβολα και abstract ιδέες, είναι καθαρή και σαφής. Η πολυσημία και η ανοιχτότητα προς την ερμηνεία υπάρχει μέσα στην εικόνα, αλλά δεν οδηγεί σε σύγχυση σχετικά με το τι συμβαίνει, σε ποιους, γιατί και πώς νιώθουν γι’ αυτό. Αυτό είναι ένα σημείο που συχνά την πατάει το “arthouse” σινεμά, καθώς η αμφισημία ή η αοριστία μετατρέπονται ενίοτε σε “τρικ” για να αποφύγει μια ταινία την πρόκληση της αφηγηματικής πληρότητας, αφήνοντάς το “στον αέρα” ελλείψει αποτελεσματικών ιδεών για το πώς δένεις δράση, ιδέες και συναισθήματα μέσα σε συνεκτικές εικόνες. Το μοναδικό “παράπονό” μου για την ταινία αφορά κυρίως τους 2 εκ των 3 πρωταγωνιστών. Ενώ κι οι 3 τους είναι παραπάνω από ικανοποιητικοί ερμηνευτικά, δυσκολευόμουν να πειστώ ότι οι 2 από αυτούς (οι Ζωή Σιγαλού και Νικολάκης Ζεγκίνογλου) ανήκουν αυθεντικά σε αυτό το περιβάλλον, ότι εντάσσονται οργανικά σε αυτό, ότι το κατοικούν πραγματικά. Ένα πρόσωπο ή ένα σώμα (ή και μια φωνή ακόμα) πέρα από ερμηνεία είναι και μια εικόνα, ένα οπτικο-ακουστικό στοιχείο, σαν ένα δέντρο ή ένα αυτοκίνητο, που με μία μόνο ματιά σε καλεί να σκεφτείς ότι ανήκει ή δεν ανήκει στο περιβάλλον που το έχει τοποθετήσει η ταινία. (Ο τρίτος, Βασίλης Κουτσογιάννης, θεωρώ ότι πείθει από το πρώτο δευτερόλεπτο πως ανήκει αυθεντικά σε αυτόν τον κόσμο κι είναι μία από τις πιο ξεχωριστές φυσιογνωμίες που βλέπουμε κάθε χρόνο στις οθόνες της Δράμας.) Και εστιάζω περισσότερο στο κάστινγκ παρά στην ερμηνεία, γιατί αποτελεί εν μέρει δείγμα αυτού που θα ονόμαζα “Αθηνοποίηση της Επαρχίας” στο ελληνικό σινεμά, δηλαδή την αντιφατική τάση από τη μία να στρέφονται οι δημιουργοί προς την επαρχία για τις ιστορίες του (συχνά αναζητώντας μια πιο raw αυθεντικότητα που συχνά ταυτίζεται με το εξω-μητροπολιτικό στοιχείο) κι από την άλλη να την “αθηνοποιούν” ομογενοποιώντας την πολιτισμικά και αισθητικά προς μια αναπαράσταση που ταιριάζει στο βλέμμα αυτού που θα λέγαμε “εναλλακτικό αθηναϊκό κοινό” (αρκετά ομοιογενές το ίδιο στο εσωτερικό του πολιτισμικά, ταξικά, στυλιστικά, συμπεριφορικά κλπ). Προφανώς είναι σύνθετο κι ευρύτερο ζήτημα και αξίζει περισσότερη συζήτηση, αφού κι η ίδια η “επαρχία” δεν είναι προφανώς ένα ομοιογενές πράγμα. Κι εξάλλου οι αιτίες είναι τόσο αντικειμενικές/παραγωγικές (πχ η δυσκολία μεγάλης έκτασης κάστινγκ για μικρές παραγωγές, πόσο μάλλον και εκτός Αθήνας) όσο και υποκειμενικές/αισθητικές (και ένα τέτοιο βλέμμα μπορεί να είναι συνειδητό ή ασυνείδητο), οπότε δεν μπορούν να εξαντληθούν σε ένα τέτοιο μίνι-ριβιού. Και σίγουρα υπάρχουν ταινίες που το κάνουν πολύ άγαρμπα σε σύγκριση με το Last Tropics, δεν το συζητώ, απλά το επισημαίνω γιατί ήταν το μόνο που μου χτύπησε κάπως άτσαλα σε μία κατά τ’ άλλα υπερ-άρτια ταινία που μου άρεσε πολύ. Τέλος, ειδική μνεία και μεγάλο ρισπέκτ για τον φόρο τιμής στο ψάρεμα με δυναμίτη και το badass άναμμα τσιγάρου που είχαμε δει σε ένα σπουδαίο κινηματογραφικό ντοκουμέντο με τίτλο Ψαράδες και Ψαρέματα από το 1961, το οποίο στα credits είχε μερικά ονόματα (Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, Ροβήρος Μανθούλης, Σταύρος Τορνές, Λεωνίδας Χρηστάκης) που τα επόμενα χρόνια θα άφηναν μεγάλο στίγμα στο ελληνικό σινεμά και την κουλτούρα ευρύτερα. Κάνε Αυτό Που Πρέπει (Μάνος Παπαδάκης) Στο φεστιβάλ είδαμε ένα slot που ήταν όλο αφιερωμένο σε ιστορίες με παιδάκια, coming of age ιστορίες, ιστορίες παιδικής φιλίας, ιστορίες διαγενεακών σχέσεων με γονείς-παππούδες κλπ. Πριν προχωρήσω στην ταινία που μ’ άρεσε και σας προτείνω να δείτε, μια μικρή παρένθεση για το ίδια την επιλογή δημιουργίας ενός slot με τόσο κοντινές θεματολογικά ταινίες. Στα χαρτιά, ακούγεται μια λετζίτ ιδέα. Γιατί όχι; Απλά δημιουργείς μια θεματική ενότητα. Στην πράξη, και μου φαίνεται ότι ήταν ψιλο-κοινό αίσθημα στην προβολή (όπως και σε άλλες αντίστοιχα ομαδοποιημένες αυτές τις μέρες), θεωρώ πως έκανε κακό στις ταινίες από την σκοπιά του βλέμματος του θεατή. Ο βασικός λόγος είναι πως στοιχειώδεις συγγένειες και ομοιότητες μεταξύ των ταινιών, που σε περίπτωση προγραμματισμού σε διαφορετικά slots θα γίνονταν αντιληπτές σαν ένα υπόγειο νήμα που τις συνδέει στα πλαίσια του φεστιβάλ ως ολότητας, εδώ έρχονταν χτυπητά στην επιφάνεια μέσω της διαδοχικής τους παράθεσης δίνοντας την αίσθηση μιας επαναληπτικότητας, μιας κοινοτοποίησης και μιας έλλειψης αν όχι πρωτοτυπίας τότε διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των έργων. Θεωρώ ότι αυτό είναι κάτι που εν μέρει αδίκησε τις ταινίες κατά την διάρκεια της προβολής, καθώς δημιουργούσε μια κάποια εξω-κινηματογραφική κόπωση του βλέμματος του θεατή. Αυτό μας δείχνει πόσο δυναμική και ενεργητική διαδικασία είναι η ίδια η παραγωγή των συνθηκών κατανάλωσης ενός έργου – πόσο ενεργητικός δηλαδή είναι ο ρόλος του θεατή αλλά και του “εκθέτη” (του διανομέα, του αιθουσάρχη, του επιμελητή κλπ) στην διαμόρφωση της κινηματογραφικής εμπειρίας. Σαφώς οι προθέσεις ήταν καλές εκ μέρους του προγραμματισμού, και ο στόχος ήταν η ανάδειξη της συνοχής του επιμελητικού βλέμματος, αλλά μερικές φορές (αν όχι τις περισσότερες) το άνοιγμα στο τυχαίο, την διακύμανση και την απότομη μετάβαση/αλλαγή έχει να προσφέρει περισσότερα στην αισθητική εμπειρία της απόλαυσης απ’ ό,τι μια ομαδοποίηση που είναι μεν συνεκτική αλλά και αυτό που θα λέγαμε “πρώτου επιπέδου”. Παρένθεση κλείνει. Στα της ταινίας τώρα, αυτή που μου έκανε περισσότερη εντύπωση και έγινε η πιο fun εμπειρία της φετινής Δράμας ήταν το Κάνε Αυτό Που Πρέπει του Μάνου Παπαδάκη, μια κωμική ιστορία γύρω από μια σχολή πινγκ-πονγκ στο Ηράκλειο της Κρήτης κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ του 2015. Η ταινία εστιάζει στους δύο μοναδικούς νεαρούς αθλητές της σχολής και τον προπονητή τους, καθώς προετοιμάζονται για μια μάχη (πινγκ πονγκ πάντα) απέναντι στα Χανιά. Σκεφτείτε δηλαδή μια Karate Kid φόρμουλα, με Wes Anderson/Spike Lee στυλιζάρισμα και ρυθμό, με πολύ αβίαστα αστείο buddy comedy χιούμορ, και με έναν πρωταγωνιστή-προπονητή υπεραστείο και υπερμελαγχολικό λούζερ σα να έχεις αμερικανοποιήσει έναν καουρισμακικό ήρωα για ταινία Κυριακής μεσημέρι στο Μέγκα. Αυτό το μοντέλο της πετυχημένης αμερικανοποίησης, δηλαδή της δημιουργικής οικειοποίησης της “αμερικανιάς” σαν συλλογικό πολιτισμικό ασυνείδητο που φιλτράρει την ελληνικότητα της εμπειρίας μας ως αποτέλεσμα ενός πλαισίου αμερικάνικου πολιτισμικού ιμπεριαλισμού δεκαετιών (που έχουμε μάθει να αγαπάμε, αλλά και να αγαπάμε να μισούμε), λειτούργησε όμορφα και σε μια άλλη ταινία του ίδιου slot, το Η Μέρα που Γίναμε Ηρωες της Σελήνης Παπαγεωργίου που αφηγείται μια παιδική περιπέτεια στην επαρχία με ένα πάρα πολύ πετυχημένο παιδικό καστ (πολύ αξιέπαινη η αυθεντικότητα μεταξύ τους) και ένα πολύ απολαυστικό α-λα-Stand-by-Me feelgood cheesiness. Επιστρέφοντας στο Κάνε Αυτό Που Πρέπει και στο πινγκ πονγκ, παρότι βρήκα την ενσωμάτωση του πολιτικού πλαισίου του δημοψηφίσματος του ’15 κάπως εκβιασμένη ως απόπειρα ιστορικοποίησης (κυρίως σκηνοθετικά, γιατί θεματολογικά λειτουργεί ικανοποητικά), και παρότι κάποια κομμάτια της ταινίας συνδέονται λίγο άτσαλα μεταξύ τους, το χιούμορ, η ενέργεια και πάνω απ’ όλα οι χαρακτήρες της ταινίας έχουν κάτι το εθιστικό που σε κάνει να εύχεσαι να μπορούσες καπάκια να το δεις και σε μεγάλου μήκους εκδοχή. Αυτός Που Κάποτε Υπήρχε (Κωστής Θεοδοσόπουλος) Το Αυτός που Κάποτε Υπήρχε του Κωστή Θεοδοσόπουλου είναι μία από τις ταινίες της φετινής Δράμας που, αν έπρεπε να κάνω μια εικασία, θα ήταν αυτή για την οποία θα άκουγες πιο εύκολα ότι άρεσε σε όλους, με την έννοια ότι θα την αναγνωρίσουν ως καλοφτιαγμένη ακόμα κι αν δεν ταιριάζει στο ιδιαίτερο προσωπικό τους γούστο ή αν η ιστορία δεν εξελιχθεί όπως θα ήθελαν οι ίδιοι να δουν. Γιατί; Και πάλι εικάζοντας, ακόμα κι αν ο θεατής δεν χρησιμοποιούσε αυτές τις λέξεις για να το πει, θα έλεγα ότι ότι είναι μια ταινία που κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει “φουλ κινηματογραφική”. Ακούγεται αόριστο και ταυτολογικό -για σινεμά μιλάμε άλλωστε- κι όμως αυτή η φευγαλέα εσάνς “κινηματογραφικότητας” μπορεί να υποδηλώνει την ύπαρξη μιας σειράς ποιοτήτων που εγγυώνται την αποτελεσματικότητα του κινηματογραφικού έργου στην επικοινωνία του με τον θεατή. Είναι αυτό που θα λέγαμε “κατασκευαστική αρτιότητα”, με μια σειρά από καλλιτεχνικές (και τεχνικές) διεργασίες να δουλεύουν στην εντέλεια με τρόπο αόρατο, σαν γρανάζια ρολογιού που δεν φαίνεται αλλά εγγυώνται την λειτουργία του – μια λειτουργία που, όταν εκτελείται σωστά, μοιάζει αυτονόητη, σχεδόν φυσική. Το λέω γι’ αυτό γιατί ενίοτε έχουμε μια φετιχοποιημένη αντίληψη για την κινηματογραφική δημιουργία σαν μια δημιουργική έκφραση που μεταφέρεται μαγικά από το μυαλό στο φιλμ, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για αμέτρητες μικρές δουλειές (οι περισσότερες από αυτές αποτελούν διαφόρων ειδών αντι-ηρωικά “μαστορέματα”) που πρέπει να συντονιστούν με τρόπο που το τελικό αποτέλεσμα-συναρμολόγηση να “πείθει” τον θεατή πως αυτό που βλέπει δεν είναι απλά κινούμενες εικόνες αλλά κινηματογράφος “με τα όλα του”. Το Αυτός που Κάποτε Υπήρχε, μια βαμπιρική νυχτερινή ιστορία για το ανέφικτο κυνήγι της ταυτότητας και την αναπόφευκτη σύγκλιση ερωτισμού-θανάτου, είναι μια ταινία που είναι εύκολο να αρέσει σε όλους γιατί εκτελεί σωστά όλα τα fundamentals, τις απλές αλλά θεμελιώδεις απαιτήσεις για να δουλέψει αυτή η κινηματογραφική πειθώς που ανέφερα παραπάνω. Από τη μία: φωτισμός, καδράρισμα, σκηνογραφία, γωνίες λήψης, σχεδιασμός ήχου, ένα οργανικό σύνολο που υπηρετεί έναν σαφή σκοπό. Από την άλλη: καθαρή αφηγηματική δομή, σαφής συναισθηματικός τόνος, παραλληλίες και μεταφορές, συναντήσεις και συγκρούσεις (εσωτερικές και εξωτερικές) που όταν εκδηλώνονται πείθουν πως είναι όχι μόνο αποτελεσματικές αλλά υπαγορεύονται από την ενδότερη λογική των χαρακτήρων (δηλαδή της γραφής). Υπάρχουν πάρα πολλές ταινίες, και βλέπουμε τέτοιες κάθε χρόνο στη Δράμα, που δείχνουν ότι οι δημιουργοί τους έχουν φοβερά ταλέντα, εντυπωσιακά ένστικτα, τρομερές δυνατότητες. Κι όμως συχνά από τις ταινίες τους κάτι λείπει. Ο ρυθμός; Ο προσανατολισμός; Το δια ταύτα; Αυτό που λείπει συχνά είναι τα fundamentals, αυτά που κάνουν μια ταινία να τσουλάει, να ρολάρει, να πείθει, αυτό που λέμε “να αποκτά δική της ζωή”. Αυτό είναι το αίνιγμα της κινηματογραφικότητας, ένα είδος αόρατης μαστοριάς που σε κάνει να λες ότι αυτό που είδες ήταν “ταινία-ταινία”. Pirateland (Σταύρος Πετρόπουλος) Αν υπάρχει μία ταινία της φετινής Δράμας που θα πρότεινα να δούνε *όλοι*, αυτή είναι το Pirateland του Σταύρου Πετρόπουλου. Δεν ήταν απαραίτητα η ταινία που ταιριάζει περισσότερο στο δικό μου προσωπικό κινηματογραφικό γούστο, αλλά θεωρώ πως είναι η ταινία που τοποθετείται πιο καίρια (αισθητικά και θεματολογικά πάνω στις προκλήσεις του ελληνικού σινεμά και της χρονικής συγκυρίας με έναν αξεδιάλυτο τρόπο. Η βασική ιστορία έχει ως εξής: η τουριστική σεζόν έχει τελειώσει στην Γραμβούσα της Κρήτης, αλλά μια οικογένεια ντόπιων υποδέχεται απρόσμενα τρεις Νορβηγούς τουρίστες που αναζητούν να αγοράσουν και να καταναλώσουν μια αυθεντική “πειρατική” εμπειρία, τραβώντας στα άκρα το “πειρατικό” αυτο-μάρκετινγκ που χρησιμοποιούν οι ντόπιοι επικαλούμενοι την πειρατική ιστορία της περιοχής. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι το θέμα του Pirateland είναι η άγρια τουριστικοποίηση του ελληνικού καλοκαιριού, τόσο μέσα από την κυνική τουριστική αυτο-εκμετάλλευση των ντόπιων όσο και μέσα από το αδηφάγο εξωτικοποιητικό/καταναλωτικό βλέμμα των επισκεπτών. Το σενάριο του Γιώργου Τελτζίδη είναι απλό, σαφές και αποτελεσματικό, και παραδίδεται πλήρως ακόμα και στις πιο προφανείς καταλήξεις του χωρίς να φοβάται μην φανεί “απλοϊκό” (σημαντική αρετή που προφυλάσσει από την ψευδο-πολυπλοκότητα που συχνά επιτάσσεται στο ελληνικό σινεμά όταν λείπει η καθαρότητα των ιδεών). Το Pirateland εκθέτει λοιπόν κριτικά 2 τρόπους επαφής με τον τόπο, ή πιο συγκεκριμένα αποξένωσης από τον τόπο. Ο ένας είναι η κυριαρχία της οικονομίας πάνω στην κοινότητα, η εμπορευματοποίηση του τόπου και της ιστορίας, η μετατροπή της καλοκαιρινής ανάπαυσης σε επικερδή βιομηχανία που κάνει τους ανθρώπους κυνικούς και υπολογιστικούς (homo economicus σα να λέμε). Ο άλλος, και αιτιακή σχέση με τον πρώτο φυσικά, είναι ο φετιχισμός του κυνηγιού της αυθεντικότητας, η μετατροπή της “εμπειρίας” σε εμπόρευμα με υψηλή πολιτισμική/συμβολική αξία που προορίζεται να καταναλωθεί από τις μεσαίες και ανώτερες “κοσμοπολίτικες” και “δημιουργικές” τάξεις (η αντίθεση ευρωπαϊκού Βορρά/Νότου στην ταινία δίνει και έναν μικρο-αποικιοκρατικό τόνο που κρατιέται υπό έλεγχο χωρίς να ξεφύγει σε φαντασίωση ιθαγενισμού). Έτσι και η πειρατεία, που κάποτε αποσταθεροποιούσε την οικονομική και ηθική τάξη του κόσμου, μετατρέπεται σε ένα ακόμα εμπόρευμα προς κατανάλωση. Υπάρχει εδώ και μια ειρωνική νότα αν σκεφτούμε ότι ένας από τους συμπαραγωγούς είναι το Ίδρυμα Ωνάση, που όπως και γενικότερα τα σύγχρονα ιδρύματα πολιτισμού συμβάλλει αποφασιστικά στην εμπορευματοποίηση της εμπειρίας και την καταναλωτική αντίληψη της αυθεντικότητας, θυμίζοντάς μας την δομικά αντιφατική φύση του σινεμά στην καπιταλιστική πολιτιστική βιομηχανία: και τέχνη και εμπόρευμα. Πρόκειται όπως καταλαβαίνετε για μια ταινία εντελώς επίκαιρη, αλλά και τόσο-όσο αποκομμένη από οποιαδήποτε υπερ-συγκεκριμένη αναφορά στο πραγματικό κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο της εποχής μας. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως μέσα από την αισθητική γλώσσα της ταινίας, η οποία έχει μια ψυχρή και αποστασιοποιημένη κωμική/σατιρική ματιά που θυμίζει τις ταινίες του Roben Ostlund και του Michael Haneke. Θα έλεγα ότι το Pirateland εντάσσεται σε ένα post-weird-wave ρεύμα που βλέπουμε τελευταία στο ελληνικό σινεμά, στο οποίο διαρητείται ένα μέρος του ψυχρού και του ανοίκειου ύφους που είδαμε κατά κόρον την περίοδο 2010-2015 (και κυριάρχησε φεστιβαλικά μέχρι και το 2018-2019), αλλά εμποτίζεται με περισσότερο συναίσθημα, μεγαλύτερη φυσικότητα και πιο ρεαλιστικές απεικονίσεις (σκεφτείτε πχ τα Μήλα του Χρήστου Νίκου ή το Arcadia του Γιώργου Ζώη, έστω κι αν αμφότερες καταπιάνονται με το φανταστικό). Μιλώντας καθαρά προσωπικά, αυτό το στυλ δεν είναι το αγαπημένο μου – και θα προτιμούσα ίσως μια ματιά που να παίρνει το μέρος της “αγριότητας” εντός της ταινίας, σαν το “πειρατικό ασυνείδητο” να παίρνει αισθητικά το πάνω χέρι. Ας πούμε το Bait του Mark Jenkin που έχει ένα παρόμοιο θέμα εντοπιότητας/τουριστικοποίησης έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα “ωμή” και “άγρια” ματιά, χωρίς να είναι λιγότερο στυλιζαρισμένη. Αλλά δικαίως το Pirateland έχει λάβει ήδη μεγάλη φεστιβαλική αναγνώριση, ταξιδεύοντας από το Κλερμόν-Φεράν (το πιο καταξιωμένο μικρού μήκους φεστιβάλ στον κόσμο) μέχρι την Τραϊμπέκα πριν την Δράμα, και σαφώς αποτελεί ένα ώριμο και λογικό βήμα στην εξέλιξη του ελληνικού “arthouse” κινηματογραφικού κύκλου που άνοιξε με το Greek Weird Wave.