Radical Chic: Οι Baader-Meinhof και η Μουσική

nerdcult muse

Radical Chic: Οι Baader-Meinhof και η Μουσική

Γιατί μια ένοπλη επαναστατική οργάνωση ενέπνευσε τόσα τραγούδια;


Normo Gin · 1 Απριλίου 2013

 
 

Fahndungsplakat RAF

 
 

“Πολλά σχολιαρόπαιδα τους θεωρούσαν κουλ. Φορούσαν δερμάτινα μπουφάν και είχαν πολλά σέξυ κορίτσια και ηγούνταν από έναν σέξυ τύπο. Αυτή ήταν η απάντηση της Γερμανίας στους Rolling Stones. Τυπικά, οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να βγάλουν τους δικούς τους Ρόλινγκ Στόουνς γιατί πρέπει να σοβαρολογούν για τα πάντα· οπότε έβγαλαν μια τρομοκρατική οργάνωση αντί για μια ροκ μπάντα.”

~ Ben Lewis, σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ “Baader Meinhof: In Love With Terror”

 
 

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι ένοπλες οργανώσεις – ασχέτως ακροτήτων – έχαιραν της εκτίμησης των καλλιτεχνών. Η γαλλίδα ηθοποιός Φανί Αρντάν έχει δηλώσει οπαδός των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τις οποίες έκαναν τραγούδι και οι Crisis του Douglas Pierce. Οι Weather Underground (ή Weathermen) ενέπνευσαν τον τίτλο της δεύτερης συνεργασίας των Ολλανδών Ex με τον Tom Cora και χάρισαν το όνομά τους σε ένα βραχύβιο ραπ σχήμα. Ο Blixa Bargeld των Einsturzende Neubauten, μιλώντας για το παρελθόν του στο Δυτικό Βερολίνο ως καταληψίας, δήλωσε πως έχει υπάρξει συμπαθών του Κινήματος 2 Ιούνη. Η ιστορία της απαγωγής της Πάτι Χιρστ (στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα άλλη φορά) και η ενσωμάτωσή της στην οργάνωση που την απήγαγε, έχει καταστεί ποπ τοτέμ του ύστερου 20ου αιώνα. Αν επιχειρήσουμε, δε, να αριθμήσουμε τις κινηματογραφικές μεταφορές του βίου και της πολιτείας κάθε ένοπλης οργάνωσης, τότε θα βρούμε τουλάχιστον μια ταινία για κάθε οργάνωση. Ακόμα και για τη δική μας 17 Νοέμβρη, θα κυκλοφορήσει αυτό εδώ το B-Movie.

 
 

Siegfried-Buback_1726408c

 
 

Αλλά καμία, μα καμία άλλη ένοπλη οργάνωση στην ιστορία του κόσμου δεν έχει αγγίξει το πολιτισμικό στάτους της πρώτης γενιάς της γερμανικής RAF (Rotte Arme Fraktion – Φράξια Κόκκινος Στρατός), γνωστή απ’ τον συνδυασμό των ονομάτων δύο μέλων της και ως Baader-Meinhof. Πριν μερικά χρόνια, επανήλθαν στην επικαιρότητα με τη σχετικά αξιοπρεπή ταινία Der Baader-Meinhof Komplex, δίνοντας την ευκαιρία να ξαναεπισκεπτούμε την πολύ ιδιαίτερη ιστορία τους.

 
 

Μικρή Ιστορία της RAF

 
 

070924-baadermeinhof

 
 

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον Β’ Παγκοσμίο Πολέμο, η Γερμανία δεν αναμορφώθηκε όσο έπρεπε. Τα κυβερνητικά και διοικητικά πόστα ελέγχονταν ακόμα εν πολλοίς από συμμετέχοντες και συνεργάτες του χιτλερικού καθεστώτος και οι δημοκρατικές ελευθερίες δεν είχαν κατακτηθεί στον απαιτούμενο βαθμό μιας πολιτικής εξιλέωσης. Αυτή η άρνηση να σβηστεί το ναζιστικό παρελθόν οδηγούσε σε μία τεράστια πόλωση μεταξύ κυβερνώντων και γερμανικού λαού που κλιμακώθηκε με το φοιτητικό κίνημα των 60ς (ναι, είχαν και στη Γερμανία τέτοιο).

 
 

Ο Αντρέας Μπάαντερ ήταν διωκόμενος αναρχικός για εμπρηστικές επιθέσεις στη Δυτική Γερμανία. Μαζί με την – επίσης διωκόμενη – Γκούντρουν Ένσλιν, μετά από μία σύντομη παραμονή στο σπίτι του συντρόφου και φίλου του Τσε Γκεβάρα, Ρεζίς Ντεμπραί, δραπέτευσαν στην Ιταλία όπου τους εντόπισε ο δικηγόρος Χορστ Μάλερ και τους έπεισε να σχηματίσουν μία ομάδα αντάρτικου πόλεως στα πρότυπα των Τουπαμάρος της Ουρουγουάης. Ο Μπάαντερ κατάφερει να συλληφθεί ξανά τον Μάρτη του 1970 στη Γερμανία κατά τη διάρκεια οδικού ελέγχου, ενώ λίγο πριν τη σύλληψη του, έχει δημιουργηθεί ο πρώτος πυρήνας της RAF που περιλαμβάνει την Ένσλιν, τον Μάλερ, τη δημοσιογράφο Ούλρικε Μάινχοφ και άλλους. Ο πυρήνας αυτός μεθοδεύει επιτυχώς την απόδραση του Μπάαντερ.

 
 

baadermeinhof4

 
 

Η ομάδα δραπετεύει στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου επιβιβάζονται σε μία πτήση για την Ιορδανία με σκοπό να εκπαιδευθούν στρατιωτικά από παλαιστινιακές οργανώσεις. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς συγκροτούν επίσημα τη RAF. Επιστρέφοντας στη Γερμανία, θα πραγματοποιήσουν επί σειρά χρόνων τραπεζικές ληστείες για τη χρηματοδότηση των δράσεών τους και βομβιστικές επιθέσεις σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αστυνομικά τμήματα και κτίρια των εκδόσεων Springer, γνωστές για τον ρόλο τους στη μιντιακή υποστήριξη του καθεστώτος.

 
 

Σε μία δημοσκόπηση, το ένα τέταρτο των Γερμανών πολιτών ηλικίας κάτω των 40, δείχνει ανοιχτά συμπάθεια προς τη RAF και δηλώνουν πρόθυμοι να κρύψουν κάποιο μέλος στα σπίτια τους αν χρειαστεί. Η μαζική απήχηση της οργάνωσης φαίνεται επίσης από τη στήριξη πολλών διανοούμενων της εποχής, αλλά και από τις μαζικότατες διαδηλώσεις που ακολούθησαν τις δολοφονίες της Πέτρα Σελμ στο Αμβούργο και του Γκέοργκ φον Ράουχ στο Βερολίνο από τις αστυνομικές δυνάμεις. Μάλιστα, όταν η Springer εξαπολύει μία εκστρατεία προσπαθώντας να συνδέσει τη RAF με μία βάρβαρη ληστεία στο Καϊζερσλάουτερν με την οποία δεν είχαν καμία σχέση, δέχεται γενική κατακραυγή αλλά και τα πυρά του σημαντικού συγγραφέα Χάινριχ Μπελ (Η Χαμένη Τιμή της Καταρίνα Μπλούμ, Οι Απόψεις ενός Κλόουν).

 
 

ulrike meinhof

 
 

Το ανθρωποκυνηγητό λήγει με την σύλληψη του Μπάαντερ, της Ένσλιν, της Μάινχοφ, του Χόλγκερ Μάινς και του Ζαν-Καρλ Ράσπε τον Ιούνιο του 1972 (ο Χορστ Μάλερ έχει ήδη συλληφθεί νωρίτερα). Οι συλλήφθεντες κρατήθηκαν 3 χρόνια σε απομόνωση μέχρι την έναρξη της δίκης, οπότε και αναβαθμίστηκε το σύστημα ασφαλείας των φυλακών Στάμχαϊμ, επιτρέποντάς τους να βλέπονται για 30 λεπτά κάθε μέρα. Όσο οι πρωτεργάτες της οργάνωσης βρίσκονταν στη φυλακή, ένα δεύτερο κύμα της RAF εμφανίστηκε με δράσεις αλληλεγγύης προς τους κρατούμενους του Στάμχαϊμ, πιό έντονο, επιθετικό και αδέξιο απ’ την πρώτη γενιά.

 
 

Η δίκη της RAF αποτέλεσε μία από τις πιο τρανταχτές σκευωρίες της γερμανικής δικαστικής ιστορίας. Η δικαστική έδρα στελεχώθηκε από συμμετέχοντες και υποστηρικτές του ναζιστικού καθεστώτος και οι τακτικές της έφτασαν μέχρι και στη φυλάκιση των δικηγόρων, με την κατηγορία ότι η επιλογή τους να υπερασπιστούν τους κατηγορούμενος στο δικαστήριο αποτελεί συνεργία σε σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης, νομολογία για την οποία ο τότε Υπουργός Αμύνης θα δηλώσει περήφανος! Μετά από το αίτημα της για την κατάθεση ενός σημαντικού μάρτυρα στο δικαστήριο, η Μάινχοφ θα “αυτοκτονήσει” στο κελί της στις 9 Μαΐου του 1976 με έναν περίεργο απαγχονισμό που δεν αφήνει σημάδια στο σώμα της. Αντίστοιχα, στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, ο Αντρέας Μπάαντερ θα “αυτοκτονήσει” με μία σφαίρα που η βαλλιστική έρευνα θα δείξει ότι πυροβολήθηκε από απόσταση 40 εκατοστών, ο Ράσπε θα “αυτοκτονήσει” με ένα πιστόλι που δεν έχει τα αποτυπώματά του και δεν αφήνει υπολείμματα πυρίτιδας στα χέρια του, ενώ η Ένσλιν θα “αυτοκτονήσει” επίσης με απαγχονισμό, πατώντας σε μία καρέκλα που ήταν πολύ μακριά της για να μπορεί να θεωρηθεί ότι χρησιμοποιηθήκε. Με τα ως άνω δεδομένα, είναι αυτονόητο ότι το γερμανικό ποινικό σύστημα ουδέποτε απάντησε στις εύλογες απορίες φίλων και συγγενών σχετικά με τη μαζική “αυτοκτονία” της οργάνωσης.

 
 

Η Φήμη

 
 

8233923

 
 

Η ιστορία των Baader Meinhof, αφ’ ενός λόγω της δημοτικότητάς τους και αφ’ ετέρου λόγω της θλίψης και της οργής που περικλείει για το τέλος τους, γοήτευσε πάρα πολύ την κουλτούρα και ειδικά τη μουσική. Ίσως στη μουσική να υπήρχε και μία χαμένη σχέση· όπως είπαμε άλλωστε οι Μπάαντερ Μάινχοφ ήταν οι ροκ σταρς της Γερμανίας. Και περισσότερο ροκ σταρς από την – σπουδαία κατά τ’ άλλα – μουσική της εποχής, η οποία δεν μπορούσε να αγγίξει το mainstream, καθώς όλες οι μπάντες του Kraut Rock βασίζονταν στην οργή και τον πειραματισμό και ζητούσαν πολλά πράγματα από την ψυχοσύνθεση του ακροατή. Η Φράξια Κόκκινος Στρατός απ’ την άλλη έμοιαζε πιο πολύ με τη φούσκα των ροκ σταρς της Αγγλίας και της Αμερικής: στυλάτοι και νάρκισσοι, έδειχναν να παίζουν τη δημοσιότητα στα δάχτυλα, να ξέρουν ποιά κίνηση θα αποσπάσει ηχηρό χειροκρότημα. Και όπως οι Ρόλινγκ Στόουνς, ήταν περισσότερο δημόσιοι φορείς ενός οργισμένου attitude, παρά ουσιαστικά ανατρεπτικοί.

 
 

Η πρώτη θεωρία που βρέθηκε για τη σχέση της RAF με τη μουσική, αφορούσε τη γνωστή επιτυχία του Leonard Cohen “First We Take Manhattan”. Το τραγούδι πρωτοκυκλοφόρησε σε εκτέλεση της Jennifer Warnes και ύστερα τραγουδήθηκε κι απ’ τον ίδιο τον δημιουργό του στον δίσκο “I’m Your Man”. Παρότι τελικά ο Cohen αρνείται τη σύνδεση του τραγουδιού με την ένοπλη οργάνωση, οι στίχοι δεν μας αφήνουν να τον πιστέψουμε. Η αφήγηση ταιριάζει πολύ με την ιστορία της Ούλρικε Μάινχοφ (“Με καταδίκασαν σε 20 χρόνια βαρεμάρας/Επειδή προσπάθησα να αλλάξω το σύστημα εκ των έσω/Έρχομαι τώρα, έρχομαι να τους ανταμείψω”). Κάποιες απ’ τις ιδέες της RAF γίνονται στίχοι (“Δεν μ’ αρέσει η βιομηχανία μόδας σου κύριος/και δεν μ’ αρέσουν τα ναρκωτικά που σε κρατάνε αδύνατο”). Το όλο θέμα του τραγουδιού θυμίζει τη νομαδική δραστηριότητα της οργάνωσης που έφτασε να φοβίζει τις αστυνομικές υπηρεσίες όλων των χωρών, ενώ θεματικά θα μπορούσε να αναφέρεται και σε αεροπειρατεία. Θέλει ένα θάρρος για να το πούμε αυτό, αλλά η καλύτερη εκτέλεση του κομματιού – με το σκεπτικό των Μπάαντερ-Μάινχοφ από πίσω – έρχεται απρόσμενα από τους REM(!).

 
 

http://www.youtube.com/watch?v=k1brqRtDjRI

 
 

Ψυχή τε και Σώματι

 
 

 
 

Κάποιοι μουσικοί φαίνεται να γοητεύτηκαν τόσο από την ιστορία της RAF που αποφάσισαν να υιοθετήσουν ψευδώνυμο από την ίδια την οργάνωση. Το καλύτερο τέτοιο παράδειγμα ανήκει στο αδικημένο παιδί του indie, Luke Haines, που τo 1996, δημιούργησε ένα side project το οποίο βάφτισε “Baader Meinhof” και κυκλοφόρησε έναν ομώνυμο δίσκο. Ο δίσκος ήταν αφιερωμένος στη ζωή και το έργο της οργάνωσης, πράγματα που αποτυπώνει με εξαιρετικό τρόπο. Ακόμα κι αν τον κοιτάξουμε εννοιολογικά, πιάνει επακριβώς το φαινόμενο Μπάαντερ Μάινχοφ: ποπ τραγούδια που κρύβουν μέσα μία επιμελημένη οργή ενάντια στο σύστημα, μόνο που το σύστημα που αποστρέφονταν οι Μπάαντερ Μάινχοφ ήταν ο Δυτικός Καπιταλισμός, ενώ αυτό που αποστρέφεται ο Haines με την αξιολάτρευτη μικροπρέπειά του είναι το indie κατεστημένο που επιμένει να τον ρίχνει πιο κάτω από τους εκάστοτε Blur και Oasis. Ο Haines είναι ένας καταπληκτικός τραγουδοποιός, ωστόσο, και ο δίσκος αξίζει πολλές ακροάσεις ειδικά για κομμάτια όπως τα “Baader Meinhof”, “There’s Gonna Be An Accident” και “Kill Ramirez”. I Had this Dream/That Every Dog Has Its Day. Πετάχτε το φλώρικο indie απ’το παράθυρο, παρακαλώ.

 
 

 
 

Αλλά δεν είναι ο μόνος. Ονομασίες παραπλήσιες στα ονόματα των Baader και Meinhof βρίσκουμε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, πλείστων άλλων μουσικών ειδών: Baader Meinhof, για παράδειγμα, ονομάζεται το θεσπέσια καγκούρικο δίδυμο των γερμανών ράπερς Ali A$ και Pretty Mo. Baader Meinhof Wagen ονομάζεται μία ενδιαφέρουσα πειραματική γαλλική μπάντα που οικειοποιείται ένα μαύρο αστείο που κυκλοφορούσε πολύ την εποχή της δράσης της RAF: τους άρεσε τόσο πολύ να κλέβουν BMW, που οι Γερμανοί αποφάνθηκαν ότι τα αρχικά μάλλον θα σημαίνουν “Baader Meinhof Wagen” (Wagen = αμάξι, όχημα στα γερμανικά).

 
 

bs-mo-5-DW-Kultur-Karlsruhe

 
 

Σε αρκετές περιπτώσεις συναντάμε και παραφράσεις ή εφαρμογές του ονόματος. Υπάρχουν οι εξαιρετικοί ποστ-πάνκηδες Baader Pop Gruppe, οι υπερ-βίαιοι digital-hardcoreάδες DHC Meinhof, οι hardcore-πάνκηδες Baader Brains (λογοπαίγνιο του ονόματος του Andreas Baader με την εμβληματική μπάντα Bad Brains) και οι ξεσηκωτικοί ινταστριαλάδες DBMG/RAF (Die Baader-Meinhof Gruppe/Red Audio Faction). Γενικά, στον σκληρό ήχο κάθε είδους φαίνεται πολλοί να θέλουν να γίνουν οι Baader Meinhof. Έτσι κι αλλιώς όμως, πολλές φορές αυτοί οι ήχοι βαφτίζονται “ηχητική τρομοκρατία” και προφανώς το να υιοθετήσεις το όνομα της πιο διάσημης και δημοφιλούς ένοπλης οργάνωσης όλων των εποχών, δίνει κάπως στο αισθητικό αποτέλεσμα.

 
 

Οι ύμνοι

 
 

080328_1305_03b_baader_dpa

 
 

Άμα ψάξουμε, θα πέσουμε και πάνω στις στιγμές που μουσικοί αφιέρωσαν τμήμα του έργου τους στη RAF. Ένα τέτοιο παράδειγμα, βρίσκουμε στην αφιέρωση του δίσκου “Broken English” της Marianne Faithfull στην Ούλρικε. Ένα άλλο είναι οι Chumbawamba, γνωστοί από την επιτυχία τους “Tubthumping”. Ο δίσκος τους “Slap!” του 1990, ανοίγει με ένα χαρουμενιάρικο τραγούδι με το όνομα “Ulrike” και κλείνει με ένα ορχηστρικό κομμάτι με τίτλο “Meinhof”, δηλώνοντας εμμέσως ότι όλο το ενδιάμεσο είναι μία σειρά ύμνων στο πρόσωπό της. Οι Chumbawamba βέβαια δεν είναι τυχαίοι. Προέρχονται από τη θρυλική αναρχοπανκ μπάντα των Crass, αν και σήμερα τους μισούμε γιατί ευθύνονται εν πολλοίς για όλην αυτήν τη συγκεχυμένη κουλτούρα του “απολίτικου με ευαισθησίες και ντοκτορά” που τρώμε τόσο συχνά στη μάπα. Ας μην τους αδικούμε και τελείως όμως, τα ποπ τραγουδάκια τους είναι καλά (“Give the fascist man a gunshot”) και κολλητικά (“On eeeeebay, from babylon back to babylon”).

 
 

 
 

Πέρα από τις βλακείες των Chumbawamba όμως, οι Baader Meinhof τραγουδήθηκαν και από σοβαρούς τροβαδούρους, όπως οι άγγλοι πατέρες του Industrial, Cabaret Voltaire. Το 1978, σε μία συλλογή της βρετανικής Factory εμφανίζεται το κομμάτι “Baader Meinhof” που έμελλε να αφήσει ιστορία. Πρόκειται για μία αργόσυρτη, ακατάληπτη, παραμορφωμένη μπαλάντα για την οργάνωση, που άνοιξε τον δρόμο για πολλούς πειραματισμούς με τη φωνή και τις αποδομημένες φόρμες. Γενικά το έργο των Cabaret Voltaire χρήζει ειδικής μελέτης, για όσους ενδιαφέρονται για θορυβώδη ακούσματα.

 
 

 
 

Εκτός βέβαια από τη ζωή τους, τραγουδήθηκε πολύ και το τέλος τους. Εδώ ξεχωρίζουν τρείς περιπτώσεις και η πρώτη ανήκει στους ινταστριαλάδες – και πάλι – SPK. Οι SPK παίρνουν το όνομά τους από τη Sozialistiche Patienten Kollektiv, μια σύμπραξη ψυχιάτρων και νοσηλευόμενων σε ιδρύματα που ξεκίνησαν αρχικά κάποιες συνελεύσεις με θέμα την αντιψυχιατρική, αλλά κάπως αυτό το πράμα άλλαξε ρότα και άρχισαν να μιλάνε για τον καπιταλισμό, τα όπλα και τους εκρηκτικούς μηχανισμούς. Οι SPK αφιερώνουν τον αργόσυρτο θορυβώδη επικήδειο Stammheim Torturkammer στο τέλος της θρυλικής οργάνωσης, παρουσιάζοντάς τη φυλακή ως μία μεταλλική άδεια κόλαση.

 
 

Αντίστοιχο επικήδειο γράφουν και οι επίσης αγριωποί ινταστριαλάδες Death Squad. Το 1995 κυκλοφορούν την κασσέτα Stammheim με 30 λεπτά δύσκολου θορύβου για να αναπαραστήσουν τη φρίκη του τέλους των μελών της RAF πίσω απ’ τις μπάρες του Στάμχαϊμ. Ο υπότιτλος της κασέτας είναι “9 Μαΐου, 1976”, ημερομηνία “αυτοκτονίας” της Ούλρικε Μάινχοφ.

 
 

 
 

Επικήδειοι όμως γράφονται και σήμερα. Ξεχωρίζει το “Caged in Stammheim” του Demdike Stare, ένα ηλεκτρονικό darkjazz κομμάτι που χρησιμοποιεί πάρα πολλά σαμπλς, από τον Karlheinz Stockhausen μέχρι Popol Vuh, αποδίδοντας έτσι τιμές στις τεταμένες πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες της Γερμανίας του ’70 που μεταξύ άλλων, έδωσαν μεγάλη ώθηση στην ηλεκτρονική μουσική ώστε να γίνει αυτό που είναι σήμερα. Και όλα αποκρυσταλλώνονται στον θάνατο των μελών της RAF, στο τελευταίο σύμβολο της γερμανικής νεολαίας που έπεσε.

 
 

Γιατί Όλα Αυτά Όμως;

 
 

474px-RAF-Logo.svg

 
 

Τι είναι αυτό που έχει αλλάξει μέχρι σήμερα; Γιατί σήμερα δεν βγαίνουν Baader Meinhof να εμπνεύσουν γενιές καλλιτεχνών; Γιατί οι ένοπλες οργανώσεις του σήμερα εμφανίζονται και δύουν χωρίς καν να τις πάρουν πρέφα όλοι;

 
 

Μία απάντηση θα μπορούσε να αναζητηθεί στο πεδίο της επιτήρησης. Η σύγχρονη διάρθρωση των αστυνομικών κρατών δεν επιτρέπει στις οργανώσεις να επιδιώξουν θεαματικά χτυπήματα, ενώ είναι και καλύτερα συντεταγμένο το κρατικό-μιντιακό σύμπλεγμα ώστε να τιθασεύσει το κάθε πιθανό γόητρο. Οι ένοπλες οργανώσεις έχουν γίνει ένα underground φαινόμενο, δεν έχουν πια να διεκδικήσουν τον φακό και ό,τι κάνουν, το κάνουν με αυστηρά ιδεολογικούς όρους.

 
 

Αλλά ίσως το ερώτημα να μπορούσε να διευρυνθεί: γιατί δεν υπάρχουν και μεγάλοι συγγραφείς, μεγάλοι σκηνοθέτες, μεγάλοι μουσικοί αλλά μόνο μία ευρεία γκάμα στυλ που αξιολογείται συλλογικά; Εδώ η απάντηση ξαφνικά γίνεται πιο απλή: γιατί η κουλτούρα των προσώπων έχει πεθάνει. Η αντικοινωνική – κατά τα φαινόμενα – παρούσα φάση του κόσμου, είναι τελικά η πιο κοινωνική του, είναι το στάδιο στο οποίο ξεχωρίζουν συλλογικά φαινόμενα και όχι μεγάλες φιγούρες. Είναι ίσως μία αναβάθμιση του general intellect, που επήλθε από την τεχνολογική κουλτούρα και την καλύτερη συλλογική αφομοίωση της ιστορίας του 20ου αιώνα μέσω των οπτικοακουστικών καταγραφών. Όπως και να ‘χει, η ιστορία της RAF δεν είναι πια ενδιαφέρουσα μόνο για την αφηγηματική της συνέχεια. Είναι εδώ ως τεκμήριο, για να θυμίζει ότι κάποτε οι πράξεις μερικών ήταν σημαντικότερες από κάποιων άλλων, να σκιαγραφεί μία διάρθρωση του κόσμου που πνιγόταν στην ίδια της την ασφάλεια και ξέβραζε συνεχώς νοσηρές πραγματικότητες με άγνωστο υπαίτιο. Είναι εδώ για να θυμίζει ότι τα πράγματα κάπως ήταν πριν αλλάξουν.

 
 

Best of internet