Αφιέρωμα: Γιατί είναι τόσο πολύπλοκο να φτιάξεις μια cyberpunk ταινία;

Αφιέρωμα: Γιατί είναι τόσο πολύπλοκο να φτιάξεις μια cyberpunk ταινία;

Ανάμεσα στο φιάσκο του Ghost in the Shell και το άγνωστο αποτύπωμα του Blade Runner 2049, εξετάζουμε το αίνιγμα του cyberpunk κινηματογράφου

Σπρώχνοντας το sci-fi στα ρεαλιστικά του όρια

 

“Πέταξες με το Gullfire πάνω από το Leningrad, έτσι δεν είναι;”. Αυτή είναι μια κινηματογραφική ατάκα που ομολογουμένως μοιάζει αρκετά άκυρη ώστε να έχει συμβάλλει την γέννηση ενός λογοτεχνικού είδους. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο ειπώθηκε είναι το εξής. Στο Escape from New York του Τζον Κάρπεντερ από το 1981, ο αρχηγός της αστυνομίας απευθύνεται στον Snake Plissken ρωτώντας τον αν όντως πέταξε με το Gullfire πάνω από το Leningrad. Ελάχιστη σημασία έχει η απάντηση που βγήκε από τα χείλη του Κερτ Ράσελ. Το 1981 ο William Gibson, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της cyberpunk λογοτεχνίας, ήταν ακόμα ένας άγνωστος συγγραφέας που κινούταν σε underground κύκλους έχοντας γράψει 2-3 διηγήματα επιστημονικής φαντασίας. Όταν άκουσε αυτήν την ατάκα, τα πράγματα εντός του μπήκαν σε κίνηση. Η ατάκα δεν επρόκειτο να παίξει κανέναν ρόλο στην εξέλιξη της ταινίας, αλλά άφηνε μια σειρά από υπόνοιες που ταίριαζαν στον πυρήνα του sci-fi που ήθελε ο Gibson: οικείο αλλά και αλλόκοτο, φουτουριστικό αλλά και ριζωμένο στην πραγματικότητα, ευθύ αλλά και υπαινικτικό. Ένας Αμερικάνος πέταξε με ένα stealth ανεμόπτερο πάνω από τη Σοβιετική Ένωση σε έναν μετα-βιομηχανικό δυστοπικό κόσμο. Αυτό ήταν αρκετό.

 

 

To cyberpunk ξεκινάει σαν underground λογοτεχνικό είδος μέσα από μικρά έντυπα και fanzines στις αρχές της δεκαετίας του ’80, με κυριότερο το Cheap Truth που εξέδιδε ο Bruce Sterling. Η ίδια η επινόηση του όρου cyberpunk από τον Bruce Bethke στο ομώνυμο διήγημά του από το 1980 ήταν ενδεικτική της ανατρεπτικής διάθεσης που είχε αυτός ο μικρός κύκλος συγγραφέων, τόσο απέναντι στα λιμνάζοντα νερά της δημοφιλούς επιστημονικής φαντασίας όσο και απέναντι στις σύγχρονικες κοινωνικο-τεχνολογικές εξελίξεις. Ο Bethke περιγράφει ότι επινόησε τον όρο φτιάχνοντας δύο λίστες λέξεων, μία με ταραχοποιά στοιχεία και μία με τεχνολογικούς όρους, και δοκιμάζοντας συνδυασμούς τους. Όταν κόλλησαν στο μυαλό του οι λέξεις cyber και punk, συνοψιζόταν ήδη η κεντρική ιδέα του λογοτεχνικού είδους: high tech, low life, ανάπτυξη και είσοδος της τεχνο-επιστήμης σε κάθε πτυχή της ζωής και του εαυτού μέσα σε έναν κόσμο ακραίων κοινωνικών αντιθέσεων.

 

Μέσα από τους πρώτους συγγραφείς που ταυτίστηκαν με το cyberpunk (από τον Gibson μέχρι τον Bruce Sterling κι από την Pat Cadigan μέχρι τον Rudy Rocker και τον Neal Stephenson), η γλώσσα αυτού του περιθωριακού είδους προσπάθησε να αντλήσει τα στοιχεία της από τις πιο μοναδικές φωνές της sci-fi παράδοσης (όπως ο Philip K. Dick, ο Roger Zelazny και πρωτίστως ο J.G. Ballard), φιλτράροντάς τες μέσα από έναν σκοτεινό ρεαλισμό που σχετιζόταν με την αναδυόμενη μαζική υπερ-τεχνολογική κοινωνία. Ούτε εντάσσονταν όμως στην παραδοσιακή ουτοπική επιστημονική φαντασία, ούτε συγκαταλέγονταν στις τεχνοφοβικές φωνές της εποχής τους. Αντιθέτως, επιλέγουν να βάλουν στο μπλέντερ τα αφηγηματικά και συμβολικά στοιχεία που παραδοσιακά αποδίδονταν στο παρελθόν ή στο μέλλον, και να τα απλώσουν πάνω σ’ ένα υπόστρωμα κοινωνικής κριτικής. Αποτέλεσμα; Μέσα σ’ αυτά τα πρώτα cyberpunk έργα στροβιλίζονται εικονικές πραγματικότητες, σκοτεινοί δρόμοι με neon φώτα, κατασκοπικές αποστολές, τεχνητά ανθρώπινα μέλη, περιθωριακοί αντι-ήρωες, γενετικές τροποποιήσεις, ναρκωκουλτούρες, noir ντετέκτιβς, πολυεθνικές εταιρίες, χαοτικές μητροπόλεις, μηδενιστικές παρέες νέων.

To cyberpunk βρίσκεται παντού και πουθενά

 

Παρόλο που με εξαίρεση τον Νευρομάντη του Gibson κανένα άλλο cyberpunk λογοτεχνικό έργο δεν γνώρισε τόσο ευρεία επιτυχία, η επιρροή που άσκησε το cyberpunk στην σύγχρονη λαϊκή κουλτούρα από τα 80s κι έπειτα απλώθηκε σε πολλές κατευθύνσεις, από τον mainstream και underground κινηματογράφο μέχρι τα δυτικά comics και τα ιαπωνικα manga/anime, κι από την ηλεκτρονική μουσική μέχρι την cult τηλεόραση και τα video games. Κατά μία έννοια, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για το cyberpunk ως συνεκτικό και αυτοτελές genre, αφού περισσότερο μοιάζει με ένα ύφος, μια αίσθηση κι έναν προβληματισμό που εντοπίζεται σε διάφορες εκφράσεις της επιστημονικής και μη φαντασίας. Τα τελευταία χρόνια, φυσικά, η γιγάντωση της παγκόσμια online δημόσιας σφαίρας έχει δώσει νέα ώθηση σ’ αυτά τα cyberpunk στοιχεία της σύγχρονης κουλτούρας. Στην τηλεόραση, για παράδειγμα, τα Mr. Robot και Person of Interest είναι δύο techno-thrillers, αλλά το cyberpunk περιεχόμενο τα τέμνει κάθετα. Αντίστοιχα, μπορούμε να δούμε την cyberpunk επιρροή σε δύο sci-fi σειρές τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο τα Black Mirror και The Expanse. Παράλληλα, έχουμε και το Philip K. Dick’s Electric Dreams που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο, με την γραφή του Dick να μοιάζει ταυτόχρονα με prequel και sequel του cyberpunk ύφους.

Ακόμα σημαντικότερο, όμως, είναι το εξής: το 2017 είναι μια εξαιρετικά κομβική χρονιά για το cyberpunk στον κινηματογράφο, αφού η βιομηχανία του σινεμά επέλεξε να ξανα-επισκεφτεί τα τρία ίσως εμβληματικότερα παραδείγματα του είδους. Τον Μάρτιο κυκλοφόρησε στις αίθουσες η live-action ταινία Ghost in the Shell. Στις 5 Οκτωβρίου κυκλοφορεί το sequel του Blader Runner με τον τίτλο Blade Runner 2049. Ενδιάμεσα, μέσα στο καλοκαίρι ανακοινώθηκε ότι ο Νευρομάντης πρόκειται να βρει τον δρόμο του για την μεγάλη οθόνη μέσα στα επόμενα χρόνια. Δεν είναι απλώς ότι το Χόλιγουντ έχει μανία με τα remakes και τα sequels. Είναι κυρίως ότι έχουμε μπροστά μας τα στοιχεία μιας αναθεώρησης για το τι αποτελεί μέλλον και τι όχι στην κινηματογραφική επιστημονική φαντασία, μέσα από την αναθεώρηση ενός είδους που επιχειρούσε να δείξει με ταυτόχρονα ρεαλιστική και φουτουριστική γλώσσα ότι το μέλλον είναι και δεν είναι μέλλον.

 

Το φιάσκο του Ghost in the Shell

 

Η φετινή live-action ταινία Ghost in the Shell, βασισμένη κυρίως στο ομώνυμο ιαπωνικό cyberpunk animation-ορόσημο του 1995 αλλά και σε διάφορα στοιχεία που βρίσκονται διάσπαρτα στο franchise του Ghost in the Shell, ήταν κατά γενική ομολογία απογοητευτική. Η υποδοχή της από την κριτική ήταν από καταδικαστική έως χλιαρή, ενώ τα κέρδη της ταινίας κινήθηκαν σε αρκετά χαμηλά επίπεδα. To Ghost in the Shell μοιάζει να βρίσκεται στην κατάσταση limbo του κινηματογράφου επιστημονικής φαντασίας: δεν κατάφερε ούτε να αποτελέσει ένα εντυπωσιακό και μεγαλεπίβολο blockbuster που θα χτίσει δικό του κινηματογραφικό σύμπαν, ούτε να γίνει σημείο αναφοράς των πιστών φίλων του sci-fi ως cult hit ή κρυμμένο διαμάντι με φιλοσοφικό βάθος. Έξι μήνες μετά την κυκλοφορία της στις κινηματογραφικές αίθουσες, η ταινία βρίσκεται μετέωρη μεταξύ του να ξεχαστεί εντελώς και του να μείνει χαραγμένη ως άλλη μια αμφίβολη απόπειρα να μεταφερθεί η cyberpunk αισθητική και μυθολογία στη μεγάλη οθόνη.

Θεωρητικά, μια live-action μεταφορά του Ghost in the Shell δημιουργεί από την αρχή μια σειρά από προσδοκίες και ανησυχίες. Ενώ η ποιότητα και η απήχηση του πρωτότυπου υλικού σε sci-fi και μη κύκλους είναι αδιαμφισβήτητη, η νοσταλγική υπερφόρτωση και η μανία του hollywood με τα remakes ή sequels ταινιών της δεκαετίας του ’80 και του ’90 δικαιολογημένα δημιουργεί σοβαρές υποψίες για το αποτέλεσμα. Στον πυρήνα του Ghost in the Shell σύμπαντος βρίσκονταν τα ερωτήματα γύρω από το ανθρώπινο και το τεχνητό μέσα σε ένα περίπλοκο πολιτικό, τεχνολογικό, αστικό και φιλοσοφικό περιβάλλον, όμως η φετινή εκδοχή του κρατάει μόνο το περιτύλιγμα, φτιάχνοντας μια ταινία που περισσότερο μοιάζει με origin story υπερήρωα που υπάρχει μόνο για να επιτρέψει την δημιουργία αμέτρητων sequels. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο κόσμος του Ghost in the Shell καταλήγει να γίνεται απλώς ένα εντυπωσιακό, γυαλιστερό και πολύχρωμο cyberpunk λούνα παρκ: αυτό που έχεις να κερδίσεις περιορίζεται, στην καλύτερη περίπτωση, σ’ ένα έντονο αλλά άδειο αισθητηριακό ερέθισμα. Μπορεί όμως πια να γίνει κάτι παραπάνω μια cyberpunk ταινία;

 

Η κινηματογραφική γλώσσα του cyberpunk

 

Η αλήθεια είναι ότι η σχέση του cyberpunk με τον κινηματογράφο αποτελεί μια πολύπλοκη και ταλαιπωρημένη ιστορία. Ξεκινώντας την δεκαετία του ’80 ως underground εκδοχή της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας μέσα από τα έργα συγγραφέων όπως ο William Gibson, o Bruce Sterling, η Pat Cadigan κ.ά., το cyberpunk ήταν από την αρχή συνδεδεμένο με μια κινηματογραφική ματιά για τον κόσμο. Ο πρωτοπόρος του είδους William Gibson έχει επανειλλημμένα αναφέρει σε συνεντεύξεις του την τεράστια επιρροή που δέχθηκε από ταινίες όπως το Escape From New York του John Carpenter και, φυσικά, το Blade Runner του Ridley Scott, αλλά και οι κλασικές noir ταινίες των δεκαετιών του ’40 και του ’50.

Ενώ σε λογοτεχνικό επίπεδο οι cyberpunk συγγραφείς χρωστούσαν πολλά στους κλασικούς της επιστημονικής φαντασίας (αλλά και στα comics των Moebius και Bilal), σε πειραματικούς λογοτέχνες όπως ο Burroughs ή ο Pynchon και σε θεωρητικούς της πληροφορίας και της επικοινωνίας όπως ο Alvin Toffler ή ο Norbert Wiener, η αισθητική σύλληψη ενός hi-tech/low-life μέλλοντος συνδέεται άρρηκτα με την πραγματική συνάντηση δύο κόσμων που μέχρι πριν ήταν λίγο-πολύ χωριστοί: της υψηλής τεχνολογίας και της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας. Κατά μία έννοια, το λογοτεχνικό και το κινηματογραφικό στοιχείο του cyberpunk αναπτύσσονται παράλληλα μεταξύ τους, σε αντιστοιχία με την πραγματική τεχνολογικοποίηση της καθημερινής ζωής και τους φόβους ή της προσδοκίες που γεννάει.

 

Ανάμεσα στο underground και τo mainstream του ’80

 

Έτσι, δεν είναι καθόλου παράξενο που στα 80s το cyberpunk στοιχείο στον κινηματογράφο απλώνεται προς πολλές κατευθύνσεις με σπασμωδικό τρόπο. Το 1982 εμφανίζεται το Blade Runner, μεταφέροντας στο σινεμά το μυθιστόρημα του Philip K. Dick ‘Do Androids Dream of Electric Sheep?’, και πιάνει την ουσία τόσο της cyberpunk αισθητικής όσο και του cyberpunk φιλοσοφικού προβληματισμού. Τα βασικά στοιχεία του Blade Runner μοιάζουν με την παλέτα απ’ όπου αντλούν έπειτα οι υπόλοιποι δημιουργοί: noir αισθητική, γιγάντιες πόλεις που καταλαμβάνουν την γη και τον ουρανό, υπνωτικά neon φώτα και γιγάντια ολογράμματα, μεγα-επιχειρήσεις που ελέγχουν τον κόσμο, προσθετικά μέλη και τεχνητή νοημοσύνη, ερωτήματα που επαναπροσδιορίζουν την έννοια του εαυτού, του σώματος, της ανθρωπότητας. Την ίδια περίοδο έχουμε τον τεχνο-σουρρεαλιστικό τρόμο του Videodrome του David Cronenberg, αλλά και ταινίες που ενσωματώνουν cyberpunk προβληματισμούς ακροβατώντας μεταξύ underground, b-movie και avant-garde, όπως το Max Headroom, το Decoder ή το Liquid Sky. Παράλληλα, αρχίζει να αναπτύσσεται μια ιαπωνική cult κινηματογραφική διάλεκτος, ξεκινώντας με το Burst City και συνεχίζοντας με ταινίες όπως το 964 Pinocchio και Tetsuo The Iron Man, με σημαντικότατο σταθμό επίσης το manga και anime Akira. Παρ’ όλο που καμία από αυτές τις ταινίες δεν άγγιξε καν την εμπορική επιτυχία (ακόμα και το Blade Runner παρά λίγο να μπει μέσα), εδραιώνεται ότι η κινηματογραφική cyberpunk γλώσσα φτιάχνει μια εικόνα για το μέλλον που είναι ταυτόχρονα κοντινή και μακρινή, ανθρώπινη και τεχνητή, εκστατική και τρομακτική.

Παράλληλα, τα cyberpunk κινηματογραφικά στοιχεία αρχίζουν να αποδεικνύουν ότι όσο ανήκουν σε μια περιορισμένη υποκουλτούρα επιστημονικής φαντασίας, άλλο τόσο αποτελούν κάλλιστα το πρωτογενές υλικό για μεγάλα action blockbusters. Από τα μέσα του ’80 κι έπειτα, ταινίες όπως το Terminator του James Cameron και τα Robocop και Total Recall του Paul Verhoeven από την μία πλευρά υποτάσσονται πλήρως (και πολύ επιτυχημένα εδώ που τα λέμε) στους νόμους της χολιγουντιανής δράσης, αλλά από την άλλη διατηρούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τους cyberpunk φιλοσοφικούς και πολιτικούς προβληματισμούς, έστω και σε κάπως πιο μασημένη εκδοχή. Εκεί είναι που ο Arnold Schwarzenenger μετατρέπεται σε ένα περίεργο mainstream cyberpunk σύμβολο μέσα από τις ερμηνείες του στα Terminator, Running Man και Total Recall, συνδυάζοντας την οικειότητα ενός κινηματογραφικού αστέρα με την αίσθηση μηχανικής συμπεριφοράς (και υποκριτικής) και cyborg κατασκευής του.

 

Η χαμένη άνοιξη των χολιγουντιανών 90s

 

Στη δεκαετία του ’90, η σχέση μεταξύ cyberpunk και κινηματογράφου αρχίζει να διευρύνεται αλλά και να δοκιμάζεται έντονα, καθώς η ανάδυση μιας γενιάς σιγά-σιγά πιο εξοικειωμένης με την ατομική χρήση υπολογιστών, την πρόσβαση στο internet και την υποκουλτούρα του hacking άρχισε να θέτει σοβαρότερα το ζήτημα του τι είναι πια μέλλον και τι όχι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια σειρά από μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές του Hollywood που απέτυχαν τόσο κριτικά όσο και οικονομικά. Πρόκειται για την χαμένη άνοιξη του 1995, όταν κυκλοφόρησαν μαζεμένα τα Johnny Mnemonic, Judge Dredd, Hackers, Strange Days και Virtuosity. Το ρίσκο των μεγάλων studios υπέθετε ότι υπάρχει πια ένα μεγάλο νεανικό κοινό που είναι ώριμο για εκμετάλλευση, αναγνωρίζοντας τον εαυτό του στην γρήγορη πληκτρολόγηση, τους γρήγορους ρυθμούς δράσης, τα σύμβολα που ανεβοκατεβαίνουν σε οθόνες και φυσικά μπόλικη 90s ηλεκτρονική μουσική. Δεν είναι ότι έπεσαν τελείως έξω στην πρόβλεψη, αλλά όπως αποδείχτηκε έπρεπε να περιμένουν 4 χρόνια ακόμα… Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε στα 90s μια σειρά από ταινίες που σχετίζονταν με το cyberpunk, οι οποίες, αν και οι περισσότερες απέτυχαν εξίσου τραγικά στο box office, έγιναν σημείο αναφοράς για τους fans του είδους, εστιάζοντας ακόμα περισσότερο στην σύνδεση μεταξύ cyberpunk και film noir που εγκαινίασε το Blade Runner. Ανάμεσά τους βρίσκονται τα καταπληκτικά tech-noir Dark City, Gattaca, City of Lost Children, Thirteenth Floor, New Rose Hotel και 12 Monkeys, αλλά και το πληθωρικό cult classic Fifth Element.

 

Το 1999, όμως, βγαίνει το Matrix, κι ό,τι απέτυχε να κάνει το Hollywood το 1995, το κατάφερε 4 χρόνια αργότερα στον υπερθετικό βαθμό. Οι συνθήκες ήταν σίγουρα πολύ πιο ώριμες, με το internet να διογκώνεται και την τεχνολογικο-μυστικιστική υστερία του millenium να είναι στο μυθολογικό ζενίθ της. Οι Wachowskis έβαλαν στο μίξερ τα πάντα: από τον Νευρομάντη, το Ghost in the Shell και τον χριστιανικό μεσσιανισμό μέχρι τον Πλάτωνα, τον Baudrillard, τις ταινίες του John Woo και τα comics του Grant Morrison. Πέρα απ’ το ότι άλλαξε τους κανόνες του Hollywood κι εγκαινίασε μια νέα εποχή για την pop κουλτούρα, το Matrix μ’ έναν τρόπο σφράγισε την μοίρα του cyberpunk κινηματογράφου για την επόμενη 15ετία. Ενώ, από την μία πλευρά, η πραγματικότητα έρχεται όλο και πιο κοντά στις αρχικές cyberpunk κοινωνικές ανησυχίες για την σχέση της τεχνολογίας και του ανθρώπου, οι cyberpunk ταινίες απομακρύνονται όλο και περισσότερο από την ουσία των προβληματισμών αυτών για χάρη μιας οπτικής φαντασμαγορίας με υπερ-χορογραφημένη δράση, προκατ φουτουριστική αισθητική, μπακαλίστικες φιλοσοφικές ή επιστημονικές αναφορές και συνωμοσιολογικές πολιτικές προεκτάσεις. Οι αμέτρητες απομιμήσεις του Matrix τα επόμενα χρόνια επιβεβαίωσαν αυτήν την τάση με αρκετά θλιβερό τρόπο – σχεδόν όσα θλιβερά ήταν και τα 2 sequel της ταινίας.

 

Έχει μέλλον το μέλλον;

 

Ίσως εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο καμπής για το cyberpunk στον κινηματογράφο. Αυτό που θεωρούταν μέλλον, έχει αναθεωρηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ίδια την καθημερινή πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί τo μέλλον του cyberpunk δεν ήταν ποτέ απλώς μια δυστοπία επιστημονικής φαντασίας και δεν περιοριζόταν στα γιγάντια ολογράμματα, τα ιπτάμενα αμάξια και τα neon φώτα. Ο τρόπος με τον οποίο διαπλέκεται η τεχνολογία και η ζωή βρίσκεται στην δημιουργία νέων εικόνων για τον εαυτό, το σώμα, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Το Internet είναι η μεγαλύτερη ημι-δημόσια / ημι-ιδιωτική σφαίρα κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η μαζική ψηφιακή πολιτική της πληροφορίας παίρνει την μορφή του viral, του post-truth και του meme. Η τεχνολογία είναι πλέον ζωτική, πιο σωματική, σχεδόν απαρατήρητη. Ο ίδιος ο William Gibson, ήδη από τις αρχές των 00s κατάλαβε προς τα πού πάνε τα πράγματα, και τα μετέπειτα μυθιστορήματά του στην ουσία συνεχίζουν να είναι cyberpunk, χωρίς όμως να αποτελούν πια κλασική επιστημονική φαντασία ή να διαδραματίζονται στο μακρινό μέλλον.

Η κινηματογραφική βιομηχανία, από την άλλη, επιλέγει τον δρόμο της εμπορικής νοσταλγίας για ένα κομμάτι του μέλλοντος που είχε προφητευθεί αλλά δεν ήρθε ποτέ, φτιάχνοντας το ένα remake μετά το άλλο (Total Recall, Robocop, Ghost in the Shell, Tron: Legacy), παράγοντας υπερθεάματα που αποτυγχάνουν στο box office και δεν έχουν να πουν τίποτα ούτε για το παρελθόν, ούτε για το παρόν, ούτε για το μέλλον. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια υπάρχουν εξαιρέσεις που, παρά τα επί μέρους προβλήματά τους, κοιτούν με μια ενδιαφέρουσα και σύγχρονη ματιά την επικαιρότητα των cyberpunk προβληματισμών για τη σχέση τεχνολογίας και ζωής (όπως για παράδειγμα τα Sleep Dealer, Her και Ex Machina). Απογοητευτήκαμε που το Ghost in the Shell ανήκει στην πρώτη κατηγορία, κι ελπίζουμε πραγματικά το πολυ-αναμενόμενο Blade Runner sequel του Dennis Villeneuve να ανήκει στην δεύτερη.

 

Όπως γράφαμε και σε προηγούμενο άρθρο για τις προσδοκίες μας από το Blade Runner 2049, “η σημερινή τάση του Hollywood να φτιάχνει remakes, sequels και franchises για τα πάντα χτυπάει στην καρδιά της ιδιαιτερότητας του sci-fi κινηματογράφου, αναθεωρώντας το τι αποτελεί μέλλον και τι όχι. Αν αφαιρέσεις το στοιχείο της ανοικειότητας μέσα από το ερώτημα τι είναι ανθρώπινο και τι όχι, την αμφισβήτηση των παραδοσιακών αισιόδοξων οραμάτων για το μέλλον, τον προβληματισμό για την σχέση τεχνολογίας-ζωής και κρατήσεις μόνο την νοσταλγία, την αναγνωρισιμότητα των συμβόλων και την οικειότητα των χαρακτήρων, τότε τι μένει; Ένας φουτουρισμός που, όσο φανταχτερός κι αν είναι, στην πραγματικότητα μοιάζει μάλλον ξεπερασμένος και συντηρητικός.”

 

Στην τελική, αν το μέλλον είναι ήδη εδώ, ας του κάνουμε τουλάχιστον την χάρη να το κοιτάξουμε κατάματα.

Best of internet