Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού κι ο ιερός τρόμος του Λάνθιμου

Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού κι ο ιερός τρόμος του Λάνθιμου

Το δίδυμο Γιώργου Λάνθιμου και Ευθύμη Φιλίππου επιστρέφει με τον Θάνατο του Ιερού Ελαφιού, κουβαλώντας μαζί του ένα βραβείο σεναρίου από τις Κάννες και μια γενναία δόση κυνικού τρόμου

Μια σκοτεινή δύναμη περιβάλλει τα μέλη μιας ευπρεπούς αστικής, πυρηνικής οικογένειας. Υπάρχει κάτι στο παρελθόν της που προσκαλεί αυτήν την απειλή στο προσκήνιο ή είναι μια random έκρηξη δυστυχίας σ’ έναν ούτως ή άλλως σκληρό κόσμο; Υπάρχει εδώ ένας δήμιος που ζητάει κάποιον τύπο δικαιοσύνης, αλλά ποιος παίρνει την καταδικαστική απόφαση και ποιος εκτελεί την ποινή; Πρέπει να γίνουν θυσίες, αλλά ποιοι ώμοι σηκώνουν το βάρος τους;

Ναι, θα τα επεξεργαστούμε αυτά τα ερωτήματα, αλλά δεν υπάρχει λόγος για βιασύνη. Πέρα από την καθ’ αυτή συζήτηση γύρω από την νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου και του Ευθύμη Φιλίππου, Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού, η οποία κυκλοφόρησε την Πέμπτη στις κινηματογραφικές αίθουσες, υπάρχει κι ένα ακόμα ζήτημα. Είναι πια προφανές ότι, για την εγχώρια κινηματογραφική πραγματικότητα, οι δουλειές του Λάνθιμου αποτελούν γεγονός, αποτελούν συμβάν. Κάθε φορά που ως κοινό καλούμαστε να παρακολουθήσουμε την νέα του δημιουργία, καλούμαστε επίσης – ρητά και υπόρρητα – να παρακολουθήσουμε ένα δημόσιο debate σχετικά με το ζύγισμα των δημιουργών, την κατάσταση του ελληνικού σινεμά και τη σχέση του με την πολιτεία ή τις διεθνείς κινηματογραφικές αγορές, τα χαρακτηριστικά και την περιοδολόγηση αυτού που ίσως ατσούμπαλα αποκλήθηκε Greek Weird Wave. Αυτά, φυσικά, είναι μεγάλα ζητήματα, και η αναθέρμανση ή είσοδός τους στον δημόσιο διάλογο πήρε την μεγαλύτερή της ώθηση, κατά κοινή ομολογία, μετά την φαινομενικά παράξενη επιτυχία του Κυνόδοντα.

Δεν θα μπούμε εδώ εις βάθος σ’ αυτά τα ζητήματα, δεν τους αξίζει μια πρόχειρη επεξεργασία στην εισαγωγή ενός review. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: ότι ο Κυνόδοντας των Λάνθιμων-Φιλίππου, παραβλέποντας προς το παρόν τα ζητήματα αξιολόγησης και αυθεντικότητας της ταινίας, χτύπησε φλέβα σε διάφορα επίπεδα. Είτε αφορά την συγκεκριμένη αναπαράσταση της οικογενειακής δομής, μέσα από την προσέγγισή της ως τρόπο παραγωγής μιας τεχνολογίας γνώσης και ελέγχου, είτε αφορά την γενική αναπαράσταση του σύγχρονου εγχώριου σινεμά ως ένα δυνατό φεστιβαλικό προϊόν με ματιά προς τα έξω, το αποτέλεσμα είναι πως ο Κυνόδοντας συνέβαλε στην απελευθέρωση μιας ιστορικά κρίσιμης δυναμικής. Μια παράπλευρη συνέπεια αυτού όμως, είναι ότι για την κριτική (του κοινού και των επαγγελματιών) ο Λάνθιμος μετατράπηκε συχνά σε ένα είδος εθνικού κινηματογραφικού τοτέμ, η παρουσία του οποίου προσκαλεί είτε την λατρεία είτε την βεβήλωση – με το ίδιο το περιεχόμενο του έργου του να αποκτά μερικές φορές πιο περιφερειακό ρόλο.

Αν μη τι άλλο, αυτό είναι ένα μάλλον αφιλόξενο περιβάλλον για ειλικρινή ή ουσιαστική κινηματογραφική συζήτηση. Είναι κρίμα να προσεγγίζεται το έργο του Λάνθιμου μέσα από τις κοινοτοπίες του αντι-κουλτουριαρισμού ή του σινεφίλ μεσσιανισμού, βλέποντας έναν σκηνοθέτη ως αυτόν που προορίστηκε είτε να καταστρέψει είτε να διασώσει το ντόπιο σινεμά. Οι ταινίες του είναι πρώτα και κύρια κινηματογραφικές δημιουργίες, όχι εθνικό εξαγώγιμο προϊόν για την φεστιβαλική και την οσκαρική αγορά. Επομένως, το να συζητήσουμε για τον Λάνθιμο πρωτίστως κινηματογραφικά, χωρίς να ανάγουμε το έργο του άγαρμπα σε μια εθνική αφήγηση για το εγχώριο σινεμά, είναι μ’ έναν τρόπο η minimum αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξιοπρέπειας ενός δημιουργού. Η επεξεργασία των υπόλοιπων ζητημάτων απαιτείται να γίνει με σοβαρότερους όρους, χωρίς να ξεχνάμε ότι κυρίαρχα αγγίζουν με απτό τρόπο τους ανθρώπους που εργάζονται και δημιουργούν μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον.

Ας προχωρήσουμε, λοιπόν, στον Θάνατο του Ιερού Ελαφιού. Στα βασικά αφηγηματικά συστατικά της ταινίας έχουμε μια αρκετά γνώριμη εικόνα πλούσιας οικογένειας που απειλείται από μια επικείμενη καταστροφή. Οι γονείς Στήβεν και Άννα (Colin Farrell και Nicole Kidman αντίστοιχα) είναι επιτυχημένοι γιατροί, ενώ τα παιδιά Κιμ και Μπομπ ισορροπούν στο τεντωμένο σκοινί της εφηβείας. Ο αστάθμητος εξωτερικός παράγοντας της οικογενειακής τους δυναμικής παίρνει τη μορφή του επίσης έφηβου Μάρτιν (Barry Keoghan), ο οποίος μοιάζει να έχει αναπτύξει μια αινιγματική σχέση με τον πατέρα της οικογένειας, ριζωμένη στο κοινό τους πρόσφατο παρελθόν. Ήδη η στοιχειώδης περιγραφή της ταινίας, σε συνδυασμό με τις ευθείες αναφορές της στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, προετοιμάζει για ένα τραγικό οικογενειακό θρίλερ με μεταφυσικές και μυθολογικές νότες. Βέβαια, η πένα των Λάνθιμου-Φιλίππου δεν είναι ποτέ απλοϊκή, οπότε γνωρίζουμε ότι θα πρέπει να περιμένουμε κάτι παραπάνω από ένα άθροισμα αναφορών ή σταθερών του είδους. Στην πρώτη σκηνή του Ελαφιού, βλέπουμε από πολύ κοντά μια χειρουργική επέμβαση καρδιάς σε ένα κλινικό περιβάλλον από τον καρδιοχειρούργο Στήβεν, κι ήδη από την αρχή, το ύφος της ταινίας πατάει σε σταθερές βάσεις, προετοιμάζοντας για μια αισθητική προσέγγιση απόστασης και σκληρότητας.

Η σταθερή τετράδα των Λάνθιμου, Φιλίππου, Μπακατάκη (στην φωτογραφία) και Μαυροψαρίδη (στο μοντάζ), έχοντας συνεργαστεί ήδη στο Κυνόδοντα και τον Αστακό, κατακτά έναν εντυπωσιακό βαθμό κινηματογραφικής συνοχής. Τα εκφραστικά μέσα του Ελαφιού, η εικόνα και ο ήχος, η αισθητική της ταινίας, εντείνουν σημαντικά αυτή την αίσθηση της απόστασης. Έχουμε συνεχείς κινήσεις προσέγγισης και απομάκρυνσης από τους χαρακτήρες, αργά και υπνωτικά zoom-in και zoom-out, ανορθόδοξες ευρυγώνιες λήψεις. Η κάμερα είναι διακριτική και αεικίνητη, δίνοντας μια έντονη αίσθηση απέραντων δυνατοτήτων στον χώρο, υπονοώντας παράλληλα μια μεγάλη αόρατη απειλή. Αυτή η αορατότητα αποκτά ρωγμές, είτε μέσα από ηχητικές εκρήξεις είτε μέσα από πανέμορφες αντιθέσεις, όπως αυτή μιας φρενήρους κίνησης ανεμιστήρα οροφής σε ένα γαλήνιο ευπρεπές σπίτι. Σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναφορές της ταινίας, καθώς ο Μάρτιν και η μητέρα του (Alicia Silverstone) παρακολουθούν μαζί με τον Στήβεν την Μέρα της Μαρμότας, το Ελάφι εφιστά την προσοχή μας στην εύθραστη ομαλότητα και επαναληπτικότητα, την οποία περιμένουμε πλέον αναπόφευκτα να διαρρηχθεί. Αν έχουμε καταλάβει κάτι, όμως, είναι ότι αυτή η διάρρηξη δεν θα έρθει μέσα από μικρά και κορυφούμενα glitches στην κανονικότητα, αλλά με μια τραγική-μυθική έκρηξη τρόμου.

Είναι εμφανές ότι το σενάριο του Ελαφιού είναι εξαιρετικά δουλεμένο. Η απλότητα και η μηχανικότητα των διαλόγων του μοιάζει να παραπέμπει σε μια ρομποτική δυναμική μεταξύ των χαρακτήρων, αλλά η πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή. Γνωρίζοντας ότι το ανοικείο κατοικεί μέσα στο τετριμμένο, συχνά ως στοιχειωτικό απόθεμα, οι Λάνθιμος-Φιλίππου καθοδηγούν τους χαρακτήρες με τρόπο που δεν θυμίζει ρομπότ, αλλά ανθρώπους που έχουν αναισθητοποιηθεί. Είναι μια λεπτή διάκριση, κι η ανάδειξή της αποτελεί μάλλον μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τόσο του σεναρίου όσο και των εκλεπτυσμένα deadpan ερμηνειών της ταινίας. Ας μην αμφιβάλλουμε όμως: δεν καλούμαστε να πραγματοποιήσουμε καμία συναισθηματική επένδυση κι οι χαρακτήρες δεν αντιμετωπίζονται ούτε στο ελάχιστο με κινηματογραφική ευαισθησία. Κατά έναν τρόπο, μοιάζουν να εξουσιάζονται αδιάφορα από την κάμερα με τον ίδιο τρόπο που εξουσιάζονται από τον χώρο: με την εκλεπτυσμένη σκληρότητα του ευπρεπούς αστικού σπιτιού ή του ψυχρού και ντελικάτου design χρωμίου-ξύλου που κυριαρχεί στους χώρους του νοσοκομείου, θυμίζοντας σχεδόν την αισθητική των εσωτερικών χώρων στο World on a Wire του Fassbinder. Καθώς οι αστικοί ηθικοί κώδικες, με άξονες την οικία και την εργασία, τοποθετούνται κριτικά στο χειρουργικό τραπέζι, τυγχάνουν ενός κλινικού και ανατομικού χειρισμού. Μ’ αυτήν την έννοια, απομακρύνονται από την παράδοση της παθιασμένης avant-garde κριτικής των ταινιών του Bunuel ή του Pasolini. Αντίθετα, το αντίβαρο της ψυχρότητας εντοπίζεται στο τραγικό βάθος – κάτι που αντανακλάται υπέροχα και στις μουσικές εναλλαγές μεταξύ ενός Ligeti και ενός Bach κατά τη διάρκεια της ταινίας.

Παρότι το ζήτημα της σκηνοθετικής αυθεντικότητας πάντα βάραινε το σινεμά του Λάνθιμου, στον Θάνατο του Ιερού Ελαφιού μοιάζει να συνδιαλλέγεται πιο φυσικά και οργανικά (έως και ασυνείδητα) με τα κινηματογραφικά σημεία αναφοράς του. Η αίσθηση που αποπνέει η ταινία είναι πως αυτό το είδος σινεμά, αγκυροβολημένο τόσο στον Stanley Kubrick όσο και στον Michael Haneke, κυλάει μέσα στο αίμα του Ελαφιού και δεν είναι απλώς μια ψυχρή άσκηση ύφους ή ένας συγκαλυμμένος φόρος τιμής. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω εν συντομία ότι αυτή η πλήρης και ώριμη κατάβαση στην κινηματογραφική σκληρότητα είναι για μένα πολύ πιο ευπρόσδεκτη από την αφηρημένη high-concept προσέγγιση που είδαμε στον Αστακό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ίδια η ταινία, ως αισθητικό αποτέλεσμα, φαίνεται να αποκτάει τον παλμό ζωής που λείπει ή σταδιακά εξαφανίζεται από τους χαρακτήρες της.

Καθώς το δεύτερο μισό του Ελαφιού εξελίσσεται σε ένα αγωνιώδες μεταφυσικό θρίλερ, καλούμαστε να αναζητήσουμε το συγκεκριμένο περιεχόμενο του τρόμου που προκαλεί. Παρόλο που αρκετές σκηνές είναι ανατριχιαστικές ή στοιχειωτικές με αυτοτελή τρόπο, στο βάθος του το Ελάφι είναι ένα θρίλερ εμπιστοσύνης και ευθύνης, ενοχής και εξιλέωσης δικαιοσύνης και καταδίκης. Αν και συχνά μπορεί να μοιάζει με horror εκδοχή του Κυνόδοντα, εδώ το focus στην οικογένεια είναι περισσότερο συμβατικό παρά δομικό στην προσέγγιση της ταινίας. Δεν είναι ότι απουσιάζει πλήρως το σύμπλεγμα γνώσης-εξουσίας που βρισκόταν στην καρδιά του Κυνόδοντα, αλλά στον Θάνατο του Ιερού Ελαφιού η έμφαση βρίσκεται περισσότερο στο μυθολογικό και τραγικό βάθος. Και πάλι όμως, η ηθική δεν μοιάζει να είναι ιδιαίτερα εντός του πεδίου ενδιαφερόντων των Λάνθιμου-Φιλίππου. Οι σκληρές επιλογές δεν αποκτούν πραγματικό ηθικό ή συναισθηματικό βάρος, αλλά μάλλον παραπέμπουν περισσότερο στην αντικειμενική σκληρότητα της αναπόφευκτης τραγικής δυναμικής που κινητοποιεί τους χαρακτήρες της ταινίας.

Εν τέλει, πρόκειται ίσως για το πρώτο πραγματικό έργο της ωριμότητας των Λάνθιμου-Φιλίππου – και, ως τέτοιο, είναι εξαιρετικά ευπρόσδεκτο. Αυτή η ωριμότητα έρχεται μαζί με μια καθηλωτική αισθητική πρόταση, η οποία καθιστά μοναδική εμπειρία την παρακολούθηση του Ελαφιού. Είναι, όμως, ταυτόχρονα και μια ωριμότητα που εκπέμπει σκληρότητα και κυνισμό. Ο σχεδόν μελαγχολικός σαδισμός της ταινίας λειτουργεί σαν το αναισθητικό του χειρουργείου: ναρκώνει για να ανατομήσει. Η τραγική δυστυχία δεν χρησιμοποιείται σαν πρώτη ύλη για την ανθρώπινη υπέρβαση, αλλά μοιάζει με μια μηχανολογική διαδικασία εγκλωβισμού, δέσμια της οποίας είναι οι χαρακτήρες από την αρχή μέχρι το τέλος – με διαφορετικά επίπεδα ορατότητας σε κάθε στιγμή. Το απάνθρωπο εξετάζεται χειρουργικά και ανταλλάσσεται με το αντι-ανθρώπινο. Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού είναι μια ταινία που σκάβει μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία, αλλά δεν ψάχνει να βρει φλέβες, τένοντες και σάρκες. Βρίσκει σύμβολα, μοτίβα, έννοιες – κι έπειτα τα αναπαριστά με μια συγκλονιστική κινηματογραφική γλώσσα.

Best of internet