Μητέρα!: Φτάνει κ. Αρονόφσκι, πραγματικά, φτάνει

Μητέρα!: Φτάνει κ. Αρονόφσκι, πραγματικά, φτάνει

Η τελευταία (και αμφιλεγόμενη) κινηματογραφική απόπειρα του Αμερικάνου σκηνοθέτη προσπαθεί υπερβολικά και καταφέρνει ελάχιστα.

Ο Ντάρεν Αρονόφσκι αγαπάει τα σύμβολα. Λατρεύει να γεμίζει τις ταινίες του με αλληγορίες – κι όσο πιο πυκνές τόσο το καλύτερο. Σ’ όλες τις προηγούμενες ταινίες του παίζει με τον συμβολισμό και το απολαμβάνει. Υπάρχει όμως μια ιδιαιτερότητα στον τρόπο που τα μεταχειρίζεται. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν χρησιμοποιεί τον συμβολισμό σαν κινηματογραφικό εργαλείο για την επίτευξη ενός σκοπού εντός της εκάστοτε ταινία. Αντιθέτως, προτιμάει να επιστρατεύει τα σύμβολα ως ερμηνευτικά κλειδιά, ως κρίσιμα κομμάτια ενός παζλ προς επίλυση. Όταν λείπει η κινηματογραφική μαεστρία, βέβαια, αυτό μπορεί εύκολα να καταλήξει απλώς ένα άθροισμα αφηρημένων ιδεών, ένας γρίφος που σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρεται να λύσει – αφού ο κινηματογραφικός κόσμος που περιβάλλει τον γρίφο αδυνατεί να μας ρουφήξει πραγματικά μέσα του.

Στην μητέρα!, λοιπόν, ο Αρονόφσκι είπε να τραβήξει αυτήν τη διαδικασία στα άκρα. Έχουμε τον ποιητή και την μούσα, το πνεύμα και την ύλη, τον θεό και την φύση, έχουμε την εισβολή των πρωτόπλαστων και των δύο υιών τους, έχουμε την θυσία και θρησκεία, έχουμε τον θάνατο και την αναγέννηση, την καταστροφή και τη δημιουργία. Ναι, έχουμε μια βιβλική αλληγορία – σαν μια αντεστραμμένη εσωτερική εκδοχή του θλιβερού Noah που προσέφερε πριν από 3 χρόνια ο Αρονόφσκι. Σε περίπτωση που η παρουσία της αλληγορίας δεν είχε γίνει αρκετά εμφανής, όλοι οι χαρακτήρες του μητέρα! έχουν περιγραφικά ονόματα: Αυτός (Javier Bardem), μητέρα (Jennifer Lawrence), άνδρας (Ed Harris), γυναίκα (Michelle Pfeiffer), πρώτος γιος (Domhnall Gleeson), δεύτερος γιος (Brian Gleeson) και ούτω καθεξής.

Αν ρίξουμε μια ματιά στο πώς περιγράφει ο ίδιος ο Αρονόφσκι την ταινία, καταλαβαίνουμε ότι ενδιαφερόταν πρωτίστως για μια καλλιτεχνική δήλωση με την μορφή μιας κραυγής, για μια απτή έκφραση του κινηματογραφικού του οράματος. Κι όπως (σχεδόν) πάντα, το κάνει συνδυάζοντας τον μεγαλύτερο ναρκισσισμό με την εντονότερη κοινοτοπία. Όλα αποτελούν μια μεταφορά για κάτι άλλο. ΟΚ, το πιάσαμε αυτό. Για να λειτουργήσει όμως κινηματογραφικά αυτή η διαδικασία, θα πρέπει το αρχικό υλικό, απ’ το οποίο πηγάζει η μεταφορά, να έχει γνήσιο ενδιαφέρον, δύναμη, συνοχή. Εν ολίγοις, είναι κάτι που πρέπει να το κερδίσει η ταινία, όχι να απλά να το απαιτήσει. Απ’ ό,τι φαίνεται, βέβαια, ο Αρονόφσκι αδιαφορεί και μάλλον αρκείται στο να προσεγγίζει το βάθος ως τεστ υπομονής.

Στον πυρήνα της ταινίας βρίσκεται η τετριμμένη δυναμική μεταξύ του δημιουργού και της μούσας του. Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αρονόφσκι προσπαθεί να αποδομήσει αυτή τη δυναμική, να δείξει ότι κρύβει μέσα της χειραγώγηση, εκμετάλλευση, εγκλωβισμό, αόρατη γυναικεία υλική και συναισθηματική εργασία. Βέβαια, μια ταινία δεν είναι κείμενο. Το ζήτημα είναι το πώς μεταφράζονται αισθητικά και κινηματογραφικά αυτές οι προθέσεις – κι ο Αρονόφσκι αναπαριστά αυτήν τη δυναμική ως βασανιστήριο, υστερία και βία με τρόπο που, όχι μόνο δεν το κάνει εμφανές, αλλά μάλλον εν τέλει το υποβαθμίζει κιόλας. Περισσότερο εκτιθόμαστε τελικά σε έναν awkward διάλογο του σκηνοθέτη με τις φαντασιώσεις και την αυτο-εικόνα του.

Παρόλο που η κινηματογραφική του προσέγγιση έχει ενδιαφέρον (ειδικά στα close-ups, τις γωνίες λήψης και την υποκειμενικότητα στην κίνηση της κάμερας), κατά βάση η γλώσσα του μητέρα! είναι αρκετά φτωχή. Η απειλητική ατμόσφαιρα του σπιτιού, της ζωής του ζευγαριού και της εισβολής των επισκεπτών χτίζεται με αμήχανα jumpscares, τα σύμβολα εισάγονται με την διακριτικότητα μιας καταιγίδας (εγκυμοσύνη ίσον δημιουργία, αγάπη ίσον ζωή κλπ) και γίνονται τόσο πληθωρικά που από ένα σημείο και μετά καταλήγουν σχεδόν random, οι διάλογοι συχνά μοιάζουν να έχουν βγει από μέτριο sitcom, το κεντρικό μοτίβο της εισβολής και της παραβίασης εξελίσσεται περισσότερο σαν μανιέρα παρά ως κινητήρια δύναμη. Συνολικά δε, το γενικό υστερικό arthouse horror ύφος της ταινίας είναι τόσο ασυνεχές που είναι σαν οι Polanski, Bunuel και Shyamalan να έχουν μπει σε ένα μπλέντερ απ’ το οποίο δεν ξέρουν πώς θα ξεφύγουν.

Ο Αρονόφσκι λέει ότι ήθελε μια ταινία γροθιά που να εκφράζει την λύπη και την οργή του – μια punk ταινία (sic) που να επιτίθεται στο κοινό. ΟΚ, αυτό όμως αφαιρεί κάπως την εγκυρότητα από τις δηλώσεις διαμαρτυρίας του για το γεγονός ότι το κοινό όντως την εξέλαβε σαν επίθεση – κι αυτή η επίθεση δεν του πολυ-άρεσε κιόλας. Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση, ο Μάρτιν Σκορσέζε έσπευσε να υπερασπιστεί τον Αρονόφσκι και το μητέρα! σε μια ανοιχτή επιστολή του που δημοσίευσε το Hollywood Reporter. Ασκώντας κριτική στην εμμονή με το box office, την βιασύνη των κριτικών και την γενική κουλτούρα βαθμολόγησης ταινιών, ο Σκορσέζε καταλήγει ότι «οι καλές ταινίες από αληθινούς δημιουργούς δεν γίνονται για να αποκωδικοποιηθούν, να καταναλωθούν και να γίνουν κατανοητές άμεσα». Κανείς δεν αμφιβάλλει φυσικά ότι ο χρόνος και η ιστορική προοπτική είναι αυτά που προσφέρουν εν τέλει σε μια ταινία την θέση της στην ιστορία του σινεμά. Αντίστοιχα, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι οι κριτικές του κοινού και των συντακτών συχνά έχουν υπάρξει άδικες ή άστοχες.

Αναρωτιόμαστε όμως: πέρα από το ότι αυτή η προσέγγιση θέτει στο απυρόβλητο την ίδια την βιομηχανία του σινεμά και τις εταιρίες παραγωγής, το ζήτημα της απόρριψης του μητέρα! αφορά την αφιλοξενία του περιβάλλοντος κοινού και κριτικής για φιλόδοξα arthouse κινηματογραφικά projects; Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά. Αν δούμε την τρέχουσα δεκαετία, θα εντοπίσουμε απαιτητικές ή arthouse ταινίες με παραπάνω από ικανοποιητική εμπορική επιτυχία (όπως φερ’ ειπείν τα Tree of Life, Drive και Arrival) ή ταινίες χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία στο box office που εκτιμήθηκαν όμως από κοινό και κριτική (όπως τα Under the Skin, Upstream Color ή Only Lovers Left Alive), ενώ παράλληλα υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις σταθερής καλλιτεχνικής δημοτικότητας όπως αυτές των David Lynch, Michael Haneke ή Lars von Trier (ασχέτως της δικής μας άποψης για το έργο τους).

Αν ο Αρονόφσκι προσδοκούσε μια mainstream επιτυχία μέσα από την εξαργύρωση της πρωταγωνιστικής παρουσίας της Jennifer Lawrence, τότε ελάχιστα θα έπρεπε να εκπλήσσει το γεγονός ότι έπεσε έξω. Αν προσδοκούσε το ίδιο πράγμα, αλλά λόγω του ίδιου του περιεχομένου του μητέρα!, τότε μάλλον θα πρέπει να κοιτάξουμε πιο βαθιά. Κάτω από τις στρώσεις στυλιζαρίσματος ή συμβολισμών και πίσω από τα βιβλικά ή ψυχαναλυτικά ερμηνευτικά κλειδιά, το μητέρα! αποτελεί μάλλον άσκηση ύφους σ’ ένα σινεμά υπερβολής και κοινοτοπίας. Σχεδόν μοιάζει με μια μεταεφηβική φαντασίωση δημιουργίας που αναζητάει κάτι “βαθύ” και κάτι “αρρωστημένο” ώστε να ταράξει το φανταστικό του ακροατήριο. Αν στο πρώτο μισό η ταινία παίζει με την υπομονή των θεατών κι εμείς περιμένουμε να δούμε πού θα το πάει, το δεύτερο μέρος της καταρρέει και γκρεμίζεται κι εμείς καλούμαστε να μαζέψουμε και να ενώσουμε – δηλαδή να ερμηνεύσουμε – τα κομμάτια του. Δεν χρειάζεται να το κάνουμε και ούτε αξίζει ιδιαίτερα τον κόπο.

Best of internet