Detroit & Logan Lucky: Η κρίση της Αμερικής σε δύο κινηματογραφικές εκδοχές

Detroit & Logan Lucky: Η κρίση της Αμερικής σε δύο κινηματογραφικές εκδοχές

Η Κάθριν Μπίγκελοου και ο Στίβεν Σόντερμπεργκ σκηνοθετούν δυο πλευρές της φυλετικής και ταξικής καταπίεσης στις ΗΠΑ, με αρκετά διαφορετικό αποτέλεσμα

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

16 Σεπτεμβρίου 2017

 

Τι κοινό έχει ένα ιστορικό-πολιτικό δράμα για μια μαύρη εξέγερση στο Ντιτρόιτ των 60s και μια heist κωμωδία ταχύτητας σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Δ. Βιρτζίνια του ’17; Σ’ ένα επιφανειακό επίπεδο, όχι και τίποτα ιδιαίτερο. Το Detroit της Μπίγκελοου και το Logan Lucky του Σόντερμπεργκ, τα οποία κυκλοφόρησαν τις προηγούμενες δύο βδομάδες στις ντόπιες κινηματογραφικές αίθουσες, χωρίζονται από πολλά πράγματα: το genre και το κεντρικό τους θέμα, τον χρόνο και τον τόπο του δράματος, την φυλή των πρωταγωνιστών, το ύφος και την προσέγγιση των σκηνοθετών. Μήπως, όμως, υπάρχει κάτι που τα ενώνει – έστω και άθελά τους;

Ακόμα κι ένας ιδιαίτερα χαλαρός παρατηρητής της πολιτικής επικαιρότητας γνωρίζει μάλλον ότι η κοινωνία των ΗΠΑ βρίσκεται σε μεγάλη ένταση τα τελευταία χρόνια. Η περσινή αμερικάνικη προεκλογική περίοδος, η οποία κατέληξε στην νίκη του Τραμπ, ήταν μια πολιτική μάχη που τράβηξε τα βλέμματα ολόκληρου του πλανήτη, διατηρώντας παράλληλα τον χαρακτήρα ενός μεγάλου και παγκόσμιου event στα social media και τα talk shows.

Προφανώς, πίσω από το εκλογικό κομμάτι αυτής της πολιτικής μάχης βρίσκονταν μια σειρά από βαθιά κοινωνικά ζητήματα που διχάζουν την αμερικάνικη κοινωνία: η τρομακτική αύξηση και ατιμωρησία των δολοφονιών αφρο-αμερικάνων πολιτών από αστυνομικούς, η άνοδος της ακροδεξιάς, του ρατσισμού και του μισογυνισμού, η ένταση της φτώχειας για την εργατική τάξη των λευκών, των μαύρων, των λατίνων.

Όλα αυτά κάθε άλλο παρά ανεπηρέαστη έχουν αφήσει την κινηματογραφική παραγωγή της βορειοαμερικάνικης ηπείρου, με την περσινή χρονιά να παράγει ταινίες που προσπάθησαν να επεξεργαστούν τη μαύρη εμπειρία στις ΗΠΑ από τη σκοπιά του φυλετικού, έμφυλου και ταξικού αποκλεισμού (όπως για παράδειγμα στα Moonlight, Fences, Loving και Hidden Figures) ή δράματα που επιχειρούν να κοιτάξουν με νέα ματιά και τις κοινωνικές εμπειρίες της λευκής εργατικής τάξης (όπως στα Paterson, Hell or High Water ή Manchester by the Sea).

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα είναι που οι δύο εξαιρετικά έμπειροι σκηνοθέτες Μπίγκελοου και Σόντερμπεργκ, οι οποίοι αμφότεροι ξεκίνησαν από το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά των 80s για να φτάσουν αργότερα στις μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές, επιλέγουν να στραφούν σε θέματα όπως η αστυνομική καταπίεση της μαύρης κοινότητας του Ντιτρόιτ και η οικονομική απόγνωση των φτωχών λευκών της επαρχιακής Δ. Βιρτζίνια.

Η προσέγγισή τους όμως είναι εξαιρετικά διαφορετική και μάλλον φωτίζει διαφορετικές πλευρές του πώς μπορεί το σύγχρονο Χόλιγουντ να καταπιαστεί μ’ αυτά τα ζητήματα. Το Detroit της Μπίγκελοου, γραμμένο από τον Μαρκ Μπόουλ (με τον οποίο η σκηνοθέτιδα συνεργάστηκε και στις δύο προηγούμενες ταινίες της, The Hurt Locker και Zero Dark Thirty, αφορά το περιστατικό του Algiers Motel κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 1967, στο οποίο η αστυνομία της πόλης μαζί με την εθνοφρουρά εγκλωβίζουν και βασανίζουν δέκα μαύρους άντρες και δύο λευκές γυναίκες καθώς το υπόλοιπο Ντιτρόιτ μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.

Από την άλλη, το Logan Lucky του Σόντερμπεργκ, σε σενάριο της πρωτοεμφανιζόμενης Ρεμπέκα Μπλαντ (ψευδώνυμο, σύμφωνα με τις κινηματογραφικές φήμες), περιγράφει την ιστορία δύο φτωχών αδερφών που επιλέγουν να ληστέψουν τον αγώνα ταχύτητας Coca-Cola 600 στο Charlotte Motor Speedway, απ’ το οποίο απολύθηκε πρόσφατα ο ένας εκ των δύο.

Παρόλο που το Detroit είναι ένα ιστορικό δράμα και το Logan Lucky μια heist κωμωδία (και βέβαια τα χωρίζει μια άβυσσος μισού αιώνα), οι δύο ταινίες ξεκινούν περιέργως από αρκετά κοντινές αφετηρίες ως προς το στήσιμο των χαρακτήρων τους. Έχουμε πρωταγωνιστές που ξαφνικά βλέπουν τον κόσμο τους να καταρρέει και τις προσδοκίες τους να ματαιώνονται, με τον Larry Reed (Algee Smith) να φτάνει στο Ντιτρόιτ με το συγκρότημά του, The Dramatics, για υπογραφή δισκογραφικού συμβολαίου και να εγκλωβίζεται στο χάος της εξέγερσης ή τον Melvin Dismukes (John Boyega) να προσπαθεί να κοιτάξει τη δουλειά του με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί κι αυτός σε μια κατάσταση απ’ την οποία αδυνατεί να ξεφύγει.

Από την άλλη, έχουμε τον Jimmy Logan (Channing Tatum) να χάνει ξαφνικά και ταυτόχρονα τη δουλειά και την οικογενειακή του ζωή. Παράλληλα, η σκιά των αμερικάνικων πολεμικών επιχειρήσεων πέφτει βαριά και τραυματικά πάνω στους χαρακτήρες, με τον βετεράνο Greene (Anthony Mackie) να έχει γυρίσει μόλις από το Βιετνάμ και τον έτερο αδερφό Logan (Adam Driver) να έχει χάσει το χέρι του στο Ιράκ.

Ενώ και οι δύο ταινίες χρησιμοποιούν το υλικό τους για να συνδιαλλαγούν με τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες των ΗΠΑ, ο τρόπος που το κάνουν είναι εξαιρετικά διαφορετικός. Η Μπίγκελοου, έχοντας την εμπειρία δύο εκλεπτυσμένων πολεμικών thriller με τα The Hurt Locker και Zero Dark Thirty, ξεκινάει την αφήγησή της σχεδόν σαν πολεμικό ντοκιμαντέρ, με την βία που αντιμετωπίζουν οι μαύρες κοινότητες να αποτελεί φυσική συνέχεια του πολέμου στο Βιετνάμ.

Επιλέγει να εστιάσει με ιστορική ακρίβεια σε ένα περιστατικό αστυνομικής βίας και ένα περιβάλλον ρατσισμού ώστε να κατασκευάσει μια πολιτική αλληγορία για την σημερινή κοινωνική κατάσταση. Καθώς κυλάνε οι δυόμιση ώρες του Detroit, η ταινία περνάει σε ένα κλίμα torture porn μέσα στον διάδρομο του Algiers Motel, για να καταλήξει προς το τέλος σε ένα δικαστικό δράμα για τις συνέπειες του περιστατικού στους πρωταγωνιστές του.

Η Μπίγκελοου δίνει στην ταινία της το όνομα ολόκληρης της πόλης – κι αυτό αποτελεί δείκτη για την προσέγγισή της στο ζήτημα. Επιχειρεί να δημιουργήσει μια ολότητα που να χωράει το γενικό ιστορικό κλίμα της περιόδου, τον χαρακτήρα της πόλης του Ντιτρόιτ και το δράμα των συγκεκριμένων πρωταγωνιστών. Η υπερκινητική και νευρική κάμερα στρέφεται όμως σε χώρους και σώματα με έναν σχεδόν αδιαφοροποίητο τρόπο.

Οι μαύροι χαρακτήρες του Detroit καταλήγουν μάλλον επιφανειακές αναπαραστάσεις ενός ανώνυμου πλήθους που αποκτά ταυτότητα μόνο μέσω του λευκού βλέμματος και πράξεων. Οι σκηνές του ψυχικού και σωματικού βασανισμού στον διάδρομο του μοτέλ έχουν τόση ψυχρή επαναληπτικότητα που μάλλον οδηγούν στην αναισθησία παρά στον τρόμο. Δυστυχώς, αποτυγχάνοντας τόσο να δείξει τις βαθύτερες αιτίες της εξέγερσης όσο και τα πραγματικά συναισθήματα των πρωταγωνιστών, το Detroit καταλήγει μάλλον ένα λευκό πατρονάρισμα βουτηγμένο στον διδακτισμό.

Το Logan Lucky, με την φαινομενικά ανάλαφρη κωμική ματιά του, επιτυγχάνει ακριβώς στην ανθρωπινότητα που λείπει από το Detroit. Ο μουσικός ρυθμός της ταινίας, η λεπτομερής ενορχήστρωση για την οποία φημίζεται ο Σόντερμπεργκ και η τσαχπινιά των διαλόγων καθιστούν το Logan Lucky εξαιρετικά απολαυστικό, αλλά κρύβουν από πίσω και κάτι σημαντικότερο: μια ζεστή και ευαίσθητη ματιά στον τρόπο με τον οποίο οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με τα προβλήματα μιας φτωχής λευκής οικογένειας στην αμερικάνικη επαρχία του 21ου αιώνα.

Φτιάχνοντας ακόμα μια heist ταινία, ο Σόντερμπεργκ αντιστρέφει τη συνταγή της Ocean’s τριλογίας του, αντικαθιστώντας την κυριαρχία του στυλ και της εγκληματικής φινέτσας με την άλλοτε απεγνωσμένη και άλλοτε κωμική γκαντεμιά των αδερφών Logan και των συνεργατών τους στο έγκλημα (με τον Daniel Craig να δίνει μια απ’ τις απολαυστικότερες ερμηνείες της καριέρας του ως Joe Bang).

Σε τελική ανάλυση, όμως, ο αφηγηματικός και συναισθηματικός πυρήνας της ταινίας πατάει από την μία στην ταξική εκδίκηση και από την άλλη στην οικογενειακή αγάπη. Παρόλο που το Logan Lucky συχνά επιλέγει μια σατιρική ή φολκλόρ απεικόνιση του λευκού νότου και της redneck κουλτούρας του, αποφεύγοντας τεχνηέντως τόσο μια ευρύτερη κινηματογραφική ματιά στα στοιχεία που την αποτελούν όσο και την ενασχόληση με τα ζητήματα ρατσισμού και σεξισμού που την χαρακτηρίζουν, η ταινία εν τέλει καταφέρνει να μιλήσει για πραγματικούς ανθρώπους και πραγματικές εμπειρίες με εργαλείο την κωμική υπέρβαση των συνθηκών που τους καταπιέζουν.

Παρόλο που η συστημική βία κατά των μαύρων κοινοτήτων της Αμερικής δε μπορεί να πει στην ίδια ζυγαριά με την θεματική του Logan Lucky, καθώς έχει πολύ βαθύτερες ιστορικές ρίζες και έκταση, το Detroit μετατρέπεται εν τέλει σε μια προβληματικά λευκή ταινία, αφού μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο στο λευκό αίσθημα κοινωνικού προβληματισμού με έναν αυτο-ικανοποιητικό τρόπο. Αντίθετα, ευτυχώς, η πληθώρα μαύρων σκηνοθετών τα τελευταία χρόνια δείχνει έναν πιο αυθεντικό τρόπο κινηματογραφικής επεξεργασίας της μαύρης εμπειρίας στις ΗΠΑ, μέσα από τη δουλειά δημιουργών όπως οι Steve McQueen (12 Years a Slave), Ryan Coogler (Fruitvale Station), Ava DuVernay (Selma) Barry Jenkins (Moonlight) και εσχάτως ο Jordan Peele (Get Out).

Από την άλλη πλευρά, το Logan Lucky, ακόμα κι αν του λείπει η ρητή πολιτική φιλοδοξία του Detroit και μοιάζοντας με μια εκδοχή του Baby Driver δια χειρός αδερφών Κοέν, καταφέρνει να μετατραπεί σε πιο ουσιαστική ταινία από το Detroit και να αποτυπώσει με μεγαλύτερη επιτυχία μια πλευρά του συγκρουσιακού κλίματος της εποχής που κάνει τις ΗΠΑ να μοιάζουν με κοινωνία στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Best of internet