Το Blade Runner 2049 δεν είναι αυτό που χρειαζόμαστε, αλλά αυτό που μας αξίζει

Το Blade Runner 2049 δεν είναι αυτό που χρειαζόμαστε, αλλά αυτό που μας αξίζει

Ναι, το πολυαναμενόμενο sequel του Ντενί Βιλνέβ έφτασε και είναι ένα οπτικό αριστούργημα που προτιμάει να είναι ευπρόσδεκτο παρά απαραίτητο.

 

 

Βρισκόμαστε στο 2017. Πριν από 35 χρόνια, το 1982, ο Ρίντλεϊ Σκοτ χάρισε στον κόσμο το Blade Runner, κατασκευάζοντας μια φιλοσοφική noir εκδοχή της επιστημονικής φαντασίας που συνδιαμόρφωσε την κινηματογραφική και λογοτεχνική γλώσσα του cyberpunk, θέτοντας βαθύτατα ερωτήματα γύρω από το ανθρώπινο και το μη-ανθρώπινο μέσα από μια γενναία και πρωτοποριακή αισθητική ματιά. Τα χίλια πρόσωπα (και οι χίλιες versions) της ταινίας την κατέστησαν μια από τις πιο θελκτικές και αινιγματικές παρουσίες στην κινηματογραφική ιστορία.

 

Βρισκόμαστε στο 2049. Πριν από 30 χρόνια, το 2019 ο κυνηγός ανδροειδών replicants Rick Deckard (Χάρισον Φορντ) εξαφανίστηκε μετά την υπαρξιακή περιπέτειά του στους δρόμους (και όχι μόνο) του φουτουριστικού Λος Άντζελες, παίρνοντας μαζί το μυστικό της ανθρώπινης ή μη υπόστασής του. Σήμερα, λοιπόν, μια πιο πειθήνια εκδοχή των replicants έχει ενσωματωθεί στον κόσμο κι ένας νέος “blade runner”, ο Κ (Ράιαν Γκόσλινγκ) έρχεται αντιμέτωπος με την ανακάλυψη ενός μυστικού που απειλεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και τον οδηγεί στο να αναζητήσει τον χαμένο Rick Deckard.

Μάλλον μέχρι εκεί μπορεί να φτάσει η περιγραφή της πλοκής του Blade Runner 2049 χωρίς να προσεγγίσει το ολισθηρό έδαφος των spoilers, αφού η ταινία βασίζεται εξαιρετικά στον ρυθμό με τον οποίο αποκαλύπτονται τα στοιχεία της λιτής πλοκής της. Δεν πειράζει. Η νέα ταινία του Βιλνέβ προσφέρει την ευκαιρία να μιλήσεις για πολλά πράγματα γύρω της κι εντός της. Είναι δυνατόν να μην συγκριθεί με το πρώτο Blade Runner; Είναι δυνατόν να μην σχετιστεί με την συζήτηση γύρω από την νοσταλγική μανία της ποπ κουλτούρας και την εμμονή του Χόλιγουντ με τα remakes, τα sequels και τα reboots; Είναι δυνατόν να διαχωριστεί από την πορεία του Βιλνέβ και του Σκοτ, των δύο ανθρώπων που ενώθηκαν ως σκηνοθέτης και παραγωγός προκειμένουν να δώσουν ξανά ζωή στο Blade Runner;

 

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: οπτικά το Blade Runner 2049 είναι αριστουργηματικό. Ο Βιλνέβ (Arrival, Sicario, Prisoners) αναδεικνύεται σε μια απ’ τις πιο σημαντικές σκηνοθετικές φωνές της δεκαετίας κι εδώ δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Η χρωματική του παλέτα είναι συγκλονιστική – είτε προσεγγίζει το μουντό και ομιχλώδες μπλε του νερού και του ουρανού, είτε πηγαίνει προς το ραδιενεργό πνιγηρό πορτοκαλί της ερήμου, είτε επικοινωνεί με την neon φανταχτερή πανδαισία της μητρόπολης. Πιάνοντας το νήμα από το αρχικό Blade Runner, η χρήση του φωτός και του σκοταδιού εξυψώνεται μέσα από τη διερεύνηση των ενδιάμεσεων καταστάσεών τους. Καθώς ελέγχει απόλυτα τον ρυθμό της ταινίας, ο Βιλνέβ επιδεικνύει τρομερή ικανότητα στην απόδοση τόσο της μεγάλης κλίμακας μιας απέραντης φουτουριστικής μητρόπολης όσο και της εγγύτητας των χειρονομιών ή των προσώπων. Φυσικά, δίπλα του έχει εξαιρετικούς και συχνούς συνεργάτες του, όπως ο Joe Walker (Arrival, Sicario) στο μοντάζ και ο Roger Deakins (Sicario, Prisoners) στην διεύθυνση φωτογραφίας – με τους Benjamin Wallfisch και Hans Zimmer σε ένα απροσδόκητα ικανοποιητικό original score που καλούταν να αναμετρηθεί με την (ριζωμένη στο dna του Blade Runner) μουσική του Vangelis.

Όσο το Blade Runner 2049 αποτελεί μια αυτοτελή και συγκλονιστική αισθητική εμπειρία ασχέτως της αντιπαραβολής με τον προκάτοχό του, άλλο τόσο στοιχειώνεται από την ένταση και την ποιότητα των ερωτημάτων που άγγιξαν ο Philip K. Dick στο μυθιστόρημά του “Do Androids Dream of Electric Sheep?” κι ο Ρίντλεϊ Σκοτ στην ταινία του 1982. Επομένως, ο Βιλνέβ κι οι Hampton Fancher (σεναριογράφος επίσης της πρώτης ταινίας μαζί με τον David Webb Peoples) και Michael Green (σεναριογράφος των τηλεοπτικών Heroes/American Gods και των κινηματογραφικών Green Lantern/Logan) επιμένουν στα ίδια ερωτήματα: τι είναι ανθρώπινο και τι όχι, τι είναι η μνήμη και πως σχετίζεται με την πραγματικότητα, πώς εδραιώνεται και αναπαρίσταται η κοινωνική ιεραρχία, ποια είναι η σχέση μεταξύ του εαυτού και του χώρου. Ακολούθως, το Blade Runner 2049 επιλέγει να κρατήσει τα ίδια οπτικά σύμβολα προκειμένου να μας εκθέσει σ’ αυτά τα ερωτήματα, εστιάζοντας στα μάτια, τα παιδικά παιχνίδια, τις εκφράσεις υψηλής τεχνολογίας και τις εικόνες της ζωής στο περιθώριο, την αρχιτεκτονική του εσωτερικού και του εξωτερικού χώρου.

 

Παρόλα αυτά – κι εδώ είναι που αρχίζουν οι αμφιβολίες και τα προβλήματα – οι δύο ταινίες διαχειρίζονται τελείως διαφορετικά την σχέση αυτών των ερωτημάτων με την πλοκή και την αισθητική τους. Στο πρώτο Blade Runner, η πλοκή είναι λιτή και σχεδόν εξαντλείται στην εισαγωγικό κειμενάκι της ταινίας. Έπειτα όμως συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα (οπτικά, ακουστικά, συναισθηματικά) ανάμεσα στα στοιχεία της πλοκής που αποκαλύπτουν μια κοσμοθεωρία χωρίς λόγια, ένα μέλλον που είναι ταυτόχρονα εκστατικά μελλοντικό και τρομακτικά παροντικό. Η συνολική αισθητική και φιλοσοφική πρόταση του Blade Runner αποτελείται από κείμενο, λόγο, εικόνα, ήχο και συναίσθημα σε ίσες ποσότητες που είναι αδύνατον να διαχωριστούν μεταξύ τους. Αντίθετα, μια αίσθηση που σου δίνει γρήγορα η ταινία του Βιλνέβ είναι ότι αυτή η ενότητα αντικαθίσταται από δύο πράγματα: πρώτον, από την τεράστια περιέργεια για τα ανοιχτά σημεία της πλοκής των δύο ταινιών, και δεύτερον, από την οπτικοακουστική φαντασμαγορία της οθόνης – με όλα τα υπόλοιπα να έρχονται σε δεύτερη μοίρα.

Με λίγα λόγια, η προσέγγιση της νέας ταινίας στον μύθο και την ψυχή του Blade Runner είναι φιλόδοξη και συναρπαστική, αλλά μοιάζει επίσης ιδιαίτερα αποσπασματική, με τις συνδέσεις μεταξύ των δύο άλλοτε να φαντάζουν προωθητικές δυνάμεις και άλλοτε αχρείαστα βαρίδια. Καθώς η πλοκή βασίζεται πρωτίστως σε ένα παιχνίδι προσδοκιών και twists, πολλές από τις παραπομπές στο αρχικό Blade Runner συχνά μοιάζουν να μην εξυπηρετούν κανέναν εσωτερικό σκοπό στην ταινία πέρα από ένα περιστασιακό κλείσιμο του ματιού στους fans και μια σχεδόν εγκυκλοπαιδικού τύπου γνώση για το τι συνέβη στους χαρακτήρες της πρώτης ταινίας. Έτσι, γίνεται λίγο στενάχωρο το να βλέπεις τον Χάρισον Φορντ να δίνει μια τόσο διεκπεραιωτική ερμηνεία (μιας και τα τελευταία χρόνια έχει πάρει αμπάριζα τις αναβιώσεις των παλαιότερων ρόλων του) και τον Τζάρετ Λέτο ως διάδοχο villain του Dr. Tyrell να μοιάζει σαν να ήρθε σερί από τα γυρίσματα του Suicide Squad ως Joker.

 

Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και κάποια ακόμα ανησυχητικά σημάδια, όπως ότι ένα μέρος της πλοκής μοιάζει βγαλμένο απο χιλιο-χρησιμοποιημένα χολιγουντιανά εγχειρίδια, ότι συχνά οι διάλογοι παλαντζάρουν μεταξύ του αφηρημένα ποιητικού και του στημένα ατακαδόρικου, ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες δεν έχουν σχεδόν τίποτα από την Darryl Hannah και την Sean Young και λειτουργούν περισσότερο ως pleasure bots, manic pixie dream girls ή villain bodyguards, και κυρίως, ότι ο αδίστακτος πια Ρίντλεϊ Σκοτ έχει δηλώσει πως σκέφτεται άλλα 4 (τέσσερα!) sequel μετά το Blade Runner 2049, τότε καταλαβαίνουμε ίσως ότι η ψυχή της ταινίας είναι διχασμένη στα δύο: απ’ την μία στην καλλιτεχνική φαντασία και την επικοινωνία με τα ερωτήματα του Blade Runner, απ’ την άλλη στην ευθυγράμμιση με τους νόμους της σύγχρονης χολιγουντιανής κινηματογραφικής παραγωγής.

Ήδη φέτος έχουμε δει αρκετά remakes ή sequels αγαπημένων τίτλων από τα 80s και τα 90s που είτε μας πόνεσαν βαθιά είτε μας ικανοποίησαν χλιαρά – από το Ghost in the Shell και το Alien Covenant μέχρι το Trainspotting 2 και το It ή την τηλεοπτική επιστροφή του Twin Peaks. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα εμπορίου της νοσταλγίας που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην βιομηχανία της ποπ κουλτούρας, εμφανίζεται μια αντιφατική δυναμική οικειότητας και αποξένωσης. Από την μία, ως προς την οικειότητα, το Χόλιγουντ δεν διστάζει να βεβηλώσει τίποτα, δείχνει πρόθυμο να αξιοποιήσει σχεδόν τα πάντα από το παρελθόν του προκειμένου να ενεργοποιήσει τα ερεθίσματα που θα μας φέρουν κοντά του. Απ’ την άλλη όμως, ως προς την αποξένωση, αυτές οι κινηματογραφικές απόπειρες μοιάζουν να στοιχειώνονται από τα πρωτότυπα έργα, αφού μέχρι στιγμής είτε παίρνουν κακές κριτικές και αποτυγχάνουν στο box office, είτε αποδεικνύονται εμπορικές επιτυχίες αλλά δεν καταφέρνουν να σταθούν αξιοπρεπώς ως αυτοτελείς αισθητικές εμπειρίες. Κάποια από αυτά τα κινηματογραφικά αποτελέσματα ήταν ευπρόσδεκτα και κάποια όχι, αλλά κανένα δεν ήταν πραγματικά απαραίτητο. Αν, λοιπόν, ο δυσοίωνος καλλιτεχνικός ορίζοντας της εποχής για το σινεμά των μεγάλων studios είναι το συνεχές νοσταλγικό ανακάτεμα της τράπουλας, τότε ο Βιλνέβ το έκανε καλύτερα από όλους – και μάλιστα με μεγάλη διαφορά. Ναι, μας άξιζε κάτι καλύτερο από τα ξαναζεσταμένα sequels/remakes που κατά κύριο λόγο βλέπαμε μέχρι τώρα – και το Blade Runner 2049 ήταν αυτό το κάτι καλύτερο. Αυτό είναι όμως και το αντικειμενικό τους όριο. Από εκεί και πέρα, έχουμε ανάγκη κάτι διαφορετικό, κάτι που θα είναι ικανό να παράξει την δική του νέα μυθολογία και να δοκιμάσει και πάλι τα αισθητικά όρια του μέσου.

 

Αν προσεγγίσουμε το Blade Runner 2049 μέσα από αυτήν την οπτική, τότε ίσως διαπιστώσουμε ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για το αντίθετο του αρχικού Blade Runner, για το αρνητικό του αντίγραφο. Ναι, είναι ένα αισθητικά εκπληκτικό και ιδιαίτερα ζωντανό αντίγραφο, αλλά βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Τα ερωτήματα του Blade Runner δεν αφορούσαν πραγματικά την ίδια την πλοκή. Το ζητούμενο δεν ήταν να μάθουμε πραγματικά αν ο Deckard είναι replicant ή όχι. Η ταινία έφτανε στην αισθητική και δραματική της κορύφωση από την τυχαιότητα της μνήμης και των συναντήσεων, όπου κάτι ιδιαίτερα μικρό και casual μπορεί να παραπέμπει στα πάντα και να κλονίσει τις βεβαιότητες των ανθρώπων. Δεν βλέπουμε αυτά που περιγράφει ο Rutger Hauer ως Roy Batty στο τέλος της ταινίας – τα φλεγόμενα σκάφη στον Ωρίωνα και τις ακτίνες στην Πύλη Tannhauser. Για μας είναι απλώς τυχαίες αναφορές, δεν έπαιξαν κανέναν συγκεκριμένο ρόλο ως τέτοιες στην ταινία και την πλοκή της. Παρόλα αυτά, και για τον Roy και τον Deckard και για μας, μπορούν να σημάνουν και να κλονίσουν τα πάντα: αφού χάθηκαν αυτά σαν δάκρυα στην βροχή, τότε γιατί να μην χαθούμε κι εμείς;

Αντίθετα, στο νέο Blade Runner οι αντίστοιχες κορυφώσεις έρχονται ως εκπλήρωση μιας (σχετικά κοινότοπης) προφητείας που παρακολουθεί τον εαυτό της να ξεδιπλώνεται. Το πρωτότυπο Blade Runner δεν ήταν μια ταινία για την αναζήτηση και την απόκτηση ταυτότητας, ήταν μια ταινία για την απώλεια και την κατάργηση της ταυτότητας. Το Blade Runner 2049, από την άλλη, αντιμετωπίζει την ανθρωπινότητα σαν μια ταυτότητα που μένει να αποκτηθεί από αυτούς που την επιθυμούν. Γι’ αυτό το sequel αποδεικνύεται τελικά τόσο κατώτερο του αρχικού Blade Runner. Εκεί που το πρώτο μας φέρνει αντιμέτωπους με την αστάθεια του εαυτού και την απώλεια της σιγουριάς, το δεύτερο μας τυλίγει την ανθρώπινη ταυτότητα σε συσκευασία δώρου και καλοπιάνει τις βεβαιότητές μας. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ κινηματογραφικής μαγείας και κινηματογραφικής ικανοποίησης, αυτή είναι η διαφορά ενός αριστουργηματικού sci-fi έργου τέχνης κι ενός όμορφου κινηματογραφικού προϊόντος.

Best of internet